Η τελευταία ομιλία του Μακαριστού Μητροπολίτου Δράμας κυρού Παύλου

Στη Νάουσα την γενέτειρά του και στον πανηγυρικό Εσπερινό των Αγίων Νεομαρτύρων Ναουσαίων που τελέστηκε το απόγευμα του Σαββάτου στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου έμελλε να κάνει την τελευταία του ομιλία ο Μακαριστός Μητροπολίτης Δράμας Παύλος.

Διαβάστε παρακάτω την τελευταία ομιλία του Μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας κυρού Παύλου:

«Ο Κύριός μου καί ο Θεός μου» (Ιω. 20, 28).

Η μαρτυρία τού Θωμά γιά τήν ανάσταση τού Χριστού είναι σημαντική, διότι δέν είναι μαρτυρία ευπίστου ανθρώπου, αλλά δυσπίστου πού επέμενε, μέχρι νά τού δοθούν οι αποδείξεις πού ζητούσε.

Στήν πρόσκληση τού Κυρίου νά τόν ψηλαφήσει, ο Θωμάς έκθαμβος από τήν επανάληψη τών λόγων τής απιστίας πού είχε εκστομίσει, από τό θαύμα τής εισόδου τού Κυρίου στό σπίτι, από τήν θέα τών πληγών Του, δέν προχώρησε σέ ψηλάφηση, αλλά ενάρθρως ωμολόγησε «ο Κύριός μου καί ο Θεός μου».

Αυτή είναι η πίστη καί η ομολογία όσων πιστεύουν στόν Χριστό. Ότι είναι δικός μας όσο κανείς άλλος, αφού μάς δημιούργησε, ενανθρώπησε καί θυσιάσθηκε γιά μάς. Η καρδιά μας ανήκει σ αυτόν. Μακάριος ο Θωμάς, μακάριοι οι απόστολοι, διότι πίστευσαν στήν ανάσταση τού Χριστού, αφού είδαν τόν Χριστό. Μακαριώτεροι εμείς, διότι πιστεύουμε, ενώ δέν είδαμε τόν Χριστό.

Η ανάσταση τού Χριστού είναι τό θεμέλιο τής πίστεώς μας, γι αυτό ακριβώς πολεμήθηκε όσο κανένα άλλο γεγονός. Αλλά καί αποδεικνύεται, όσο κανένα άλλο ιστορικό γεγονός.

Αποδείξεις τής αναστάσεως είναι:

Ο κενός τάφος η αποστολή τού Αγίου Πνεύματος η μεταβολή τών αποστόλων καί τού Παύλου μέ τήν δύναμη καί τόν φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος (απλοϊκοί άνθρωποι -ιδιώτες- μίλησαν όλες τίς γλώσσες καί τίς διαλέκτους τού κόσμου καί κήρυξαν τό Ευαγγέλιο στήν οικουμένη) τά μαρτύρια αναριθμήτων μαρτύρων τής Εκκλησίας μέχρι σήμερα. Πώς άραγε εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ τών οποίων καί οι Ναουσαίοι μάρτυρες, θά μπορούσαν νά υπομείνουν μέ χαρά αφάνταστα καί φρικιαστικά μαρτύρια, άν ο Χριστός δέν είχε πράγματι αναστηθεί, δέν ήταν πράγματι Θεός, καί δέν τούς ενεδυνάμωνε;

