Την φιλία κανένα γεγονός δεν μπορεί να την διαταράξει – Ένας Άγιος ομιλεί…

– Κεφάλαιο 1 Πρώτη συνάντηση μέ τόν αββά Ιωσήφ.

AΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ Ο πολυσέβαστος αββάς Ιωσήφ, τού οποίου τίς διδαχές καί τίς υποθήκες θά αναπτύξω ευθύς αμέσως, ήταν ένας από τούς τρείς Γέροντες πού ανέφερα σέ κάποια άλλη «Συνομιλία».

Ο αββάς Ιωσήφ ήταν απόγονος επιφανούς οικογένειας καί διακεκριμένος πολίτης τής πόλεως Θμούεως, τής γενέτειράς του, στήν Αίγυπτο. Ηταν άριστα εκπαιδευμένος καί κατείχε εκτός από τήν μητρική του γλώσσα καί τήν ελληνική. Τή γνώριζε μάλιστα τόσο καλά, ώστε όταν συνομιλούσε μαζί μας, αλλά καί μέ κάθε άλλο ξένο πού αγνοούσε τήν κοπτική γλώσσα, μπορούσε νά τή χειρισθεί άνετα καί νά εκφρασθεί σ αυτή μέ πολλή ακρίβεια. Γι αυτό δέν ήταν αναγκασμένος νά ζητάει, όπως οι άλλοι μοναχοί, τή βοήθεια κάποιου μεταφραστή.

Ο Γέροντας αντιλήφθηκε αμέσως τόν πόθο πού είχαμε γιά νά ακούσουμε τίς διδαχές του καί ανταποκρίθηκε πρόθυμα στήν επιθυμία μας. Τό πρώτο πού ζήτησε νά μάθει ήταν άν είμασταν αδέλφια. Τού απαντήσαμε πώς, ναί, πράγματι ήμασταν αδέλφια, αλλά όχι «κατά σάρκα», αλλά «κατά πνεύμα» καί ότι από τήν αρχή τής αποταγής μας ήμασταν αχώριστοι φίλοι καί είχαμε μαζί επιχειρήσει αυτό τό μακρύ ταξίδι. Σκοπός μας, τού είπαμε, είναι νά προοδεύσουμε πνευματικά καί νά ενταχθούμε στό στρατό τού επουράνιου Βασιλιά, στή μοναχική δηλαδή τάξη πού ασκείται στήν έρημο παρά σ εκείνη τών κοινοβίων. Τότε ο Γέροντας μάς είπε

Κεφάλαιο 2 Λόγος τού Γέροντα γιά τίς παροδικές φιλικές σχέσεις.

ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ Υπάρχουν μεταξύ τών ανθρώπων πολλά είδη φιλίας καί δεσμών.

Πολλούς τούς έκανε αρχικά γνώριμους μιά απλή συνάντηση καί από τότε ανέπτυξαν στενές φιλικές σχέσεις. Κάποιοι άλλοι συνδέθηκαν ανταλλάσσοντας αγαθά ή κάνοντας κάποια αγοραπωλησία. Αλλοι δέθηκαν μέ στενή φιλία, εξαιτίας τής ομοιότητας καί τών κοινών χαρακτηρολογικών στοιχείων πού υπήρχαν μεταξύ τους. Μερικοί, γιά παράδειγμα, δημιούργησαν εμπορικές σχέσεις ή γνωρίσθηκαν σέ κάποια συντεχνία ή ακόμα καί στίς σπουδές τους. Αυτή η συνύρπαξη ή η συνεργασία μπορεί νά φέρει καί στίς δύο πλευρές τόση ψυχική εγγύτητα καί ζεστασιά, ώστε νά κάνει νά μαλακώσουν ακόμη καί οι πιό σκληρές καρδιές. Πολλές φορές ακόμα καί οι ληστές, πού ζούν σάν τ αγρίμια μέσα στά βουνά καί στά δάση καί βρίσκουν ευχαρίστηση όταν χύνεται ανθρώπινο αίμα, αφοσιώνονται καί αγαπούν τούς συνεργούς τους στά εγκλήματα.

Υπάρχει ακόμα ένα άλλο είδος αγάπης, πού προέρχεται από τό φυσικό ένστικτο καί από τή συγγένεια αίματος. Είναι ο δεσμός πού μάς δένει μέ τά μέλη τής οικογένειάς μας, μέ τόν σύζυγο ή τή σύζυγο. Αυτό δέν τό συναντούμε μόνο στούς ανθρώπους, αλλά καί σ όλα τά ζώα καί στά πουλιά, στά οποία η φυσική καί στοργική αγάπη τους τά ωθεί στό νά προστατεύουν καί νά υπερασπίζουν τή φωλιά τους ή τά μικρά τους. Κι αυτό μάλιστα μέχρι τού σημείου πού νά θέτουν τόν εαυτό τους σέ κίνδυνο ή ακόμη καί νά οδηγούνται στό θάνατο γιά χάρη τους. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ όλα τά είδη τών άγριων ζώων, τών ερπετών ή τών αρπακτικών πουλιών. Αυτά τά ζώα, όπως, γιά παράδειγμα, τόν βασιλίσκο, τόν ρινόκερο καί τόν γύπα, εξαιτίας τής ανυπόφορης αγριότητάς τους ή τού θανατηφόρου δηλητηρίου τους, τά αποφεύγουν όλοι, αφού καί μόνο η θέα τους, δημιουργεί στόν καθένα αισθήματα αποστροφής. Αυτά τά ίδια όμως δέν παύουν νά ζούν ειρηνικά καί νά είναι αγαπημένα μεταξύ τους, χωρίς νά βλάπτει τό ένα τό άλλο. Κι αυτό ασφαλώς συμβαίνει εξαιτίας τής κοινής καταγωγής τους καί τού δεσμού πού προκύπτει απ αυτήν.

Ομως όλα αυτά τά είδη αγάπης πού ανέφερα, τά οποία συναντώνται ανάμεσα καί στούς καλούς καί στούς κακούς, ακόμα καί στά άγρια ζώα καί στά ερπετά, είναι βέβαιο ότι δέν μπορούν νά διατηρηθούν μέχρι τέλους. Συχνά διακόπτονται καί ατονούν λόγω τής απόστασης, τής λήθης πού φέρνει ο χρόνος, τής λήξης μιάς προφορικής συμφωνίας ή τής διεκπεραίωσης μιάς εμπορικής συναλλαγής. Καί γενικά αυτά τελειώνουν, όταν πάψουν νά υπάρχουν λόγοι συμφερόντων. Ο σύνδεσμος τής αγάπης πού συνήθως προκύπτει από δεσμούς πού είχαν δημιουργηθεί από τήν επιθυμία τού κέρδους, ή από τό πάθος, ή καί από τή συγγένεια, δέν αντέχουν στό χρόνο καί εύκολα διαλύονται.

Κεφάλαιο 3 Πώς θεμελιώνεται σταθερά μιά φιλική σχέση.

Ανάμεσα στίς ποικιλόμορφες φιλικές σχέσεις πού συνάπτονται μεταξύ τών ανθρώπων, υπάρχει μόνο ενός είδους φιλία, η οποία ποτέ δέν κινδυνεύει νά διαλυθεί. Η σχέση αυτή δέν είναι βασισμένη στίς καλές συστάσεις πού έχει κανείς γιά κάποιο πρόσωπο ή στίς περιστατικές γνωριμίες καί στίς κοινές συμφωνίες, ούτε πάλι έχει συναισθηματική βάση. Αλλά είναι η φιλία εκείνη πού εδραιώνεται καί συντηρείται, όπου υπάρχουν κοινά ενδιαφέροντα καί αρετές. Αυτή τή φιλία τή θεωρώ γνήσια καί πραγματική. Φιλία, πού κανένα απρόοπτο γεγονός δέν μπορεί νά τή διαταράξει. Αυτή τή σχέση ούτε η απόσταση μπορεί νά τήν διακόψει, ούτε ο χρόνος είναι ικανός νά τήν απαλείψει, αλλά ούτε καί αυτός ο ίδιος ο θάνατος δέν κατορθώνει νά τή διαλύσει. Σ αυτή τή σχέση υπάρχει η αληθινή καί αδιάσπαστη αγάπη, η οποία αυξάνει μέ τήν τελειότητα καί τήν αρετή πού είναι ισόβαθμη καί στούς δύο φίλους. Οταν αυτός ο δεσμός τής αγάπης εδραιωθεί, ποτέ πλέον δέν κόβεται ούτε ατονεί από τή διαφορετικότητα τών χαρακτήρων ούτε αποδυναμώνεται από τίς αντίρροπες επιθυμίες καί τά θελήματα.

Εχουμε γνωρίσει ασφαλώς πολλούς πού συνδέθηκαν μ αυτό τό τρόπο, οι οποίοι όμως, άν καί ξεκίνησαν βασισμένοι στήν αγάπη τού Χριστού καί δημιούργησαν τήν πιό θερμή φιλία, εντούτοις δέν μπόρεσαν νά διατηρήσουν αυτή τή σχέση συνεχή καί αδιάπτωτη. Τό ξεκίνημα τής σχέσης τους ήταν ασφαλώς καλό, αλλά δέν έδειξαν στήν πορεία ισόβαθμο ζήλο, ώστε νά παραμείνουν σταθεροί στό στόχο τους. Η φιλία τους ήταν από εκείνες τίς σχέσεις πού δέν διαρκούν γιά πολύ χρόνο γιατί, τήν αγάπη τους δέν τήν έτρεφε καί δέν τήν συντηρούσε η αρετή καί τών δύο προσώπων, αλλά τήν κρατούσε ζωντανή η υπομονή καί η ταπείνωση τού ενός.

Μιά τέτοια φιλία, όσο μεγαλόψυχη καί ακούραστη κι άν δείχνει, όμως, μέ τό νά τή διατηρεί μόνο ο ένας μέ τήν υπομονή του, είναι καταδικασμένη νά διαλυθεί. Κι αυτό, εξαιτίας τής μικροψυχίας τού άλλου. Γιατί, όσο κι άν υπομένουν οι δυνατοί μέ ζήλο καί σταθερότητα τίς ακαταστασίες τών αδυνάτων οι οποίοι όμως οραματίζονται τήν τελειότητα, χωρίς όμως νά καταβάλουν γι αυτό κανένα τίμημα δέν θά φθάσουν ποτέ στήν τέλεια αγάπη. Γιατί τελικά, οι αδύναμοι δέν θά μπορέσουν νά αντέξουν αυτή τή σχέση. Κατά συνέπεια οι αιτίες τής ταραχής, πού δέν θά τούς επιτρέψουν νά παραμείνουν ειρηνικοί καί αγαπημένοι, βρίσκονται μέσα στό βάθος τής δικής τους καρδιάς.

Αυτό παρατηρούμε ότι συμβαίνει καί σέ εκείνους πού υποφέρουν από κάποια σωματική ασθένεια. Αυτοί αποδίδουν τήν αποστροφή τους πρός τά φαγητά, στήν αμέλεια τών μαγείρων ή τών διακονητών τους, ενώ αυτή οφείλεται αποκλειστικά στήν αρρώστια τους. Οσο λοιπόν, κι άν φροντίσει κανείς αυτούς τούς ανθρώπους, αυτοί δέν θά παύσουν νά καταλογίζουν στούς υγιείς τήν αιτία τής ανορεξίας τους. Κι αυτό γιατί καθόλου δέν αντιλαμβάνονται ότι αυτή βρίσκεται μέσα τους καί ότι οφείλεται στήν κακή κατάσταση τής υγείας τους.

Γι αυτό τό λόγο, όπως είπα, ο δεσμός τής πιστής καί άρρηκτης φιλίας βρίσκεται μόνο εκεί όπου βασιλεύει η αρετή. Διότι, «ο Θεός σ αυτούς πού είναι έρημοι, χωρίς φίλο, τούς δίνει σπίτι καί οικογένεια» (Ψαλμ. 67, 7). Η αγάπη δέν μπορεί νά διατηρηθεί αδιάπτωτη παρά μόνο μεταξύ εκείνων πού έχουν τόν ίδιο σκοπό, τήν ίδια θέληση καί πού συμφωνούν ή αρνούνται μέ ομογνωμία κάποια πράγματα.

