Γαλάτσι: Το περιστατικό που εκτυλίχθηκε στα σκαλιά του Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα στο Γαλάτσι δεν είναι απλώς ένα «ατυχές γεγονός» ούτε ένα ακόμη στιγμιότυπο αστικής υπερβολής.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης – ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Είναι ένα βαθύ θεσμικό και αξιακό ολίσθημα, που αποκαλύπτει πόσο εύκολα, το 2025, ο σεβασμός στον ιερό χώρο μπορεί να θυσιαστεί στο όνομα μιας δήθεν πολιτιστικής δράσης. Και εδώ οι ευθύνες δεν είναι αφηρημένες· έχουν ονόματα, ρόλους και αρμοδιότητες.
Στον Δήμος Αθηναίων αποδίδεται η διοργάνωση του street party που, σύμφωνα με δελτία Τύπου και αναρτήσεις, παρουσιαζόταν ως δράση «ανάδειξης της γειτονιάς». Στην πράξη, όμως, η «γειτονιά» μετακινήθηκε λίγα μέτρα πιο πάνω, ακριβώς μπροστά στην είσοδο του ναού. Εκεί στήθηκε κονσόλα DJ, εκεί άναψαν φωτορυθμικά, εκεί χόρευε πλήθος κόσμου, σε ένα σκηνικό που μόνο ως rave μπορεί να περιγραφεί. Όχι σε μια πλατεία, όχι σε έναν ουδέτερο δημόσιο χώρο, αλλά στα σκαλιά ενός ιερού ναού.

Εκατοντάδες διαμαρτυρίες και μια κοινωνία που δεν αντέχει άλλο
Στο vimaorthodoxias.gr έφτασαν εκατοντάδες μηνύματα αγανάκτησης. Πιστοί, οικογενειάρχες, άνθρωποι κάθε ηλικίας, δεν μιλούν για «πουριτανισμό» ή «μισαλλοδοξία». Μιλούν για προσβολή. Μιλούν για βεβήλωση. Μιλούν για το αίσθημα ότι ο ναός – ο οίκος του Θεού – αντιμετωπίστηκε ως διακοσμητικό φόντο, ως instagramικό καρέ, ως σκηνικό για stories με λεζάντες τύπου «divine vibes» και «holy party».
Ας είμαστε ειλικρινείς: αν κάτι αντίστοιχο συνέβαινε μπροστά σε τζαμί ή σε συναγωγή, θα είχε ξεσπάσει θύελλα αντιδράσεων, διεθνείς καταδίκες και άμεσες παραιτήσεις. Όταν, όμως, πρόκειται για ορθόδοξο ναό, κάποιοι θεωρούν ότι «δεν τρέχει και τίποτα». Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία δεν είναι απλώς υποκρισία· είναι πρόβλημα δημοκρατίας και ισονομίας.
Ποιος έδωσε άδεια – και ποιος έκανε πως δεν είδε;
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιος επέτρεψε να στηθεί τέτοια εκδήλωση στα σκαλιά του ναού; Υπήρξε άδεια; Υπήρξε συνεννόηση με την ενορία; Και αν δεν υπήρξε, γιατί δεν παρενέβη κανείς εγκαίρως; Δεν μιλάμε για μια αυθόρμητη συγκέντρωση νεολαίας, αλλά για οργανωμένη δράσημε χρηματοδότηση, πρόγραμμα και δημόσια προβολή.
Ο Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέα Γαλατσίου δεν είναι απλώς ένα κτίριο. Είναι τόπος λατρείας, προσευχής, μνήμης και πόνου για εκατοντάδες οικογένειες. Εκεί βαπτίζονται παιδιά, εκεί τελούνται γάμοι, εκεί αποχαιρετούνται άνθρωποι. Η μετατροπή του περιβάλλοντος χώρου σε «πίστα» δεν είναι αθώα αστοχία· είναι προσβολή με ισχυρό συμβολισμό.

Οίκος προσευχής ή οίκος εμπορίου;
Η ευαγγελική φράση «ο οίκος μου οίκος προσευχής κληθήσεται» επιστρέφει με οδυνηρό τρόπο. Όταν η Εκκλησία – έστω και άθελά της – μετατρέπεται σε σκηνικό διασκέδασης, τότε γεννάται εύλογα το ερώτημα: πού μπαίνει το όριο; Σήμερα rave στα σκαλιά, αύριο τι; Εμπορικά events στον νάρθηκα; Πολιτικές φιέστες μπροστά στην Αγία Τράπεζα;
Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη. Δεν ζητείται καταγγελτικός λόγος για τις εντυπώσεις, αλλά σαφής θεσμική τοποθέτηση. Ο σεβασμός στον ιερό χώρο δεν είναι διαπραγματεύσιμος και δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποιος διοργανώνει και με ποια χρηματοδότηση.
Η «κανονικοποίηση» της ασέβειας
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο το γεγονός, αλλά ο τρόπος που επιχειρείται να παρουσιαστεί ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό: «αστική κανονικότητα», «σύγχρονη πόλη», «πολιτιστική ζωντάνια». Όχι. Η ασέβεια δεν γίνεται πολιτισμός επειδή συνοδεύεται από μουσική και ευρωπαϊκά κονδύλια. Και η πρόοδος δεν μετριέται με το πόσο εύκολα καταργούμε τα όρια.
Το 2025, κανείς δεν ζητά να φιμωθεί η τέχνη ή να απαγορευτεί η διασκέδαση. Ζητείται, όμως, διάκριση. Ζητείται να καταλάβουμε ότι δεν είναι όλοι οι χώροι ίδιοι και δεν επιτρέπονται όλα παντού.
Και η Αρχιεπισκοπή Αθηνών τι λέει;
Προς το τέλος αυτής της υπόθεσης – που κάθε άλλο παρά έχει κλείσει – προκύπτει ένα ακόμη βαρύτερο ερώτημα: ποια είναι η θέση της Αρχιεπισκοπή Αθηνών;
Μέχρι αυτή την ώρα δεν έχει υπάρξει δημόσια ανακοίνωση ή σαφής τοποθέτηση για τα όσα συνέβησαν. Η σιωπή, όμως, δεν είναι ουδέτερη. Όταν εικόνες που προσβάλλουν το ιερό αίσθημα κάνουν τον γύρο του διαδικτύου και προκαλούν αγανάκτηση στο εκκλησιαστικό πλήρωμα, η απουσία λόγου βαραίνει θεσμικά.
Οι πιστοί ρωτούν – και δικαίως:
Ποιοι είχαν την ευθύνη εποπτείας του χώρου;
Ποιοι όφειλαν να παρέμβουν και δεν το έπραξαν;
Και, τελικά, ποιος έχει τον λόγο ώστε να διασφαλίσει ότι ο οίκος του Θεού δεν θα μετατρέπεται ξανά σε σκηνικό «εκδηλώσεων»;
Η ανοχή ή η αδράνεια σε τέτοια φαινόμενα προσβάλλει όχι μόνο τον ναό, αλλά και τον ίδιο τον θεσμό της Εκκλησίας στην πρωτεύουσα. Η κοινωνία και οι πιστοί αναμένουν καθαρές απαντήσεις και ευθύνες. Όχι αύριο. Τώρα. Γιατί αν αυτό περάσει χωρίς συνέπειες, τότε το μήνυμα είναι σαφές και επικίνδυνο: ότι ο ιερός χώρος χάνει την ιερότητά του. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο της Εκκλησίας. Είναι πρόβλημα ολόκληρης της κοινωνίας.




