Η νέκρωση τού θανάτου καί η καθαίρεση τού άδη είναι τά μεγάλα αγαθά τής αναστάσεως τού Κυρίου. Η ζωή τού χριστιανού είναι υπέροχη. Τό βλέπουμε στά ολόφωτα πρόσωπα τών αγίων τής πίστεώς μας. Ο χριστιανός, σύμφωνα μέ τούς λόγους τού Χριστού, από εδώ έχει γεύση τής αιωνίου ζωής «ο τόν λόγον μου ακούων καί πιστεύων τώ πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον». Δέν είπε ότι θά έχει στό μέλλον, αλλά ότι ήδη έχει ζωή αιώνια. Οι απόστολοι καί οι άγιοι αισθάνονταν έντονα μέσα τους τήν πνευματική ανάσταση καί τήν αιώνια ζωή, ώστε περιφρονούσαν τόν σωματικό θάνατο. Αυτή είναι η αποστολή τής Εκκλησίας, νά ενώσει όλους τούς πιστούς μέ τό πρόσωπο τού Θεανθρώπου Χριστού. Όλα τά άλλα είναι δευτερεύοντα.

Αυτό τονίζει καί ο μέγας Παύλος «Τίς ημάς χωρίσει από τής αγάπης τού Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;»[1]. Καί συνεχίζει λέγοντας ότι «σ όλα αυτά υπερισχύουμε οι πιστοί μέ τήν βοήθεια εκείνου, ο οποίος μάς αγάπησε».

Μέ τήν πίστη στήν ανάσταση τού Χριστού καί τήν Παύλεια ομολογία αγάπης στό πρόσωπο τού Θεανθρώπου, προσήλθαν στό μαρτύριο ατρόμως οι δισχίλιοι καί πλέον Ναουσαίοι, καί μάλιστα οι περισσότεροι από αυτούς στόν ιερόν αυτόν χώρο, όπως αναφέρει ο ανώνυμος Ναουσαίος χρονικογράφος: «όλο τό κιόσκι, περίπου 20 στρέμματα, μέ υπέρ τάς 10 πλατάνους, τόπος τερπνότατος, είχε μετασχηματισθή εις πανήγυριν κλαυθμώνος, εις ανθρωπομακελλείον». Οι Ναουσαίοι καυχώμεθα γιά τήν ωραιότητα τού τόπου αυτού. Ο σεπτότατος ποιμενάρχης μας, όμως, ανέδειξε τήν πνευματική διάσταση τού χώρου, τήν ιερότητά του, καί τόν ανεβίβασε σέ πνευματικό καί ιστορικό τοπόσημο μαρτυρίας τής πίστεώς μας. Τόν ευχαριστούμε γι αυτό, καί ταπεινώς επικαλούμαι τίς ευχές τών αγίων μαρτύρων νά τόν συνωδεύουν στό ιερό του έργο.

Οι άγιοι μάρτυρες πού σήμερα τιμούμε ενδυναμώνουν, αναζωογονούν, ανακαινίζουν τήν γερασμένη καί μαραμένη πίστη ημών τών τωρινών χριστιανών. Ο σύγχρονος γνωστικιστικός υλισμός είναι η νέα θρησκεία πού αντιπαλεύει τόν Χριστιανισμό. Δημιούργησε τήν «ψευδή συνείδηση» πού θέλει τήν ανθρώπινη ταυτότητα νά κατασκευάζεται τεχνητά, χωρίς καμμία αναφορά σέ ορισμένες αιώνιες αξίες. Αγνοεί ότι ο άνθρωπος είναι συνδυασμός τού υλικού καί τού πνευματικού. Η νέα ανθρωπολογία θεωρεί ότι πρέπει ο άνθρωπος όχι μόνο νά ελέγχει, αλλά καί νά δημιουργεί νέο άνθρωπο. Πλέον ο άνθρωπος επιλέγει τήν γέννηση, τόν έλεγχο τής γεννητικότητας, τήν οικογένεια, τήν διαχείριση τού θανάτου, καί φυσικά πρέπει νά κατέχει πρωταρχική θέση σέ όλες τίς φυσικές διαδικασίες πού προέρχονται από τόν Θεό. Ακολουθεί τήν φωνή πού ψιθύρισε στούς πρωτοπλάστους ο αντίδικος «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί, καί έσεσθε ως θεοί».