Αν επιθυμείτε κι εσείς, νά διατηρήσετε τή φιλία ζωντανή καί μόνιμη, αγωνισθείτε νά απαλλαγείτε από τά πάθη σας καί νά νεκρώσετε τά θελήματά σας. Κατόπιν, έχοντας τόν ίδιο σκοπό καί στόχο, ζείστε μέ ανδρείο φρόνημα. Νά οικοδομείσθε μέ δεσμούς αδελφικούς, νά αναστρέφεσθε μέ τήν αγάπη εκείνη, τήν οποία εξυμνώντας ευφρόσυνα ο Προφήτης έλεγε «Πόσο ωραίο είναι, πόσο ευχάριστο, νά κατοικούν μαζί οι αδελφοί!» (Ψαλμ. 132, 1). Καί δέν εννοεί ασφαλώς ο Προφήτης τήν ομορφιά τού τόπου τής διαμονής, αλλά τήν ευφροσύνη πού χαρίζει η ταυτότητα τού πνεύματος.

Πράγματι, δέν ωφελεί σέ τίποτε τό νά είμαστε ενωμένοι, τό νά ζούμε κάτω από τήν ίδια στέγη, καί νά έχουμε διαφορετικό τρόπο ζωής καί διαφορετικές επιδιώξεις. Αντίθετα, εκείνους πού στηρίζονται στόν κοινό αγώνα γιά τήν αρετή, δέν τούς χωρίζουν οι τόποι καί οι αποστάσεις. Οι κοινοί στόχοι καί οι πνευματικές επιδιώξεις συγκροτούν τήν αδελφοσύνη καί όχι η συγκατοίκηση καί η παραμονή στόν ίδιο τόπο. Γι αυτό καί η ειρήνη ποτέ δέν μπορεί νά παραμείνει ακύμαντη, όπου υπάρχουν αντίθετες ροπές καί εμμονή στά θελήματα.

Κεφάλαιο 4 Πρέπει νά εκτελούμε κάποιο ωφέλιμο έργο, άν δέν συμφωνεί μ αυτό ο αδελφός μας;

ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Πολλές φορές όμως, Αββά, ο ένας από τούς φίλους επιθυμεί νά κάνει κάτι πού τό θεωρεί καλό καί σύμφωνο μέ τό θέλημα τού Θεού, αλλά ο άλλος δέν συμφωνεί καθόλου μ αυτή τήν ενέργεια. Θά πρέπει τότε νά εκτελέσει εκείνος τό σχέδιό του, αδιαφορώντας γιά τήν επιθυμία τού αδελφού του, ή είναι καλύτερα νά τό εγκαταλείψει γιά νά μή λυπήσει τόν αδελφό του;

Κεφάλαιο 5 Η σταθερή φιλία δέν υφίσταται ούτε μπορεί νά διατηρηθεί παρά μόνο μεταξύ τών τελείων.

ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ Γι αυτό ακριβώς είπα πώς τό χάρισμα τής φιλίας δέν θά μπορούσε ποτέ νά παραμείνει ολοκληρωμένο καί αδιασάλευτο παρά μόνο μεταξύ τών τελείων ανθρώπων, οι οποίοι αγωνίζονται εξίσου γιά τήν επίτευξη τής αρετής. Οι άνθρωποι πού έχουν κοινή θέληση καί σκοπό, δέν ανέχονται ποτέ νά αντιδικούν ούτε καί στό ελάχιστο. Αυτό ισχύει, ακόμα καί γιά θέματα πού αφορούν τήν πρόοδο στήν πνευματική ζωή. Αν οι φίλοι αρχίζουν νά φιλονικούν καί νά εκφράζονται μέ εμπάθεια, είναι φανερό μέ βάση όσα μέχρι τώρα έχουμε πεί ότι οι καρδιές τους δέν ήταν ποτέ πραγματικά ενωμένες.

Στήν αρχή τής πορείας μας όμως δέν διαθέτουμε τήν τελειότητα. Θά πρέπει νά ξεκινήσει κανείς από τή βάση. Θά πρέπει δηλαδή νά θέσει πρώταπρώτα τά θεμέλια. Μή ζητάτε λοιπόν νά μάθετε τί είναι η ολοκληρωμένη φιλία, αλλά πώς θά κατορθώσετε νά τή φθάσετε. Γι αυτό θά πρέπει στήν αρχή νά πούμε δυό λόγια γιά τόν τρόπο πού θά πρέπει νά εργασθείτε, ώστε νά ολοκληρώσετε αυτό τό σκοπό. Είναι απαραίτητο, μ άλλα λόγια, νά σάς ανοίξω ένα μονοπάτι, στό οποίο θά βαδίσετε μέ ασφάλεια, ώστε νά μπορέσετε νά αποκτήσετε ευκολότερα τό αγαθό τής υπομονής καί τής ειρήνης.

Κεφάλαιο 6 Πώς μπορεί νά διατηρηθεί αδιάσπαστη η ενότητα καί αδιάσειστη η αγάπη.

Τό πρώτο θεμέλιο τής αληθινής φιλίας είναι η περιφρόνηση τών υλικών αγαθών καί η εγκατάλειψη κάθε ιδιοκτησίας. Θά ήταν η μεγαλύτερη αστοχία καί η άκρα ασέβεια, ενώ έχουμε απαρνηθεί τήν ματαιότητα τής κοσμικής ζωής καί ό,τι αυτή περικλείει, νά προτιμήσουμε τά ευτελή προσωπικά μας αντικείμενα, δηλαδή νά επιλέξουμε νά διατηρήσουμε τήν ιδιοκτησία μας, σέ βάρος τής ανεκτίμητης αγάπης τού αδελφού μας.

Στή συνέχεια θά πρέπει καθένας μας νά κόψει τό δικό του θέλημα από φόβο μήπως, κρίνοντας τόν εαυτό του εξυπνότερο καί συνετότερο, προτιμήσει τή δική του γνώμη από αυτή τού αδελφού του.

Τό τρίτο πράγμα, τό οποίο θά πρέπει νά μάς γίνει βεβαιότητα είναι ότι όλα, ακόμη καί τά πλέον χρήσιμα καί απαραίτητα στή ζωή, είναι λιγότερης αξίας καί σημασίας μπροστά στό ύψιστο αγαθό τής ειρήνης καί τής αγάπης.

Τέταρτη επιδίωξή μας θά πρέπει νά είναι τό νά πιστέψουμε πώς γιά καμμιά απολύτως αιτία, δίκαιη ή άδικη, δέν επιτρέπεται νά οργιζόμαστε.

Η πέμπτη φροντίδα μας θά πρέπει νά επικεντρωθεί στό νά προσπαθήσουμε νά θεραπεύσουμε τό θυμό πού έχει ο αδελφός μας εναντίον μας, έστω καί άν αυτός είναι εντελώς άδικος. Νά τό κάνουμε μάλιστα μέ τόση προθυμία καί ζήλο, όση αντίστοιχα θά δείχναμε άν ήμασταν εμείς στή θέση του. Αν δέν αναζητήσουμε, μέ ό,τι μέσο μπορούμε, τρόπους γιά νά εξαλείψουμε τήν ταραχή από τήν ψυχή τού αδελφού μας, τότε θά πρέπει νά γνωρίζουμε ότι τό πάθος του αυτό θά ζημιώσει καί τή δική μας ψυχή. Θά αναστατωθούμε δηλαδή τόσο, σάν νά ήμασταν εμείς οι ίδιοι κάτω από τήν επήρεια τού πάθους τού θυμού.

Τό τελευταίο, πού θανατώνει αναμφίβολα όλα τά άλλα πάθη, είναι τό νά συλλογιζόμαστε αδιάλειπτα πώς ανά πάσα στιγμή μπορεί νά φύγουμε απ αυτή τή ζωή. Η «μνήμη τού θανάτου» δέν θά επιτρέψει νά παραμείνει στήν καρδιά μας ούτε κάν η σκιά καί τής ελάχιστης θλίψης. Αυτή η ευεργετική «μνήμη» θά καταπνίξει κάθε εμπαθή κίνηση καί κάθε κακή επιθυμία.

Αν κρατήσουμε σταθερά αυτές τίς αρχές, δέν θά οργισθούμε ούτε ποτέ θά προκαλέσουμε στούς άλλους τήν πίκρα πού φέρνει η οργή καί η διχόνοια. Αν, αντίθετα, ξεφύγει κανείς απ αυτές τίς ράγες, τότε ο εχθρός τής αγάπης θά χύσει ανεπαίσθητα μέσα στίς καρδιές τών φίλων τό φαρμάκι τής θλίψης. Ετσι, διαφωνία στή διαφωνία, η αγάπη λίγο-λίγο θά ψυχραίνεται καί τελικά οι καρδιές εφόσον ήδη από πολύ καιρό είναι πληγωμένες θά σκληρυνθούν καί θά χωρίσουν μιά καί γιά πάντα.

Εκείνος όμως πού βαδίζει στό μονοπάτι πού αναφέραμε προηγουμένως, δέν έχει κανένα λόγο νά διαφωνήσει μέ τό φίλο του. Πράγματι, μέ τό νά μή διεκδικεί κανείς ποτέ κανένα πράγμα, είναι ευνόητο ότι κόβει αυτόματα καί τήν πρωταρχική αιτία τής οργής. Γιατί, συνήθως, οι αντιδικίες γεννιούνται από τίς διαφωνίες γιά τήν απόκτηση μικροπραγμάτων ή αντικειμένων πού δέν έχουν καμμιά αξία. Ενας άνθρωπος όμως πού θέλει νά διατηρήσει τό σύνδεσμο τής αγάπης, προσπαθεί μέ όλες του τίς δυνάμεις νά τηρεί αυτό πού αναφέρουν οι Πράξεις τών Αποστόλων, σχετικά μέ τήν ενότητα πού επικρατούσε μεταξύ τών πρώτων χριστιανών «Ολο τό πλήθος εκείνων πού είχαν πιστέψει στό Ευαγγέλιο», λέει ο Ευαγγελιστής, «είχαν μιά καρδιά καί μιά ψυχή. Καί κανείς δέν θεωρούσε ότι κάτι από τά υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τά είχαν κοινά» (Πράξ. 4, 32).

Ενας άνθρωπος πού ζεί μ αυτό τόν τρόπο, δέν είναι ποτέ δυνατόν νά σπείρει τή διχόνοια. Γιατί αυτός είναι σκλάβος τού θελήματος τού αδελφού του καί όχι τού δικού του. Αυτός γίνεται μιμητής τού Κυρίου καί Δημιουργού του, πού έλεγε «Εχω κατεβεί από τόν ουρανό ως άνθρωπος στή γή, γιά νά κάνω όχι τό θέλημά μου, αλλά τό θέλημα εκείνου πού μέ έχει στείλει» (Ιωάν. 6, 38). Ετσι, ποτέ δέν θά δινόταν αφορμή εξαιτίας του νά πέσει διχόνοια ανάμεσα σ αυτόν καί στό φίλο του. Γιατί ένας άνθρωπος πού αγωνίζεται καί κόβει τό θέλημά του, έχει ως βασική αρχή του τό νά μήν εμπιστεύεται στήν κρίση του, αλλά νά προτάσσει πάντα τό θέλημα τού αδελφού του. Εχοντας λοιπόν αυτό ως κριτήριο, θά ακολουθούσε ή θά αρνιόταν, αναλόγως, τά δικά του θελήματα, λέγοντας μαζί μέ τόν Κύριο «Πατέρα μου άς γίνει όχι όπως θέλω εγώ, αλλ όπως θέλεις εσύ» (Ματθ. 26, 39).

Ενας τέτοιος άνθρωπος δέν θά επέτρεπε ποτέ στόν εαυτό του νά πράξει καί τό παραμικρότερο πράγμα πού θά λυπούσε τόν αδελφό του. Γιατί αυτός δέν θεωρεί τίποτε πολυτιμότερο από τό αγαθό τής ειρήνης καί δέν ξεχνά ούτε στιγμή τό λόγο τού Κυρίου πού λέει «Απ αυτό θά καταλάβουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθηταί, εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας» (Ιωάν. 13, 35). Ο Κύριος ήθελε αυτή η αγάπηνά χαρακτηρίζει τά λογικά πρόβατα τού ποιμνίου Του καί νά τά διακρίνει μέσα σ αυτό τόν κόσμο ως ένα ιδιαίτερο σημείο αναγνώρισής τους, σάν σφραγίδα, θά λέγαμε καί σάν χαρακτηριστικό αποτύπωμα.

Ο πιστός χριστιανός γιά κανένα απολύτως λόγο, δέν θεωρεί δικαιολογημένο τό νά αφήσει τή μνησικακία καί τή θλίψη νά εισχωρήσουν στήν καρδιά του ή νά παραμείνουν εξαιτίας του στήν καρδιά κάποιου άλλου. Γιατί τό πάθος τού θυμού, είναι ολέθριο καί εντελώς αθέμιτο. Γι αυτό καί δέν θά μπορούσε ποτέ νά καλυφθεί από κανενός είδους δικαιολογία.

Είναι αδύνατον νά προσευχηθεί κανείς, άν ο αδελφός του έχει κάτι εναντίον του. Ακριβώς τό ίδιο όμως συμβαίνει καί στήν περίπτωση πού εκείνος έχει κάτι εναντίον τού αδελφού του. Γι αυτό ο αγωνιστής τού πνεύματος κρατάει διαρκώς μέσα στήν ταπεινή καρδιά του τά λόγια τού Κυρίου καί Λυτρωτή μας πού λέει «Οταν προσφέρεις τό δώρο σου στό Ναό κι εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί μπροστά στό θυσιαστήριο τού Ναού τό δώρο σου καί πήγαινε νά συμφιλιωθείς πρώτα μέ τόν αδελφό σου καί τότε έλα νά προσφέρεις τό δώρο σου» (Ματθ. 5, 23-24).

Σέ τίποτα δέν θά ωφελούσε τό νά δηλώνει κανείς ότι δέν τρέφει στήν καρδιά του θυμό. Ασφαλώς πλανάται οικτρά, άν κάποιος ισχυρίζεται ότι δέν έχει θυμό εναντίον τού αδελφού του καί συγχρόνως περιφρονεί μέ υπεροψία καί σκληροκαρδία τή θλίψη του. Γιατί μόνο μ αυτό δέν εκπληρώνει ο άνθρωπος τόν αποστολικό λόγο πού λέει, «η δύση τού ηλίου άς μή σάς βρίσκει ακόμη οργισμένους» (Εφεσ. 4, 26) καί τήν εντολή τού Κυρίου πού προειδοποιεί λέγοντας, «όποιος οργίζεται εναντίον τού αδελφού του χωρίς λόγο πρέπει νά καταδικαστεί από τό δικαστήριο» (Ματθ. 5, 22). Καί αυτό, γιατί αυτός θά μπορούσε, μέ τήν συγκαταβατική καί επιεική συμπεριφορά του, νά διαλύσει κάθε στενοχώρια από τήν καρδιά τού αδελφού του. Μέ τό νά μήν έχει όμως ενεργήσει έτσι, διατρέχει πλέον τόν κίνδυνο εξαιτίας τής δικής του συμπεριφοράς νά κατηγορηθεί ως παραβάτης τής εντολής τού Κυρίου. Γιατί Εκείνος πού είπε ότι δέν πρέπει νά οργίζεται κανείς εναντίον τού πλησίον του, είπε ταυτόχρονα καί ότι δέν πρέπει νά αψηφά καί τή θλίψη τού αδελφού του. Διότι γιά τόν Θεό, «ο Οποίος θέλει νά σωθούν όλοι οι άνθρωποι» (Α Τιμ. 2, 4), έχει τήν ίδια σημασία είτε χαθεί ο ένας είτε ο άλλος. Είναι εξίσου οδυνηρό γιά τόν Θεό, όποιος απ τούς δύο κι άν οδηγηθεί στόν αιώνιο θάνατο. Τό ίδιο καί ο Αντίδικος, πού χαίρεται μέ τήν καταστροφή καί τόν αφανισμό τών ανθρώπων, έχει τό ίδιο κέρδος, είτε χαθεί ο ένας είτε ο άλλος.

Τελικά, είναι ποτέ δυνατόν νά κρατήσει κανείς εναντίον τού αδελφού του καί τήν ελάχιστη έστω δυσάρεστη διάθεση, άν πιστεύει ότι ενδέχεται κάθε μέρα, ή καλύτερα κάθε στιγμή, νά φύγει απ αυτό τόν κόσμο;

Κεφάλαιο 7 Τίποτε νά μήν θεωρούμε ανώτερο από τήν αγάπη καί τίποτε χειρότερο από τό θυμό.

Οπως ακριβώς δέν πρέπει νά βάζουμε τίποτε μπροστά από τήν αγάπη, έτσι πρέπει καί νά θεωρούμε ότι δέν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τήν οργή καί από τό θυμό. Οφείλουμε νά θυσιάζουμε τά πάντα, όσο χρήσιμα καί απαραίτητα κι άν φαίνονται, γιά νά αποφύγουμε τήν αναταραχή πού φέρνει αυτό τό πάθος. Καί επιπλέον, πρέπει νά αποδεχόμαστε καί νά υπομένουμε τό καθετί, ακόμα κι άν αυτό μάς φαίνεται βαρύ καί ασήκωτο, ώστε νά διατηρήσουμε αδιασάλευτη τήν αγάπη καί τήν ειρήνη. Νά είσαστε βέβαιοι πώς δέν υπάρχει τίποτε πιό ολέθριο από τό θυμό καί τή λύπη, όπως καί τίποτε πιό γλυκό καί πιό ωφέλιμο από τήν αγάπη.

Κεφάλαιο 8 Πώς δημιουργούνται διαφωνίες μεταξύ τών πνευματικών ανθρώπων.

Ανάμεσα στούς αδελφούς πού ακόμη είναι αδύναμοι καί διέπονται από τό σαρκικό φρόνημα, ο δαίμονας δέν αργεί νά σπείρει τήν οργή καί τήν ασυνεννοησία μέ αφορμή πράγματα ευτελή καί τιποτένια. Στούς πνευματικούς όμως ανθρώπους, ο Πονηρός φέρνει τή διάσταση μέ τή διαφορά τών αντιλήψεων. Αυτή είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία, η συνηθισμένη αιτία τών προστριβών καί τών διενέξεων, τίς οποίες καταδικάζει ο Απόστολος. Αυτές ακριβώς δίνουν τήν ευκαιρία στόν ζηλόφθονο Εχθρό, νά οδηγήσει στήν αντιδικία καί στό χωρισμό αδελφούς πού μέχρι εκείνη τήν στιγμή ήταν ομόψυχοι. Ο σοφός Σολομώντας λέει κάτι σχετικό «Τό μίσος», λέει, «προξενεί διαμάχες, αλλά αυτούς πού δέν φιλονικούν τούς σκεπάζει η αγάπη τής φιλίας» (Παροιμ. 10, 12).

Κεφάλαιο 9 Γιά τό ότι πρέπει νά εξαλείψουμε καί τίς διχόνοιες πού ανακύπτουν ακόμα καί πάνω σέ πνευματικά θέματα.

Η πρώτη αιτία πού γεννάει τίς διαφωνίες μεταξύ τών αδελφών αφορά σχεδόν πάντα στή διεκδίκηση γήινων καί φθαρτών πραγμάτων. Πρέπει λοιπόν νά περιφρονούμε καθετί πού σχετίζεται μέ τά επίγεια καί νά επιτρέπουμε σ όλους τούς αδελφούς νά χρησιμοποιούν εξίσου όλα, ακόμα καί τά πιό απαραίτητα γιά μάς, αντικείμενα. Αλλά κι αυτό δέν θά ήταν αρκετό, άν δέν καταφέρουμε νά ξεριζώσουμε επίσης καί τή δεύτερη αιτία τών διεκδικήσεων καί τής διχόνοιας. Καί αυτή είναι η διαφορά τών απόψεων πάνω σέ πνευματικά θέματα. Εκείνο λοιπόν πού προέχει γιά τή διατήρηση τής αγάπης, είναι τό νά καταφέρει κανείς, μέ τή βοήθεια τού ταπεινού φρονήματος, νά συμπλεύσει μέ τούς αδελφούς του μέ σύμπνοια καί ομοφροσύνη. Νά αγωνισθεί δηλαδή, ώστε τό θέλημά του νά συμπορευθεί μέ τό θέλημα καί τούς στόχους τών αδελφών του.

Κεφάλαιο 10 Γιά τόν καλύτερο τρόπο αναζήτησης τής αλήθειας.

Θυμάμαι ότι τόν καιρό πού, λόγω τής νεαρής ηλικίας μου, απέφευγα τή μόνωση καί ζητούσα νά συγκατοικώ μέ κάποιον αδελφό, πολύ συχνά συνέβαινε νά βλέπουμε ορισμένα πράγματα, πού αφορούσαν τήν πνευματική μας πορεία ή τήν κατανόηση αγιογραφικών χωρίων, από διαφορετική οπτική γωνία. Επιμέναμε μάλιστα καθένας μας στήν άποψή του, σάν νά ήταν αυτή η πιό λογική καί η πιό σωστή σκέψη σ ολόκληρο τόν κόσμο. Οταν όμως, στή συνέχεια, καθόμασταν μαζί καί συζητούσαμε τίς θέσεις μας συνέβαινε πρώτα ο ένας μας νά διαπιστώνει ότι η άποψή του είναι όχι μόνο λανθασμένη, αλλά καί επικίνδυνη. Σέ λίγο, μετά από πολλή συζήτηση, καί οι δύο ομόφωνα αποκηρύτταμε ό,τι προηγουμένως υποστηρί- ζα με μέ πάθος ως σωστό καί αλάνθαστο.

Κι όμως πρίν, μέ τή δαιμονική συνέργεια, νομίζαμε ότι αυτές οι απόψεις μας έλαμπαν σάν τό φώς. Ετσι, πολύ εύκολα αυτές θά μπορούσαν νά σκορπίσουν ανάμεσά μας τή διχόνοια, άν η εντολή τών Γερόντων μας, τήν οποία τηρούσαμε σάν εντολή τού Ιδιου τού Θεού, δέν μάς είχε προφυλάξει από κάθε φιλονικία. Οι Γέροντές μας μάς είχαν διδάξει αυτή τήν αρχή, τήν οποία έπρεπε νά τηρούμε ως απαράβατο κανόνα. Μάς έλεγαν δηλαδή, ότι δέν πρέπει ποτέ ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος νά εμπιστεύεται στή δική του κρίση περισσότερο από αυτήν τού αδελφού του, άν αυτός βέβαια ήθελε, νά μήν γίνει ποτέ έρμαιο τής πανουργίας τού διαβόλου.

Κεφάλαιο 11 Οποιος εμπιστεύεται τή δική του κρίση, είναι αδύνατον νά ξεφύγει τίς απάτες τού διαβόλου.

Εχει επαληθευθεί πολλές φορές αυτό πού λέει ο Απόστολος, ότι δηλαδή «ο σατανάς αλλάζει ως πρός τήν εμφάνιση καί τή συμπεριφορά του καί μεταβάλλεται σέ φωτεινό άγγελο» (Β Κορ. 11, 14). Κι αυτό, γιά νά παρουσιάσει μέ δόλο κάποιες παραμορφωμένες καί σκοτεινές σκέψεις, σάν αυτές νά ήταν τό αληθινό φώς τής γνώσης. Γιά νά γλυτώσει κανείς από τέτοιου είδους σκέψεις, θά πρέπει, μέ ταπεινή καί γεμάτη πραότητα καρδιά, νά τίς εκθέσει σέ κάποιον πιό ώριμο καί έμπειρο αδελφό, ή σέ ένα Γέροντα φθασμένο στήν αρετή. Μετά από τήν κρίση εκείνου μπορεί πλέον νά δεχθεί ως θετικές καί ακίνδυνες τίς σκέψεις του ή αντίστροφα νά τίς απορρίψει. Διαφορετικά, ενδέχεται νά τιμήσει κανείς τόν δαίμονα σάν άγγελο τού φωτός καί έτσι νά χαθεί μέ τόν πιό ολέθριο θάνατο.

Εκείνος πού εμπιστεύεται τή λογική του καί τήν κρίση του, κινδυνεύει σίγουρα νά πέσει σέ τέτοιου είδους παγίδα, εκτός κι άν αγαπήσει τήν αληθινή ταπείνωση καί τήν κάνει τρόπο καί κανόνα τής ζωής του. Θά πρέπει κανείς μέ συντριβή καρδιάς νά ακολουθήσει τήν παρότρυνση τού Αποστόλου πού λέει «Εάν υπάρχει κάποια ενθάρρυνση τήν οποία δίνει η πίστη στόν Χριστό, κάποια παρηγοριά πού προέρχεται από αγάπη, εάν μετέχετε καί σείς στά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, εάν έχετε ευσπλαχνία καί συμπόνια, τότε (σάς παρακαλώ) γεμίστε τήν καρδιά μου μέ χαρά, μέ τό νά έχετε όλοι τά ίδια φρονήματα, τήν ίδια αγάπη μεταξύ σας, μέ τό νά είσαστε μιά ψυχή, ζώντας μέ ομόνοια. Νά μήν κάνετε τίποτε από διάθεση φιλονικίας ή κενοδοξίας, αλλά μέ ταπεινοφροσύνη ο ένας νά θεωρεί τόν άλλον ανώτερό του» (Φιλιπ. 2, 1-3). Καί αλλού πάλι ο ίδιος λέει «Νά συναγωνίζεσθε ποιός θά δείξει περισσότερη εκτίμηση στόν άλλο» (Ρωμ. 12, 10), ώστε ο καθένας νά θεωρεί τόν αδελφό του πιό γνωστικό καί πιό άγιο από τόν εαυτό του, καί νά πιστεύει ότι η αληθινή καί τέλεια διάκριση βρίσκεται στήν κρίση τού άλλου μάλλον, παρά στή δική του σοφία.