Γι αυτό, ό,τι στήν Καινή Διαθήκη αντιτίθεται στόν ορθολογισμό τού ανθρώπου πρέπει νά θεωρείται παραμύθι. Η διαδικασία αυτή οδηγεί, ανάλογα μέ τήν προτίμηση τού καθενός, σ έναν ιστορικό Χριστό, πού παρέμεινε στόν τάφο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί καί κηρύττει τήν βεβαιότητα τής αναστάσεως τού Χριστού, εξ ού καί οι πιστοί δέν κουράζονται τίς ημέρες αυτές νά ψάλλουν αμέτρητες φορές τό «Χριστός Ανέστη».

Οι άγιοι μάρτυρες ξερριζώνουν από τίς καρδιές τών χριστιανών κάθε απορία καί δισταγμό, αποδεικνύουν περίτρανα τήν αλήθεια τών δογμάτων τής Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού εδοξάσθησαν από τόν Θεό μέ θαυμαστά σημεία τής θείας Χάριτος. Οι άγιοι μάρτυρες είναι οι φύλακες τής Εκκλησίας τού Χριστού είναι τά ευωδιαστά άνθη τού παραδείσου. Είναι οι προστάτες, οι βοηθοί, τά καυχήματα τής Εκκλησίας, αλλά καί τής ηρωϊκής αυτής πόλεως. Αυτής τής πόλεως πού διεκρίθη μέν γιά τήν πρόσληψη κάθε συγχρόνου μέσου πού κατέκτησε ο άνθρωπος γιά τήν αναβάθμιση τού βιοτικού του επιπέδου, αλλά κατέστη δέ καί σύμβολο αγώνων, αφού αντιστάθηκε στόν πνευματικό εκφραγκισμό πού προβάλλει έντονα ως κυρίαρχο στοιχείο τού ανθρώπου τόν ορθολογισμό καί τόν ιστορικό Χριστό απογυμνωμένο από τήν θεότητά του, δηλαδή τόν σύγχρονο Αρειανισμό.

Τέτοιο ζωντανό παράδειγμα αντιστάσεως (μέχρι τήν δεκαετία τού 1990) ήσαν οι γυναίκες τής πόλεώς μας, πού αρνούνταν νά φορούν τά φράγκικα, όπως μέ περηφάνεια τόνιζαν. Στόλιζαν τούς δρόμους κάθε Κυριακή, όταν μετά τήν απόλυση τής Εκκλησίας παρήλαυναν στήν πόλη λιτανεύοντας τήν Ναουσαίϊκη αρχοντιά, αξιοπρέπεια καί παράδοση.

Θεωρώ ευτυχή τόν εαυτό μου, καθώς καί όσους πρόλαβαν αυτήν τήν εξαίσια εικόνα τών γυναικών μέ τίς πολύπτυχες φορεσιές καί τίς κάτασπρες ζουπούνες. Αντιμετώπιζαν ορθόδοξα, μέ λεβεντιά καί τόν επερχόμενο έσχατο εχθρό, τόν θάνατο. Θυμάμαι πώς είχαν έτοιμα τά νεκρικά ενδύματα καί τό κιτρινωπό υφαντό δαντελένιο σεντόνι πού θά έστρωναν στήν κάσα. Όσες δέ είχαν πάει καί στά Ιεροσόλυμα, στό χατζηλίκι κρατούσαν καί τό πιστοποιητικό τού προσκυνητού, γιά νά τό βάλουν στά χέρια τους κατά τό μεγάλο ταξίδι.

Αυτό είναι η ορθόδοξη κληρονομιά τής πόλης μας. Εάν πάτρια γιά άλλους είναι οι μύθοι καί οι φαντασίες, γιά μάς είναι οι παρακαταθήκες πού μάς κληροδότησαν οι μάρτυρες καί οι πρόγονοί μας.