Κεφάλαιο 12 Στίς Συνάξεις δέν πρέπει νά περιφρονούνται οι άδελφοί πού υστερούν σέ γνώση καί ευφυία.

Συμβαίνει συχνά, κάποιος πού από τή φύση του είναι πολύ ευφυής άνθρωπος νά αντιλαμβάνεται κάτι λανθασμένα. Κι αυτό ασφαλώς προέρχεται είτε από εξαπάτηση τού διαβόλου είτε από ανθρώπινη πλάνη. Γιατί δέν υπάρχει κανείς σ αυτή τή ζωή πού σάν άνθρωπος νά μήν υπόκειται σέ αδυναμίες καί σέ λάθη. Αντίθετα, κάποιος άλλος, λιγότερο έξυπνος καί ικανός, μπορεί νά βλέπει τά πράγματα πιό σωστά καί πιό καθαρά.

Κανείς λοιπόν, όσο σοφός κι άν είναι, δέν θά πρέπει νά φουσκώνει από ματαιοδοξία καί νά νομίζει ότι δέν χρειάζεται νά συζητά τίς απόψεις του μέ τόν αδελφό του. Γιατί, έστω κι άν ο ίδιος δέν θά κινδύνευε νά πέσει στίς παγίδες τού διαβόλου καί νά λαθέψει στήν κρίση του, όμως είναι σίγουρο ότι δέν είναι καί απαλλαγμένος από τήν απειλή τής πτώσης του στήν έπαρση καί στήν υπερηφάνεια.

Ποιός θά μπορούσε αλήθεια νά ισχυρισθεί ότι δέν διέτρεχε αυτό τόν κίνδυνο ο απόστολος Παύλος αυτό τό «σκεύος εκλογής», στό οποίο μιλούσε ο Χριστός, όπως ίδιος ο Απόστολος τό βεβαιώνει (Β Κορινθ. 13, 3) αφού αυτός ανέβηκε στήν Ιερουσαλήμ μόνο καί μόνο γιά νά κοινοποιήσει στούς άλλους Αποστόλους καί νά υποβάλει στήν κρίση τους τό Ευαγγέλιο πού, μέ τή Χάρη τού Θεού, κήρυττε στούς εθνικούς, μετά τήν αποκάλυψη πού είχε δεχθεί από τόν Κύριο; (Γαλ. 2, 1-2).

Από όλα αυτά λοιπόν συμπεραίνουμε ότι, η υπακοή μας σ αυτό τόν κανόνα πού θέσπισαν οι Πατέρες μας, δέν διατηρεί μόνο τήν ομοθυμία καί τήν αδελφική αγάπη, αλλά καί μάς προφυλάσσει επίσης απ όλες τίς ενέδρες τού διαβόλου, καί από όλες τίς παγίδες τών ψευδαισθήσεων πού ο εχθρός συνεχώς μάς στήνει.

Κεφάλαιο 13 Η αγάπη δέν είναι απλά μιά ιδιότητα τού Θεού, αλλά ο Ιδιος ο Θεός είναι αγάπη.

Η Αγία Γραφή θεωρεί τόσο σπουδαία τήν αρετή τής αγάπης, ώστε ο απόστολος Ιωάννης φθάνει μέχρι τού σημείου νά δηλώσει ότι η αγάπη όχι μόνο ανήκει στόν Θεό, αλλά ότι αυτή είναι ο Ιδιος ο Θεός «Ο Θεός», λέει, «είναι αγάπη καί όποιος ζεί μέσα στήν αγάπη καί τήν ασκεί συνεχώς, μένει μέσα στόν Θεό καί ο Θεός μένει μέσα του» (Α Ιωάν. 4, 16).

Αλλά κι εμείς οι ίδιοι νιώθουμε έντονα ότι η αγάπη είναι θεϊκή, γιατί ζούμε σάν ζωντανή πραγματικότητα αυτό πού λέει ο Απόστολος «Η αγάπη τού Θεού πλημύρισε τίς καρδιές μας μέ τό Αγιο Πνεύμα πού μάς δόθηκε» (Ρωμ. 5, 5). Αυτό σημαίνει ότι μέ τή Χάρη τού Αγίου Πνεύματος ο Θεός κατοίκησε μέσα στίς καρδιές μας. Οταν λοιπόν εμείς δέν ξέρουμε πώς καί τί νά ζητήσουμε στήν προσευχή μας, ο Παράκλητος «μεσιτεύει γιά μάς καί εμπνέει στούς πιστούς χριστιανούς στεναγμούς πού δέν μπορούν νά εκφρασθούν μέ λέξεις. Ο Θεός όμως, πού βλέπει τά βάθη τής καρδιάς, γνωρίζει τί θέλει νά πεί τό Πνεύμα, διότι Αυτό μεσιτεύει γιά τούς Χριστιανούς πρός τόν Θεό καί σύμφωνα μέ τό θέλημά του» (Ρωμ. 8, 26-27).

Κεφάλαιο 14 Γιά τίς διάφορες κατηγορίες τής αγάπης.

Μπορούμε λοιπόν, νά προσφέρουμε σ όλους τήν αγάπη μας. Αυτή τήν αγάπη εννοεί ο Απόστολος όταν λέει «Νά κάνουμε τό καλό σέ όλους, πρό παντός όμως σ αυτούς πού έχουν τήν ίδια πίστη μέ μάς» (Γαλ. 6, 10). Ο Ιδιος ο Κύριος μάς δίνει εντολή νά αγαπούμε κάθε άνθρωπο, ακόμα καί τούς εχθρούς μας «Νά αγαπάτε», λέει, «τούς εχθρούς σας» (Ματθ. 5, 44).

Αλλά η διάθεση αυτή τής καρδιάς, δηλαδή η ευαισθησία καί η τρυφερότητα τής αγάπης, δίνεται μόνο σέ πολύ λίγους ανθρώπους. Αυτή παραχωρείται σέ όσους έχουν κοινούς στόχους καί ομοφροσύνη.

Εξάλλου η ίδια αυτή «διάθεσις» τής καρδιάς εκφράζεται ποικιλόμορφα. Αλλη είναι η αγάπη πρός τούς γονείς καί άλλη η συζυγική. Αλλη είναι η αγάπη μεταξύ τών «κατά σάρκα αδελφών» καί άλλη η πατρική. Αλλά καί μέσα σ αυτές τίς σχέσεις αγάπης παρατηρείται καί πάλι μεγάλη διαφορά, όπως γιά παράδειγμα η αγάπη τών γονέων πρός τά παιδιά, η οποία έχει πολλές εκφράσεις καί διαβαθμίσεις. Ας πάρουμε τήν περίπτωση τού Πατριάρχη Ιακώβ. Ο Ιακώβ ήταν πατέρας δώδεκα παιδιών καί τά αγαπούσε όλα μέ μιά γνήσια πατρική αγάπη. Ενιωθε ωστόσο μιά εντελώς ιδιαίτερη στοργή πρός τόν Ιωσήφ. Η Αγία Γραφή λέει ξεκάθαρα γι αυτόν «Οταν είδαν οι αδελφοί τού Ιωσήφ ότι ο πατέρας τους τόν αγαπούσε περισσότερο απ όλα τ άλλα παιδιά του, φθόνησαν καί μίσησαν τόν Ιωσήφ» (Γεν. 37, 4). Αυτός ο δίκαιος, αυτός ο αληθινός πατέρας, ασφαλώς δέν αγαπούσε λιγότερο τά άλλα παιδιά του. Αλλά στρεφόταν μέ περισσότερη γλυκύτητα, στοργή καί επιείκεια πρός τόν Ιωσήφ, σάν νά έβλεπε στό πρόσωπό του τήν προεικόνιση τού Χριστού.

Διαβάζουμε επίσης ότι καί ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εθεωρείτο ο πιό αγαπημένος μαθητής τού Κυρίου, πράγμα πού φαίνεται ξεκάθαρα στό Ευαγγελικό χωρίο πού λέει «Ενας από τούς μαθητές, τόν οποίον αγαπούσε ο Ιησούς» (Ιωάν. 13, 23). Ο Κύριος βέβαια περιέβαλε μέ τήν ίδια αγάπη καί στοργή καί τούς άλλους ένδεκα Μαθητές τούς οποίους είχε επιλέξει, γιά ειδική αποστολή, όπως καί τόν Ιωάννη. Αυτή τήν εύνοια πρός τούς Αποστόλους τήν πιστοποιεί ο Ιδιος ο Κύριος όταν λέει «Καθώς εγώ σάς αγάπησα έτσι καί σείς νά αγαπάτε ο ένας τόν άλλον» (Ιωάν. 13, 34). Σ αυτούς ασφαλώς αναφέρεται ο Ευαγγελιστής όταν λέει «Ο Ιησούς στούς δικούς του, τούς οποίους τώρα άφηνε στόν κόσμο, καί τούς οποίους είχε κατά τή διάρκεια τής επίγειας ζωής Του αγαπήσει, τούς έδειξε καί τώρα θερμή καί τέλεια αγάπη» (Ιωάν. 13, 1). Ετσι, η ιδιαίτερη στοργή πού ο Κύριος έδειξε πρός τόν Ιωάννη, δέν υπονοούσε ταυτόχρονα καί ότι η αγάπη Του γιά τούς άλλους Αποστόλους ήταν λιγότερη. Αυτή η στοργική εύνοια από τόν Κύριο πρός τόν Ιωάννη προσφερόταν ως δωρεά γιά τήν καθαρότητα τής παρθενίας καί ως αμοιβή γιά τήν τέλεια αγνότητά του. Γι αυτό ακριβώς ο Ευαγγελιστής υπογραμμίζει ότι αυτή η θέρμη τής αγάπης τού Κυρίου πρός τόν Ιωάννη ήταν ιδιαίτερη καί ξεχωριστή. Επιπλέον, εκείνο πού θέλει νά τονίσει ο Ευαγγελιστής, είναι τό ξεχύλισμα τής στοργής πρός «τόν ηγαπημένο Μαθητή» καί όχι τό ότι ο Κύριος δέν αγαπούσε εξίσου καί όλους τούς άλλους Μαθητές.

Κάτι παρόμοιο βρίσκουμε επίσης στό Ασμα Ασμάτων όπου η Νύμφη λέει «Τάξατε επ εμέ αγάπην» (Ασμ. 2, 4). Συνεπώς μιλάμε γιά μιά αγάπη, πού χωρίς νά αποστρέφεται καί νά μισεί κανέναν, ξεχύνεται αφειδώλευτα σέ κάποιους, πού κατά κάποιο τρόπο τό δικαιούνται. Ξεχωρίζει δηλαδή κανείς ορισμένους ανθρώπους, τούς οποίους θεωρεί ως ιδιαίτερα εκλεκτούς, χωρίς αυτό ασφαλώς νά σημαίνει ότι δέν αγαπά καί όλους τούς άλλους συνανθρώπους του. Πολλές φορές μάλιστα καί ανάμεσα στούς εκλεκτούς καί στούς πιό αγαπημένους, υπάρχουν μερικοί στούς οποίους κανείς δίνει μιά θέση υψηλότερη στήν καρδιά του.

Κεφάλαιο 15 Αυτοί πού προσπαθούν νά κρύβουν τήν ταραχή τή δική τους, ή τού αδελφού τους, τό μόνο πού καταφέρνουν είναι νά τήν αυξάνουν.

Υπάρχουν όμως, αντίθετα, καί κάποιοι άλλοι αδελφοί πού συμπεριφέρονται καί καλύτερα νά μήν είχα αντιληφθεί πώς συμβαίνει κάτι τέτοιο μέ έντονο πείσμα καί ιδιαίτερη σκληρότητα. Αυτοί, όταν ταραχθούν εναντίον τού αδελφού τους, ή όταν ο αδελφός τους έχει κάτι εναντίον τους, προσπαθούν νά κρύψουν τήν αντίδραση πού έχει αναστατώσει τήν ψυχή τους, ενώ θά έπρεπε νά συνδιαλλαχθούν μαζί τους μέ ταπείνωση, δίνοντάς τους ενδεχομένως τίς απαραίτητες εξηγήσεις. Αλλά όμως αποφεύγουν νά τό κάνουν αυτό καί προσπαθούν νά ξεπεράσουν τή φουρτούνα πού έχει κτυπήσει τήν ψυχή τους μέ άλλες υπεκφυγές, όπως, γιά παράδειγμα, μέ τό νά ψάλλουν αδιάφορα, σάν νά μήν έχει συμβεί απολύτως τίποτα. Νομίζουν ότι μ αυτό τόν τρόπο θά μετριάσουν τήν πίκρα πού πλημμυρίζει τήν καρδιά τους. Αλλά αυτή «η ευγενής περιφρόνηση» δέν συντελεί σέ τίποτε άλλο, παρά μόνο στό νά αυξήσει τή φωτιά μέσα τους. Η ταραχή αυτή θά είχε ασφαλώς σβύσει αμέσως, άν οι ίδιοι είχαν ταπεινωθεί καί είχαν εκφράσει τόν πόνο καί τήν μετάνοιά τους. Αν έτσι είχαν ενεργήσει, τότε θά είχαν σίγουρα γιατρέψει καί τή δική τους πληγή, αλλά καί τόν πόνο τού αδελφού τους. Κάνοντας όμως τούς αδιάφορους συντηρούν καί τρέφουν τή στενοκαρδία τους ή καλύτερα τήν υπερηφάνειά τους. Δέν χτυπούν έτσι τή ρίζα πού γεννάει τίς προστριβές. Αυτοί έχουν εντελώς λησμο νήσει τήν εντολή τού Κυρίου πού λέει «Οποιος οργίζεται εναντίον τού αδελφού του χωρίς λόγο, πρέπει νά καταδικασθεί από τό δικαστήριο. Οταν προσφέρεις τό δώρο σου στό Ναό κι εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί τό δώρο σου μπροστά στό θυσιαστήριο τού Ναού καί πήγαινε νά συμφιλιωθείς πρώτα μέ τόν αδελφό σου καί τότε έλα νά προσφέρεις τό δώρο σου» (Ματθ. 5, 22-24).

Κεφάλαιο 16 Ο Θεός δέν δέχεται τίς προσευχές πού Τού προσφέρουμε, εάν ο αδελφός μας είναι λυπημένος μαζί μας.

Ο Κύριος δέν ευαρεστείται από αυτή τή συμπεριφορά μας, καί μάλιστα όταν εμείς περιφρονούμε αδιάφορα τή λύπη τού αδελφού μας. Αν ο αδελφός μας έχει κάτι εναντίον μας, ο Κύριος δέν θέλει κάν νά δεχθεί τά δώρα μας. Δέν μάς επιτρέπει δηλαδή νά Τού προσφέρουμε τίς προσευχές μας, όσο ακόμα δέν προσπαθούμε νά συνδιαλλαγούμε καί νά βγάλουμε από τήν καρδιά τού αδελφού τή θλίψη, είτε αυτή είναι δικαιολογημένη είτε όχι. Ο Κύριος δέν λέει, αφήστε εδώ τήν προσφορά σας καί πηγαίνετε νά συμφιλιωθείτε μέ τόν αδελφό σας, άν αυτός έχει δικαιολογημένα παράπονα από σάς, αλλά λέει «Εάν θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου». Αυτό σημαίνει Ακόμα κι άν αυτό πού προκάλεσε τήν ψυχική αναστάτωση τού αδελφού σας είναι ασήμαντο, εφόσον ήρθε στό νού σας, νά ξέρετε ότι δέν πρέπει νά προσφέρετε στόν Κύριο τά πνευματικά δώρα τών προσευχών σας, πρίν νά σφουγγίσετε μέ γλυκύτητα από τήν καρδιά τού αδελφού σας τή θλίψη, όποια κι άν είναι η αιτία πού τήν προκάλεσε.

Μ αυτό τόν τρόπο μάς παραγγέλει τό Ευαγγέλιο νά φερόμαστε στούς αδελφούς μας, όταν αυτοί έχουν κάτι εναντίον μας, ακόμα κι άν η παρεξήγηση έχει συμβεί από παλιά ή είναι εντελώς ασήμαντη. Εμείς όμως, ενώ κάτι έχει συμβεί πρόσφατα καί έχει διαταράξει τή σχέση μας μέ τόν αδελφό, καί μάλιστα εξαιτίας μας, αδιαφορούμε καί κάνουμε πώς δέν καταλαβαίνουμε. Τί θά γίνει λοιπόν μέ μάς τούς δύστυχους; Είμαστε φουσκωμένοι από διαβολική υπερηφάνεια πού μάς εμποδίζει νά ταπεινωθούμε. Δέν θέλουμε νά παραδεχθούμε ότι εμείς φταίμε γιά τή λύπη τού αδελφού μας. Τό ατίθασο πνεύμα μας δέν καταδέχεται νά υποταχθεί στίς εντολές τού Κυρίου. Ισχυριζόμαστε συχνά ότι οι Ευαγγελικές εντολές είναι υπερβολικές καί ότι δέν είναι δυνατόν νά τίς εφαρμόσουμε. Κρίνοντας όμως ανεφάρμοστες ή υπερβολικές τίς εντολές πού ο Ιδιος ο Κύριος μάς έχει δώσει, γινόμαστε, όπως λέει ο Απόστολος, «όχι εκτελεστές τού νόμου αλλά κριτές του» (Ιακ. 4, 11).

Κεφάλαιο 17 Μερικοί έχουν τή λανθασμένη γνώμη ότι πρέπει νά δείχνουμε υπομονή στίς προστριβές μας μέ τούς κοσμικούς, αλλά όχι σ αυτές πού έχουμε μέ τούς πνευματικούς αδελφούς μας.

Πόσο επίσης θά έπρεπε νά θρηνούμε καί γιά ένα ακόμα λάθος πού κάνουμε όλοι οι άνθρωποι καί μάλιστα τόσο συχνά! Συμβαίνει, πράγματι, ενώ διαπληκτίζονται δυό αδελφοί, νά επεμβαίνει ένας τρίτος γιά νά τούς μονοιάσει, παρακαλώντας τους νά ηρεμήσουν. Αυτός τούς θυμίζει ότι δέν πρέπει ποτέ κανείς νά θυμώνει καί πολύ περισσότερο νά κρατάει θυμό εναντίον τού αδελφού του, καθώς μάς προτρέπει καί τό ιερό Ευαγγέλιο πού λέει «Οποιος οργίζεται εναντίον τού αδελφού του χωρίς λόγο, πρέπει νά καταδικασθεί από τό δικαστήριο» (Ματθ. 5, 22). Καί ο Απόστολος επίσης λέει «Η δύση τού ήλιου νά μή σάς βρίσκει οργισμένους» (Εφεσ. 4, 26). Αντί όμως αυτοί πού μαλώνουν νά ηρεμήσουν καί νά σταματήσουν τόν καυγά, αρχίζουν νά δικαιολογούνται καί νά λένε Αν ένας άθεος ή ένας κοσμικός μάς είχε κάνει ή μάς είχε πεί κάτι παρόμοιο τότε ναί, θά οφείλαμε νά τόν υπομείνουμε, τότε θά υπήρχε γι αυτόν κάποια δικαιολογία. Αλλά μπορεί κανείς νά υπομείνει ατάραχα έναν αδελφό, πού ενώ πρέπει νά ζεί σύμφωνα μέ τίς εντολές τού Ευαγγελίου, αυτός ενεργεί συνειδητά τήν ανομία, εξαπολύοντας εναντίον τού αδελφού του τόσο προσβλητικά λόγια;

Αυτά προτάσσει ως δικαιολογία ο οργισμένος άνθρωπος, λές καί οφείλουμε νά είμαστε υπομονετικοί μόνο μέ τούς άπιστους καί μέ τούς αμαρτωλούς καί όχι μέ όλους γενικά τούς συνανθρώπους μας. Λές καί ο θυμός, πού είναι μεγάλη αμαρτία όταν εκδηλώνεται ενάντια σ έναν ειδωλολάτρη, γίνεται θεμιτή συμπεριφορά, όταν ξεσπάει εναντίον τού αδελφού μας.

Οποιος θυμώνει γιά κάτι πού τού έγινε καί παραμένει πεισματικά στήν ταραχή του, διαπράττει τό ίδιο σφάλμα μέ εκείνον πού κατηγορεί τόν αδελφό του ως αμαρτωλό καί παραβάτη. Κι αυτό αφορά σ όλες τίς περιπτώσεις, όποιος κι άν είναι δηλαδή αυτός πού τού έχει προκαλέσει τήν ταραχή.

Τί στενοκεφαλιά, ή καλύτερα, τί παραφροσύνη είναι αυτή; Αυτοί οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε λογική. Δέν καταλαβαίνουν τό ουσιαστικό νόημα τού Ευαγγελικού χωρίου πού προαναφέραμε. Γιατί τό Ευαγγέλιο δέν λέει ότι πρέπει νά τιμωρείται μόνο όποιος οργίζεται εναντίον κάποιου αλλόφυλου ή ετερόδοξου, ενώ, όταν θυμώνει κανείς εναντίον τού αδελφού του, συγχωρείται. Αλλά αυτοί ερμηνεύουν έτσι τό Ευαγγελικό αυτό χωρίο, γιατί ασφαλώς, έτσι τούς συμφέρει. Τό Ευαγγέλιο όμως λέει ξεκάθαρα «Οποιος οργίζεται εναντίον τού αδελφού του χωρίς λόγο, πρέπει νά καταδικασθεί» (Ματθ. 5, 22). Καί σύμφωνα μέ τό λόγο τού Κυρίου, πρέπει νά θεωρούμε όλους τούς ανθρώπους ως αδελφούς μας. Τό όνομα μάλιστα «αδελφός», σ αυτό τό Ευαγγελικό χωρίο, δηλώνει κυρίως τούς πιστούς τής Εκκλησίας καί τούς συντοπίτες μας καί όχι τούς αλλόφυλους καί τούς ετερόδοξους στούς οποίους, όπως νομίζουν μερικοί, οφείλουμε νά είμαστε περισσότερο επιεικείς.

Κεφάλαιο 18 Μερικοί δείχνουν ότι κάνουν υπομονή, αλλά μέ τή σιωπή τους προκαλούν τό θυμό τού αδελφού τους.

Συχνά πλανιόμαστε, όταν πιστεύουμε ότι είμαστε υπομονετικοί καί πράοι, επειδή δέν καταδεχόμαστε νά απαντήσουμε στήν πρόκληση τού αδελφού μας. Πρέπει νά ξέρουμε όμως ότι τήν ώρα πού κρατάμε αυτή τήν πικρόχολη σιωπή, ή όταν κάνουμε μιά κοροϊδευτική χειρονομία, τότε ουσιαστικά χλευάζουμε τούς ταραγμένους αδελφούς μας καί μ αυτό τό απαθές προσωπείο τούς εξοργίζουμε, καί μάλιστα πολύ περισσότερο απ ότι θά είχε κάνει η οργισμένη αντίδρασή μας. Νομίζουμε ότι δέν είμαστε διόλου ένοχοι απέναντι στόν Θεό, επειδή δέν απαντήσαμε άσχημα καί δέν πέσαμε στά μάτια τών ανθρώπων. Στά μάτια τού Θεού όμως δέν μετράνε μόνο τά λόγια, αλλά κυρίως καί πρωταρχικά αξιολογείται η προαίρεση. Γιατί λογίζεται ως αμαρτία όχι μονάχα η πράξη, αλλά κυρίως η επιθυμία καί η πρόθεση. Στήν Κρίση θά μάς ζητηθεί ασφαλώς λόγος όχι μόνο γι αυτό πού πράξαμε, αλλά καί γι αυτό πού είχαμε σκοπό νά πράξουμε καί δέν τό πραγματοποιήσαμε. Γιατί αμαρτία δέν είναι μονάχα τό αποτέλεσμα, δηλαδή η σύγχυση πού δημιουργήθηκε ανάμεσα στούς αδελφούς. Αλλά λογίζεται εξίσου αμαρτία καί η πρόθεση εκείνου πού τήν προκάλεσε. Ο Κύριος κατά τήν Κρίση δέν θά ζητήσει λόγο γιά τό πώς δημιουργήθηκε η ταραχή, όσο γιά τό ποιός τήν προκάλεσε. Αυτό πού έχει σημασία είναι τό αποτέλεσμα, δηλαδή η ίδια η αμαρτία καί όχι ο τρόπος μέ τόν οποίο διαπράχθηκε.