«Τοιαύτη γάρ η φύσις τής Ναούσης, ως πάντων τών πρός τήν ζωήν αναγκαίων πάμφορος είναι καί μηδέν τών παρ ετέροις αγαθών αμοιρείν»[2], όπως θά έλεγε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Τό εύκρατο κλίμα διαπερνά τό έδαφος καί όσα αναφύονται από τό χώμα. Ακριβώς εδώ ξεπηδούν από τά έγκατα τής γής υδάτινα πολυθόρυβα ρεύματα, τό νερό, τό τόσο χρήσιμο καί αναγκαιότατο στοιχείο τής ζωής, «τό νηφάλιο καί φθηνό ποτό» όπως λένε οι πατέρες.

Γι αυτό οι κάτοικοι τής περιοχής έχουν από γεννησιμιού τους τό αγαθό τής υγείας, από τό οποίο δέν υπάρχει κάτι καλύτερο, όπως λένε.

Νά προσθέσω, βέβαια, ότι καί η γεύση καί η αφή χορταίνουν απολαυστικά από τά αγαθά πού υπάρχουν εδώ. Η πόλη χορηγεί τά εγχώρια αγαθά της σέ όλους. Στούς γεωργούς, στούς αμπελουργούς, στούς ξυλουργούς, στούς υφαντουργούς, στούς οινοποιούς, στούς εμπόρους, στούς χειρώνακτες, σέ όλους γενικώς.

Πέραν τών φυσικών καλλονών καί θελγήτρων, τών περικαλλών κτηρίων, τών εκπαιδευτηρίων καί οικιών, κοσμείται η πόλη μέ πολλούς ευκτηρίους οίκους. Ο μόνος διασωθείς εκ τής ολοκαυτώσεως τής πόλεως ναός τού Τιμίου Προδρόμου διηγείται τό μέγεθος τής καταστροφής. Οι ευσεβείς Ναουσαίοι παρά τήν εξολόθρευση, τήν κατάργηση τών προνομίων, τήν φτώχεια καί τά συνακόλουθά της, έσπευσαν ν ανεγείρουν ευκτηρίους οίκους.

Ευγενής πράγματι είναι η πόλη, καί οι οικιστές της αίρουν κύκλω τούς οφθαλμούς των καί βλέπουν τά ιερά της τεμένη νά τήν φρουρούν από βορρά καί νότο, από δύση καί ανατολή. Στήν κεφαλή της από τήν δυτική πλευρά στέκονται ακοίμητοι φρουροί της ο προφήτης Ηλίας, η έξω Υπαπαντή, ο Ταξιάρχης, τό μοναστήρι τού πολιούχου μας αγίου Θεοφάνη, η Αγία Τριάδα καί ο ερατεινός άγιος Νικόλαος. Από τά δεξιά της ο αη-Λιάς, η αγία Παρασκευή, τό κοινό αναπαυτήριο μέχρι τήν κοινή ανάσταση, ο άγιος Αθανάσιος, ο μικρός καί υδροχαρής άγιος Παντελεήμων. Από τήν αριστερή πλευρά ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο έξω Άγε Σωτήρας, η Ευαγγελίστρια μικρή καί μεγάλη καί η Αγία Τριάδα. Καί στά ανατολικά της η Παναγιοπούλα, ο πορτάρης της άγιος Γεώργιος, ο βιγλάτορας τού κάμπου, καί η Αγία Τριάδα τού νοσοκομείου.