Τί σημασία έχει άν σκοτώσουμε τόν αδελφό μας εμείς οι ίδιοι μέ τό μαχαίρι ή άν τόν σπρώξουμε πρός τό θάνατο μέ δολιότητα; Είτε μέ όπλο είτε μέ δολοπλοκία συμβεί τό φονικό, τό σίγουρο είναι ότι αυτός θά πεθάνει εξαιτίας μας. Αν αφήσουμε απροστάτευτο έναν τυφλό πού βρίσκεται στό χείλος τού γκρεμού καί αυτός πέσει, θά είναι άραγε λιγότερο κακό, από τό νά τόν σπρώχναμε μέ τά ίδια μας τά χέρια; Γιατί θά μπορούσε ασφαλώς κάποιος νά τόν συγκρατήσει, αλλά δέν τό έκανε. Καί μάλιστα, τήν ώρα πού τόν έβλεπε νά είναι σκυμμένος στό γκρεμό καί νά κινδυνεύει άμεσα. Δέν θά ήταν πραγματικά τό ίδιο υπεύθυνος γιά τό θάνατο τού τυφλού, όποιος θά μπορούσε νά τόν συγκρατήσει, τή στιγμή πού αυτός βρισκόταν στό χείλος τού γκρεμού καί δέ τό έκανε; Μήπως θά είμασταν εγκληματίες μόνο άν στραγγαλίζαμε μέ τά ίδια μας τά χέρια τόν πλησίον μας καί θά ήμασταν αθώοι άν τού ετοιμάζαμε τό σχοινί ή άν τού τό περνούσαμε στό λαιμό, ή τουλάχιστον άν δέν τού τό βγάζαμε, έστω καί τήν τελευταία στιγμή, ενώ είχαμε ακόμα τό χρόνο καί τή δυνατότητα νά τό κάνουμε;

Κατά τόν ίδιο τρόπο, σέ τίποτε δέν εξυπηρετεί η σιωπή μας τήν ώρα τής αντιδικίας, άν αυτή παίρνει τή θέση τής βρισιάς καί τής αντιλογίας ή άν τή συνδυάζουμε μέ κάποιες χειρονομίες, οι οποίες θά εξοργίσουν ασφαλώς περισσότερο αυτόν πού προσπαθούμε νά κατευνάσουμε καί έτσι θά γίνουμε αιτία τής καταστροφής του.

Γινόμαστε μεγαλύτεροι εγκληματίες καί μόνο από τό γεγονός ότι φροντίζουμε νά καλύψουμε φίλαυτα τήν αδιαφορία μας, θέλοντας νά δικαιωθούμε. Κι αυτό τό κάνουμε τή στιγμή πού βλέπουμε πώς ο αδελφός μας κινδυνεύει άμεσα κι εμείς θά μπορούσαμε ασφαλώς νά τού συμπαρασταθούμε. Μιά τέτοια σιωπή θά είναι ασφαλώς γιά όλους ολέθρια. Γιατί, καθώς αυξάνει η θλίψη στήν καρδιά τού πλησίον μας, γεννιέται συγχρόνως καί στή δική μας. Σέ τέτοιου είδους συμπεριφορές απευθύνεται ο Προφήτης όταν λέει «Αλλοίμονο σέ σένα πού ποτίζεις τούς ανθρώπους καί τούς μεθάς, θολώνοντάς τους τό νού, γιά νά εισέλθεις καί νά ερευνήσεις τίς οικίες τους. Πιές καί σύ καί μέθυσε από τό ποτήρι τής οργής τού Κυρίου καί, αντί γιά τήν προηγούμενη δόξα σου, δοκίμασε τώρα τήν ατιμία» (Αββακ. 2, 15-16). Κι ένας άλλος Προφήτης επίσης λέει «Καθένας νά φυλάγεται από τόν φίλο του καί νά μήν έχει εμπιστοσύνη ούτε στόν αδελφό του. Γιατί ο αδελφός εξαπατά τόν αδελφό καί ο φίλος δολιεύεται τόν φίλο» (Ιερ. 9, 4-5) διότι «σάν τόξο τεντωμένο είναι η γλώσσα τους, έτοιμη νά συκοφαντήσει. Στή χώρα επικρατεί τό ψέμα κι όχι η αλήθεια, από τό ένα κακό πέφτουν στό άλλο καί αρνούνται νά γνωρίσουν εμένα, τόν αληθινό Θεό» (Ιερ. 9, 3).

Συχνά, μιά προσποιητή υπομονή εξωθεί πιό βίαια πρός τήν οργή απ ό,τι θά έκαναν τά υβριστικά λόγια. Μιά μοχθηρή σιωπή ξεπερνά σέ πίκρα καί τίς πιό δυνατές βρισιές. Επιπλέον, υπομένουμε πιό εύκολα τά χτυπήματα από ένα δηλωμένο εχθρό, παρά τά ψεύτικα καλοπιάσματα κάποιου υποκριτή. Σέ τέτοιου είδους ανθρώπους απευθύνεται ο Προφήτης όταν λέει «Τά λόγια τους είναι απαλότερα απ τό λάδι, κι ωστόσο είναι σουβλερά σάν βέλη» (Ψαλμ. 54, 22). Καί ο σοφός Σολομώντας επίσης λέει «Οι λόγοι τού πονηρού είναι μαλακοί, όμως σέ χτυπάνε βαθιά στά σπλάχνα σου» (Παροιμ. 26, 22). Σ αυτούς ταιριάζει κι εκείνο πού λέει ο προφήτης Ιερεμίας «Καθένας, λέει λόγια φιλικά στό διπλανό του, μέσα στήν καρδιά του όμως τόν εχθρεύεται» (Ιερ. 9, 8). Αλλά εκείνος πού εξαπατά είναι αυτός πού στήν πραγματικότητα απατάται. Γιατί, «εκείνος πού ετοιμάζει δίχτυ γιά νά στήσει σάν παγίδα μπροστά στόν φίλο του, είναι σάν νά τό απλώνει μπροστά στά ίδια του τά πόδια» (Παροιμ. 29, 5) καί «όποιος σκάβει λάκκο γιά τόν άλλο, πέφτει ο ίδιος μέσα» (Παροιμ. 26, 27).

Στή Γεθσημανή είχε έλθει όχλος πολύς, μέ μαχαίρια καί ρόπαλα γιά νά συλλάβει τόν Κύριο. Ομως κανείς δέν διέπραξε πιό φρικτή πατροκτονία πρός τόν Δημιουργό τής ζωής, από εκείνον πού έτρεχε πρίν απ όλους τούς άλλους καί πού ήθελε νά Τού αποδώσει μέ τόν ασπασμό μιά υποκριτική τιμή. Ο Προδότης Τού έδωσε τό φίλημα μιάς προσποιητής αγάπης. Ο Κύριος τότε τού είπε «Ιούδα μέ φίλημα παραδίδεις τόν Υιό τού ανθρώπου;» (Λουκ. 22, 48). Καί μ αυτό ήταν σάν νά τού έλεγε «Γιά νά καλύψεις τήν πικρία τού διωγμού καί τού μίσους, δανείζεσαι τόν ασπασμό πού είναι δείγμα έκφρασης γλυκύτητας καί αληθινής αγάπης»; Αλλά ο Κύριος εκφράζει πιό καθαρά καί δίνει μεγαλύτερη έμφαση στήν ένταση τού πόνου Του, μέ τά λόγια τού Προφήτη πού λέει «Εάν μέ έβριζε ο εχθρός μου θά τό υπέφερα, κι άν εκείνος πού μέ μισεί μού μιλούσε μέ θρασύτητα, μπροστά του θά κρυβόμουν. Σύ όμως, πού σέ θεωρούσα ίσο μέ τόν εαυτό μου, σέ είχα σύμβουλο καί στενό φίλο μου, σύ πού γλύκαινες τό φαγητό πού τρώγαμε μαζί, καί πού πηγαίναμε συντροφιά στόν οίκο τού Θεού, (σύ νά κάνεις αυτό τό πράγμα εναντίον μου;)» (Ψαλμ. 54, 13-15).

Κεφάλαιο 19 Γι αυτούς πού μένουν νηστικοί όταν θυμώνουν.

Υπάρχει επίσης ένα άλλο είδος λύπης πού πραγματικά υποκινείται από τόν διάβολο καί πού δέν θά άξιζε τόν κόπο νά τό αναφέρουμε, άν δέν γνωρίζαμε ότι πολλοί αδελφοί είναι υποχείριοι αυτού τού πάθους. Πολλοί λοιπόν, όταν πέφτουν σ αυτού τού είδους τή λύπην δέν τρώγουν καθόλου. Ντρέπομαι πού τό λέω. Ανθρωποι οι οποίοι, όταν είναι ειρηνικοί ισχυρίζονται ότι δέν μπορούν νά καθυστερήσουν τό γεύμα τους ούτε μέχρι τήν Εκτη ή πολύ περισσότερο μέχρι τήν Ενάτη ώρα, άν καταληφθούν από μιά τέτοια λύπη, μπορούν νά μείνουν νηστικοί ακόμα καί δυό ημέρες. Η έλλειψη τροφής θά έπρεπε νά τούς είχε εξαντλήσει. Αυτοί όμως υπομένουν τήν πείνα τους χορταίνοντας μέ τό θυμό τους. Είναι σαφέστατο ότι αυτοί πέφτουν στό αμάρτημα τής ιεροσυλίας. Γιατί νηστείες, τίς οποίες οφείλουμε νά προσφέρουμε μόνο στόν Θεό γιά νά ταπεινώσουμε τήν καρδιά μας καί γιά νά καθαρισθούμε από τά πάθη μας αυτοί τίς υπομένουν παρακινημένοι από αυτό τό διαβολικό πάθος. Αυτό όμως ισοδυναμεί μέ τό νά προσφέρουν αυτοί προσευχές καί θυσίες, όχι στόν Θεό, αλλά στούς δαίμονες. Θά τούς άξιζε λοιπόν, νά ακούσουν τήν επιτίμηση τού προφήτη Μωυσή πού λέει «Προσέφεραν θυσίες στά δαιμόνια καί όχι στόν αληθινό Θεό, αλλά σέ θεούς πού δέν τούς ήξεραν έως τότε» (Δευτ. 32, 17).

Κεφάλαιο 20 Γιά τήν προσποιητή υπομονή μερικών, οι οποίοι στρέφουν τό πρόσωπό τους γιά νά τούς χτυπήσουν καί στό άλλο μάγουλο

Συνταντούμε όμως συχνά σέ ορισμένους αδελφούς καί ένα άλλο είδος ανόητης συμπεριφοράς μέ τή μορφή μιάς επιτηδευμένης υπομονής. Αυτοί δέν σταματούν τή λογομαχία, τήν οποία οι ίδιοι έχουν υποκινήσει μέ τά προκλητικά τους λόγια, αλλά συνεχίζουν νά εξοργίζουν τούς αδελφούς τους μέχρι πού νά τούς αναγκάσουν νά αντιγράσουν έντονα ή καί νά τούς επιτεθούν. Αν μάλιστα συμβεί καί δεχθούν στή συνέχεια ένα ελαφρό ράπισμα, γυρίζουν κι από τήν «άλλη σιαγόνα» γιά νά τούς κτυπήσουν καί εκεί, σάν νά εφαρμόζουν μ αυτό τόν τρόπο τήν τελειότητα τής Ευαγγελικής εντολής, πού λέει «Αν κάποιος σέ κτυπήσει στό δεξί μάγουλο, γύρισέ του καί τό άλλο» (Ματθ. 5, 39). Δέν καταλαβαίνουν όμως αυτοί οι άνθρωποι, ούτε καί στό ελάχιστο, τό νόημα καί τό σκοπό αυτού τού κειμένου. Νομίζουν ότι μ αυτή τή συμπεριφορά τους εφαρμόζουν τήν υπομονή πού μάς συστήνει τό ιερό Ευαγγέλιο, ενώ στήν πραγματικότητα είναι δέσμιοι τού πάθους τής οργής. Τό νόημα όμως τού Ευαγγελικού αυτού τού χωρίου είναι εντελώς διαφορετικό. Ο Κύριος θέλει νά ξεριζώσει ολοσχερώς αυτό τό πάθος. Γι αυτό δέν αρκείται στό νά απαγορεύσει απλώς τήν εφαρμογή τού νόμου τής ανταπόδωσης καί τής βιαιοπραγίας, αλλά μάς παραγγέλλει, νά καταπραύνουμε αυτόν πού μάς χτυπά τή στιγμή ακριβώς πού δεχόμαστε απανωτές προσβολές καί κτυπήματα μέ τήν πραότητα καί τήν υπομονή μας.

Κεφάλαιο 21 Πώς γίνεται καί, ενώ τηρούμε αυτή τήν εντολή τού Θεού, δέν οδηγούμαστε πρός τήν τελειότητα;

ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Πώς είναι δυνατόν νά θεωρείται αξιόμεμπτος εκείνος πού τηρεί τήν εντολή τού Ευαγγελίου; Αυτός πού όχι μόνο δέν ανταποδίδει κακό στό κακό, αλλά πού είναι έτοιμος νά υπομείνει καί ενδεχόμενη νέα προσβολή;

Κεφάλαιο 22 Ο Κύριος δέν βλέπει μόνο τήν πράξη, αλλά αξιολογεί καί τήν προαίρεση.

ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ Αναφέρθηκα σ αυτό πρίν από λίγο. Δέν πρέπει νά λαμβάνουμε υπόψη μας μόνο αυτό πού κάποιος έκανε, αλλά επίσης καί τήν πνευματική διάθεση καί τήν πρόθεσή του. Παρατηρήστε τά συναισθήματα πού υποκινούν τίς ανθρώπινες πράξεις καί εξετάστε από ποιές κινήσεις τής καρδιάς πηγάζουν. Σίγουρα τότε θά δείτε ότι δέν μπορεί σέ καμιά περίπτωση νά αποκτήσει τήν αρετή τής υπομονής ένα αντίθετο πνεύμα, δηλαδή τό πνεύμα τής ανυπομονησίας καί τής οργής. Ο Κύριος καί Λυτρωτής μας θέλησε νά μάς διδάξει αυτή τή μεγάλη αρετή καί νά μάς τή μεταδώσει έτσι ώστε νά αξιωθούμε νά τή ζήσουμε όχι ως απλή γνώση, αλλά ως βίωμα καί ως κίνηση τής καρδιάς. Ο Κύριος λέει «Αν κάποιος σέ ραπίσει στό δεξί μάγουλο, γύρισέ του καί τό άλλο» (Ματθ. 5, 39). Αυτή η φράση μάς δίνει μέ δύο λόγια όλη τήν τελειότητα τής χριστιανικής ζωής. Λέγοντας ο Κύριος «τήν άλλην σιαγόνα», εννοεί ασφαλώς «τή δεξιά». Καί αυτό τό «άλλο» τό δεξί μάγουλο δέν μπορεί νά είναι άλλο από τή «βαθεία καρδία» τού ανθρώπου.

Ο Κύριος λοιπόν θέλει νά ξεριζώσει από τίς πιό κρυφές πτυχές τής ψυχής τήν εστία τής οργής. Θέλει επίσης νά μάς διδάξει ότι, όταν ο εξωτερικός άνθρωπος δέχεται ένα χτύπημα στό δεξιό μάγουλο από έναν άδικο καί επίβουλο συνάνθρωπο, τότε θά πρέπει καί ο «έσω άνθρωπος» νά προσφέρει επίσης τή δεξιά του παρειά γιά χτύπημα. Θά πρέπει δηλαδή καί ο «έσω άνθρωπος» νά συγκαταβεί ταπεινά στήν προσβολή πού τού έγινε καί νά πονέσει μαζί μέ τόν εξωτερικό άνθρωπο, προσφέροντας καί παραδίνοντας κατά κάποιο τρόπο καί τό δικό του σώμα στήν προσβολή.

Βλέπετε λοιπόν τώρα, πόσο απέχουν αυτοί πού προαναφέρατε από τή χριστιανική τελειότητα. Τό ιερό Ευαγγέλιο μάς διδάσκει νά διατηρούμε τήν υπομονή καί όχι μόνο νά μήν αντιδρούμε εξωτερικά, αλλά καί νά παραμένουμε μέσα μας ειρηνικοί. Νά μένουμε δηλαδή «αναλλοίωτοι» τήν ώρα τής αντιδικίας καί τής σύγκρουσης.

Δέν αρκεί βέβαια τό νά μείνουμε κατά τήν ώρα τής προσβολής, μόνο εμείς ατάραχοι καί ειρηνικοί. Οφείλουμε επιπλέον, μέ τήν πραότητα καί τόν υποχωρητικό τρόπο μας, νά βοηθήσουμε καί τούς άλλους, οι οποίοι ευθύνονται γιά τήν αναταραχή πού προηγήθηκε, καθώς ξέσπασαν πάνω μας τό πάθος τους νά ξεπεράσουν τό θυμό τους καί νά ηρεμήσουν. Θά πρέπει κι εμείς νά μήν υποχωρήσουμε στήν πρόκληση, αλλά καί μέ τή δύναμη τής πραότητας νά καταστείλουμε παράλληλα καί τήν έκρηξη τού πάθους τού άλλου. Ετσι θά εφαρμόσουμε τόν αποστολικό λόγο πού λέει «Μήν αφήνεις νά σέ νικήσει τό κακό, αλλά νά νικάς τό κακό μέ τό αγαθό» (Ρωμ. 12, 21).

Δέν μπορούν όμως νά συμπεριφερθούν έτσι εκείνοι πού, όπως προαναφέραμε, μιλούν γλυκά καί εκφράζονται ταπεινόσχημα καί υποκριτικά. Γιατί μ αυτό τόν τρόπο, αντί νά σβήσουν μέσα τους τήν πυρκαϊά τού θυμού, τή συνδαυλίζουν. Ρίχνουν μάλιστα προσανάμματα όχι μόνο στή φωτιά τής δικής τους καρδιάς, αλλά καί σ εκείνη τού αδελφού τους. Ακόμα κι άν πετύχαιναν ποτέ αυτοί οι άνθρωποι νά διατηρήσουν τήν πραότητα καί τήν ειρήνη τους, καί τότε πάλι δέν θά είχαν τό δίκιο μέ τό μέρος τους. Κι αυτό, γιατί αυτοί θέλησαν νά αποκτήσουν τή δόξα τής υπομονής, βάζοντας σέ δοκιμασία τήν ψυχή τού αδελφού τους. Αυτού τού είδους οι άνθρωποι παραμένουν ξένοι από εκείνη τήν αγάπη πού εννοεί ο Απόστολος, όταν λέει «Η αγάπη δέν επιδιώκει τό δικό της συμφέρον» (Α Κορ. 13, 5), αλλά τήν ωφέλεια τών άλλων. Γιατί, ο άνθρωπος πού έχει αυτή τήν αγάπη, δέν επιδιώκει νά πλουτίσει επιβαρύνοντας τούς άλλους ανθρώπους, ούτε επιθυμεί νά κερδίσει οφέλη, αδιαφορώντας καί εξουθενώνοντας τόν αδελφό του.

Κεφάλαιο 23 Αυτός πού υποχωρεί στό θέλημα τού άλλου είναι δυνατός καί υγιής πνευματικά άνθρωπος.

Εκείνο πού πρέπει νά κατανοήσουμε βαθιά είναι αυτό εδώΕίναι πιό δυνατός εκείνος πού υποτάσσει τό θέλημά του στό θέλημα τού αδελφού του, από αυτόν πού προσπαθεί πεισματικά νά υπερασπίσει τήν άποψή του καί νά επιβάλλει στόν άλλο τή γνώμη του. Ο πρώτος, επειδή υπομένει καί ανέχεται τόν συνάνθρωπό του, είναι πραγματικά υγιής καί ισχυρός χαρακτήρας. Ο δεύτερος, αντίθετα, είναι αδύνατος καί κατά κάποιο τρόπο, ασθενής. Καί γι αυτό θά πρέπει νά τόν περιβάλλουμε μέ τρυφερότητα καί μέ καλοσύνη. Θά ήταν προτιμότερο, μερικές φορές, νά αποφύγει κανείς νά κάνει λόγο γιά ορισμένα ακόμα καί αναγκαία πράγματα, προκειμένου νά εξασφαλίσει τήν ηρεμία καί τήν ειρήνη του. Κι άς μή νομίζει αυτός ο άνθρωπος ότι, ενεργώντας μ αυτό τόν τρόπο, δείχνει αδιαφορία γιά τόν αγιασμό του. Αντίθετα, νά είναι βέβαιος ότι, μέ τήν ανεκτικότητα καί τήν υπομονή του, θά κερδίσει πολύ περισσότερα. Αυτή ακριβώς είναι καί η εντολή τού Αποστόλου πού λέει «Εμείς οι δυνατοί στήν αρετή πρέπει νά ανεχόμαστε τίς αδυναμίες αυτών πού έχουν αδύνατη πίστη» (Ρωμ. 15, 1). Καί αλλού επίσης λέει «Νά σηκώνετε ο ένας τό φορτίο τού άλλου κι έτσι θά εφαρμόσετε τελείως τό νόμο τού Χριστού» (Γαλ. 6, 2).

Ποτέ ο αδύνατος δέν μπορεί νά υπομείνει τόν αδύνατο, ούτε ο άρρωστος θά μπορέσει ποτέ νά αντέξει ή νά θεραπεύσει τόν ασθενή. Μόνο εκείνος πού δέν έχει υποκύψει στό πάθος καί στήν αδυναμία, θά μπορέσει νά προσφέρει θεραπεία στόν αδύναμο. Διαφορετικά θά ήταν άξιος νά ακούσει τό, «γιατρέ, θεράπευσε τόν εαυτό σου» (Λουκ. 4, 23).

Κεφάλαιο 24 Ο αδύνατος πνευματικά άνθρωπος ζημιώνεται, γιατί δέν μπορεί νά υπομένει τά λάθη τού άλλου.

Στόν αδύναμο πνευματικά άνθρωπο παρατηρεί κανείς τό εξής Ενώ είναι ταχύς καί εύκολος στό νά ανάψει καυγά καί στό νά εξυβρίσει, ο ίδιος ποτέ δέν ανέχεται νά τόν θίξουν ούτε καί στό ελάχιστο. Δέν ανέχεται ούτε κάν νά αφήσει κανείς εις βάρος του τήν πιό ελαφριά υπόνοια προσβολής. Γεμάτος προκλητικότητα μεταχειρίζεται τούς πάντες αφ υψηλού, μέ απόλυτη αυθάδεια καί υπεροψία. Οταν όμως πρέπει αυτός νά υπομείνει, έστω καί κάτι τό ελάχιστο, εξίσταται καί δυσαρεστείται υπερβολικά.

Ας επανέλθουμε όμως στό απόφθεγμα τών Γερόντων πού λέει Η φιλία δέν θά μπορούσε νά διαρκέσει έως τέλους σταθερή καί αδιάπτωτη, παρά μονάχα ανάμεσα σέ ανθρώπους πού έχουν τόν ίδιο βαθμό αρετής καί κοινό πνευματικό στόχο. Διαφορετικά, αργά ή γρήγορα, θά διαλυθεί αυτή η σχέση, όσο καί άν αγωνίζεται ο δυνατός νά διατηρήσει τήν υπομονή του.

Κεφάλαιο 25 Θεωρείται δυνατός αυτός πού δέν ανέχεται τόν αδύνατο;

ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Γιά ποιό λόγο όμως η υπομονή τού πνευματικά δυνατού είναι αξιέπαινη, τή στιγμή πού καί αυτός πολλές φορές, δέν μπορεί νά υπομένει μέχρι τέλους τόν αδύνατο αδελφό του;

Κεφάλαιο 26 Ο αδύνατος πνευματικά δέν ανέχεται πάντοτε νά τόν υπομένουν οι άλλοι.

ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ Δέν είπα καθόλου ότι η αρετή ή ότι η υπομονή τού πνευματικά δυνατού πρέπει νά ξεπεράσει τά όρια. Επεσήμανα ,αντίθετα, ότι οι άσχημες διαθέσεις τού αδύνατου αυξάνονται καί χειροτερεύουν από τήν υπομονή τού άλλου. Καί μάλιστα μέχρι τού σημείου πού νά μήν μπορεί πιά κανείς νά τόν αντέξει. Γιατί τελικά,ένας τέτοιος άνθρωπος, ερμηνεύοντας τήν υπομονή τού αδελφού του ως σημάδι προσβολής καί ατίμωσης η οποία προκαλείται βέβαια, από τή δική του ανυπομονησία καί μόνο θά προτιμήσει νά απομακρυνθεί. Κι αυτό, γιατί ο αδύνατος δέν θά αντέξει τελικά νά βλέπει τόν άλλο, νά τού συμπεριφέρεται μέ τήν ίδια πάντα ανοχή καί υπομονή.

Οσοι λοιπόν θέλουν νά διατηρήσουν αδιάπτωτη τή φιλία τους, οφείλουν, καθώς νομίζω, νά εδραιώσουν τή σχέση τους στίς εξής βασικές αρχές Πρώτα πρώτα, όποιες κι άν είναι οι προσβολές πού δέχεται κανείς, θά πρέπει οπωσδήποτε νά διαφυλάξει τήν ειρήνη του, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά στό βάθος τής καρδιάς του. Θά πρέπει νά συγκρατείται κανείς καί νά τηρεί απόλυτη σιωπή, ακόμα καί άν νιώθει τήν ελάχιστη ταραχή, εφαρμόζοντας αυτό πού λέει ο Ψαλμωδός «Ταράχθηκα κι έμεινα σιωπηλός» (Ψαλμ. 76, 5) «είπα καί απεφάσισα νά προσέχω τή συμπεριφορά μου, ώστε νά μήν αμαρτάνω μέ τή γλώσσα μου. Εβαλα φραγμό στό στόμα μου, όσο ήταν μπροστά μου ο αμαρτωλός. Εγινα άφωνος καί μέ ταπείνωση πολλή τήρησα σιγή, ακόμα καί γιά καλά πράγματα» (Ψαλμ. 38, 2-3).