Εάν αυτοί οι ευκτήριοι οίκοι φρουρούν τήν Νάουσά μας, τί νά πώ γιά τούς εντός τής πόλεως Ναούς, εξαίρετα δείγματα ευσεβείας, οικονομικής ευμαρείας καί ψυχικής αρχοντιάς τών Ναουσαίων; Τήν Μεταμόρφωση, τήν Παναγία, τόν Άγε Μηνά, τήν Υπαπαντή, τόν μικρό Πρόδρομο, τόν ταπεινό Άγε Θεοφάνη στά Γαλάκεια. Τόν ιστορικό Άγε Δημήτρη πού περισυνέλεξε καί παρηγόρησε τούς πρόσφυγες πού καθημαγμένοι εγκατεστάθησαν στήν πόλη εκατό χρόνια μετά τήν καταστροφή της. Πράγματι, η πόλη μας έχοντας βιώσει τήν ολοκαύτωσή της από τούς ίδιους δυνάστες, αγκάλιασε τούς ευγενεστάτους Ποντίους τής Τραπεζούντος, τής Αργυρουπόλεως, τής Κρώμνης καί άλλων περιοχών πού τήν επέλεξαν γιά κατοικητήριο, χωρίς ρατσισμό, υποτίμηση καί περιφρόνηση. Οι εξ Αργυρουπόλεως μέσα από τόν χαλασμό κόμισαν καί κειμήλια μεγάλης αξίας, πού δυστυχώς δέν παρέμειναν στήν πόλη.

Αξιοθαύμαστη είναι η πόλη αυτή γιά όσα κατώρθωσε καί γιά όσα προσέφερε στόν βωμό τής ελευθερίας. Από παντού λοιπόν η φύση, η αγάπη τών προγόνων μας γιά τό ωραίο, η εποπτεία τών αρχόντων μας, ερανίσθησαν κάθε αγαθό καί τό έκαναν κτήμα τής πόλης μας. Διαθέτει τόσα αγαθά, τέλεια κατασκευή, απολαμβάνει τήν θέση της, τήν αρμονία τών εποχών, καί κοσμείται επιπλέον από τό παρελθόν της. Η ανδρεία τών πολιτών της αντιμάχησε μέ δεινό καί φοβερό στράτευμα, καί ολοκαυτώθηκε χάριν τής ελευθερίας προσφέροντας στήν Εκκλησία καί στό Γένος υπερδισχιλίους μάρτυρες, τούς οποίους σήμερα τιμούμε.

Πρός αυτούς απευθύνομαι εκζητώντας τίς πρός Κύριον πρεσβείες τους μέ τό στόμα τού αδελφού τού Μεγάλου Βασιλείου, τού επισκόπου Νύσσης Γρηγορίου, ώστε νά παραδειγματισθούμε από τήν πίστη τών αυταδέλφων γιά τήν παρρησία τών εν ουρανοίς αγίων: «Άγιοι μάρτυρες, ελάτε κοντά μας, όπου κι άν είστε, έφοροι τής εορτής μας. Αφήστε γιά λίγο τά ιερά σας έργα κι ελάτε ως φίλοι κοντά σ εκείνους πού σάς υμνούν. Όσους είχατε τότε θεατές τών μαρτυρίων σας, τόσους έχετε υπηρέτες νά σάς προσφέρουν τιμές. Έχουμε ανάγκη από πολλές ευεργεσίες. Γίνετε πρεσβευτές τής πατρίδος σας πρός τόν κοινό Βασιλέα μας. Υποψιαζόμαστε πώς μάς περιμένουν θλίψεις, προσδοκούμε κινδύνους. Υπερασπισθήτε μας ως στρατιώτες τού Χριστού. Άν καί έχετε υπερβεί τόν βίον αυτόν, γνωρίζετε ωστόσο τά πάθη καί τίς ανάγκες τών ανθρώπων. Χρησιμοποιήστε τήν παρρησία σας γιά χάρη τών ομοδούλων σας, διότι οι ευχές σας σβήνουν τίς αμαρτίες μας, καί στηρίξτε μας στήν πίστη στόν Χριστό, ώστε νά παραμείνουμε μέχρι τό τέλος μέσα στό γόνιμο χωράφι τής πίστεως, καρποφορώντας πάντοτε τήν αιώνια ζωή μέ τήν δύναμη τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στόν οποίο μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Άγιον Πνεύμα ανήκει η δόξα καί η δύναμη καί η τιμή νύν καί αεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων». ΑΜΗΝ.