Δέν πρέπει επίσης νά στέκεται κανείς καί νά δίνει σημασία σ αυτό πού συμβαίνει εκείνη τή στιγμή, ούτε νά ξεστομίζει ό,τι τού φέρνει στά χείλη του ο παροξυσμός τού θυμού του καί ό,τι τού υπαγορεύει η εξοργισμένη καρδιά του. Αντίθετα μάλιστα, θά πρέπει νά ξαναφέρει στή μνήμη του τή χάρη τής αγάπης πού εύφραινε, πρίν από τόν παροξυσμό, τήν ψυχή τους ή νά στρέψει τά βλέμματά του πρός τό μέλλον. Εκεί νά οραματισθεί τήν ειρήνη πού θά απολαύσουν καί πάλι καί τή ζωντανή φιλία πού θά ξαναζήσουν καί θά ξαναχαρούν όπως τότε, πρίν δηλαδή από τόν πειρασμό. Νά μή χάσει κανείς αυτό τό όραμα ακόμα καί τήν ώρα πού νιώθει ταραγμένος, αλλά νά σκέπτεται ότι η ειρήνη καί η ομόνοια θά ξανάρθουν πολύ σύντομα.

Αν λοιπόν έτσι προετοιμάζει κανείς τόν εαυτό του τόν καιρό τού πειρασμού, τότε προγεύεται τή γλυκύτητα τής αγάπης πού σύντομα θά βασιλεύσει καί πάλι στήν καρδιά του καί δέν νιώθει καθόλου τήν πίκρα τής διαμάχης. Γι αυτό θά προτιμήσει νά μιλήσει στόν αδελφό του κατά τέτοιο τρόπο, πού αργότερα νά μή νιώσει ενοχή γιά τή συμπεριφορά του, ούτε νά φέρει τόν αδελφό στή θέση νά τού καταλογίσει συμμετοχή καί ευθύνη γιά ό,τι συνέβη μεταξύ τους. Θά εφαρμόσει έτσι τό λόγο τού Προφήτη πού λέει «Οταν ταραχθεί η ψυχή μου από οργή, ελέησέ με, Κύριε» (Αββ. 3, 2)

Κεφάλαιο 27 Πώς θά συγκρατήσουμε τό θυμό.

Πρέπει λοιπόν, νά συγκρατείται κανείς τή στιγμή πού νιώθει τό θυμό νά ταράζει τήν ψυχή του καί, μέ τή βοήθεια τής διάκρισης, νά αυτοκυριαρχείται, ανησυχώντας μήπως καί παραφερθεί καί πέσει ξαφνικά σ αυτό πού ο σοφός Σολομώντας καταδικάζει λέγοντας «Ο ανόητος εξωτερικεύει όλο τό θυμό του, ο συνετός όμως άνθρωπος τόν περιορίζει καί συγκρατείται» (Παροιμ. 29, 11). Πράγμα πού σημαίνει ότι ο ανόητος καίγεται γιά εκδίκηση τήν ώρα πού είναι οργισμένος, αλλά ο σοφός μετριάζει τήν αντίδρασή του καί σιγάσιγά τήν εξαφανίζει μέ τήν φρόνηση καί τή μετριοπάθειά του.

Αυτό επίσης εννοεί καί ο Απόστολος όταν λέει «Μή ζητάτε νά εκδικείσθε οι ίδιοι τόν άλλο, αδελφοί, αλλά αφήστε ελεύθερο τόν τόπο γιά νά ενεργήσει η δίκαιη οργή τού Θεού» (Ρωμ. 12, 19). Νά μήν επιδιώκετε δηλαδή τήν εκδίκηση τήν ώρα πού βρισκόσαστε κάτω από τήν τυφλή υποκίνηση τού πάθους, αλλά νά δίνετε τόπο στήν οργή. Νά μήν αφήνετε νά σφιχτούν οι καρδιές σας από τή στενότητα τής οργής καί τής μικροψυχίας, ώστε νά ατονήσουν μέχρι τού σημείου πού νά μήν μπορούν νά συγκρατήσουν τή σφοδρή καταιγίδα καί τό ξέσπασμα τού πάθους. Πλατύνετε τήν καρδιά σας καί δεχθείτε τήν επίθεση τού αδελφού μέσα στήν ευρυχωρία τής αγάπης, η οποία «όλα τά σκεπάζει, σέ όλα δείχνει υπομονή» (Α Κορ. 13, 7). Ετσι, ζώντας τόν πλατυσμό τής μεγαλοψυχίας καί τής υπομονής, θά οδεύσετε πρός τά σωστικά μονοπάτια τής σύνεσης, απ όπου η οργή θά βρεί διέξοδο, θά σκορπισθεί καί πολύ σύντομα θά διαλυθεί.

Δίνουμε, γιά παράδειγμα τόπο στήν οργή κάθε φορά πού σκύβουμε μπροστά στήν ταραχή τού αδελφού μας μέ ταπεινή καί ήρεμη ψυχή. Θεωρούμε δηλαδή τούς εαυτούς μας άξιους γιά όλες τίς προσβολές καί έτσι υποχωρούμε μπροστά στό οργισμένο ξέσπασμα τού αδελφού μας.

Υπάρχουν όμως μερικοί πού παρερμηνεύουν τήν εντολή τού Αποστόλου. Τό νά δώσουμε τόπο στήν οργή κατά τή γνώμη τους, σημαίνει τό ότι πρέπει νά απομακρυνθούμε από τόν συγκεκριμένο αδελφό, επειδή αυτός είναι θυμώδης καί εύκολα εξοργίζεται. Αλλά νομίζω ότι, κάνοντας έτσι, όχι μόνο δέν εξαλείφουμε τήν εστία τών διενέξεων, αλλά καί τή συντηρούμε.

Θά πρέπει μέ τή δική μας ταπείνωση νά νικήσουμε τήν οργή τού πλησίον μας, τή στιγμή ακριβώς πού αυτή εκδηλώνεται. Γιατί η φυγή μας προκαλεί μάλλον τόν παροργισμό στόν αδελφό παρά τόν αποδιώχνει.

Κάτι παρόμοιο λέει καί ο σοφός Σολομώντας «Η ψυχή σου», λέει, «νά μήν φουντώνει εύκολα από τό θυμό, γιατί ο θυμός, σάν τό φίδι, φωλιάζει μέσα στόν κόρφο τού ανόητου» (Εκκλ. 7, 9). Καί αλλού πάλι λέει «Μή δημιουργείς εύκολα καυγάδες, γιατί θά μετανοήσεις αργότερα» (Παροιμ. 25, 8).

Μέ τό νά αποδοκιμάζει ο σοφός Σολομώντας τίς διαμάχες καί τά άμεσα ξεσπάσματα τού θυμού, δέν σημαίνει ταυτόχρονα ότι τά επιτρέπει καί τά επιδοκιμάζει, άν τό πάθος εκδηλωθεί αργότερα. Αυτή τήν έννοια έχει καί τό χωρίο πού λέει «Ο ανόητος αφήνει τό θυμό του νά εκδηλωθεί αμέσως, ενώ ο συνετός άνθρωπος συγκρατεί τήν οργή του, γιατί αυτή τόν εξευτελίζει» (Παροιμ. 12, 16). Μέ τό νά λέει βέβαια ο σοφός Σολομώντας ότι ο σώφρονας άνθρωπος οφείλει νά τιθασσεύει τό ατιμωτικό πάθος τού θυμού καί νά μήν ξεσπάει εκείνη τή στιγμή, δέν σημαίνει ασφαλώς ότι τού επιτρέπεται νά τόν εκδηλώσει αργότερα. Θέλει, αντίθετα, νά πεί ότι, άν κάποια φορά κυριευθεί κανείς από τό θυμό, εξαιτίας τής ανθρώπινης αδυναμίας, θά πρέπει νά συγκρατείται καί νά μήν εκδηλώνει τό πάθος του. Ετσι, καλυμμένος μέ σύνεση τήν ώρα τού παροξυσμού, θά κατευνάσει τό θυμό του καί σιγά-σιγά θά τόν σβήσει τελείως. Γιατί, πράγματι, τέτοια είναι η φύση αυτού τού πάθους. Οταν δέν εκδηλώνεται, ατονεί καί σβήνει. Οταν όμως εκδηλωθεί, τότε αυτό φουντώνει όλο καί περισσότερο.

Πρέπει λοιπόν νά ανοίξει διάπλατα η καρδιά μας καί νά πλατυνθεί απέραντα. Γιατί διαφορετικά, σφιγμένη καί στενεμένη από τή μικροψυχία, θά φουντώσει καί θά ξεχειλίσει, από τίς φλόγες τού θυμού. Καί έτσι, μέσα σέ μιά στενή καρδιά, δέν θά υπάρξει καθόλου χώρος, γιά νά κλείσει κανείς τή Θεία εντολή τής αγάπης πού είναι αιώνια, ούτε θά μπορέσει πλέον νά ξαναπεί μαζί μέ τόν Προφήτη «Εσπευσα νά εκτελέσω τίς εντολές σου, όταν έκανες τήν καρδιά μου ευρύχωρη καί πλατιά» (Ψαλμ. 118, 32).

Η μεγαλοψυχία είναι σοφία. Η Αγία Γραφή τό λέει ξεκάθαρα«Ο άνθρωπος πού δέν θυμώνει εύκολα, είναι πολύ συνετός, όποιος όμως είναι δειλός καί ευέξαπτος, είναι υπερβολικά ανόητος» (Παροιμ. 14, 29). Κι αλλού πάλι αναφέρεται σ εκείνον πού τιμήθηκε μέ τό χάρισμα τής σύνεσης καί λέει «Εδωσε ο Θεός πολλή σοφία καί σύνεση στόν Σολομώντα καί καρδιά πλατιά κι απέραντη, σάν τήν αμμουδιά τής θάλασσας» (Γ Βασ. 5, 5).

Κεφάλαιο 28 Η φιλία πού βασίζεται μόνο σέ αμοιβαίες υποσχέσεις δέν διαρκεί πολύ.

Υπάρχει όμως καί κάτι ακόμη πού συναντούμε συχνά καί πού η πείρα μάς τό έχει διδάξει. Αυτοί πού θεμελίωσαν τή φιλία τους πάνω σ έναν όρκο, δέν μπόρεσαν τελικά νά διατηρήσουν ζωντανή τήν αγάπη καί τήν ομόνοια. Κι αυτό, γιατί δέν έκτισαν τή σχέση τους πάνω στόν πόθο καί στόν αγώνα γιά τόν αγιασμό τους, ούτε τή δρομολόγησαν υπακούοντας στήν αποστολική εντολή τής αγάπης. Η φιλία καί η αγάπη τέτοιων ανθρώπων υπαγορεύεται συχνά από ένα γήινο συναίσθημα ή από μιά ανάγκη συντροφικότητας ή ακόμα απλά καί μόνο από διάθεση νά τηρήσουν τήν υπόσχεση πού είχε δώσει ο ένας στόν άλλο. Στή διακοπή βέβαια, ενός τέτοιου δεσμού αγάπης καί φιλίας, συντελεί καί η εμπλοκή τού Πονηρού. Ο Εχθρός πειράζει τούς ανθρώπους έτσι, ώστε νά πικρανθούν μεταξύ τους καί νά παραβούν τήν υπόσχεση τής φιλίας πού είχαν δώσει ο ένας στόν άλλο.

Βλέπουμε λοιπόν ξεκάθαρα, πόσο δίκιο είχαν οι σοφοί αυτοί καί συνετοί Γέροντες, οι οποίοι είπαν ότι η αληθινή ομόνοια καί η άρρηκτη φιλία δέν μπορεί νά κρατηθεί, παρά μονάχα μεταξύ τών ανθρώπων πού ζούν αγιασμένη ζωή καί πορεύονται πρός ένα κοινό στόχο καί πρός κάποιο άγιο σκοπό.

ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ Αυτά μάς είπε ο σεβάσμιος Γέροντας Ιωσήφ πάνω στό θέμα τής φιλίας. Μάς άναψε έτσι μιά πιό ζωηρή φλόγα κι έναν βαθύτερο πόθο, ώστε νά αγωνισθούμε ταπεινά, γιά νά διατηρήσουμε ισόβια τήν αγάπη πού μάς ένωνε μέ τά δεσμά τής πνευματικής φιλίας.

Από τό βιβλίο:

ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Συνομιλίες μέ τούς Πατέρες τής ερήμου

Α ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΙΩΣΗΦ