ΕΕ–Τουρκία: Η συζήτηση για το αν η Τουρκία είναι «εύκολος σύμμαχος» της Ευρώπης επιστρέφει με ένταση, τη στιγμή που η Αθήνα κρατά ανοιχτά κανάλια με την Άγκυρα, αλλά παρακολουθεί στενά και τις κινήσεις της Ουάσιγκτον.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Στο φόντο, η Ε.Ε. δείχνει να αναζητά γρήγορες λύσεις στο νέο περιβάλλον ασφαλείας, ενώ η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία για αναβάθμιση ρόλου και οικονομικών ανταλλαγμάτων, χωρίς αντίστοιχες δεσμεύσεις.
Από τη μία, η ελληνική διπλωματία μέσω του ΥΠΕΞ παρακολουθεί την «ευρωτουρκική» ατζέντα που άνοιξε ξανά μετά την επίσκεψη της Επιτρόπου Διεύρυνσης στην Άγκυρα και τις συνομιλίες με τον Χακάν Φιντάν. Από την άλλη, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφεται η προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανός ένας διάλογος που ακουμπά ταυτόχρονα οικονομία, ασφάλεια και μετανάστευση – αλλά σκοντάφτει διαρκώς στο κράτος δικαίου και, κυρίως, στο Κυπριακό.
Η Άγκυρα ζητά «πακέτο» και η Ε.Ε. δείχνει αμηχανία
Η επίσκεψη της Μάρτα Κος στην Άγκυρα επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία «καίγεται» για την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης και ευρύτερη οικονομική πρόσβαση, επιχειρώντας να τη συνδέσει με τη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης. Το πρόβλημα για τις Βρυξέλλες είναι πως κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού –με γενικές αναφορές σε «δημοκρατικά πρότυπα»– δεν σβήνει το βασικό εμπόδιο: η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, άρα η συζήτηση για «αναβάθμιση» παραμένει θεσμικά ναρκοθετημένη.
Και εδώ ακριβώς χτίζεται η «επικίνδυνη αυταπάτη» που περιγράφουν αρκετοί διπλωματικοί κύκλοι: η ιδέα ότι η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει ως «plug-and-play» σύμμαχος, όταν τα συμφέροντά της συχνά τρέχουν παράλληλα – όχι μαζί – με αυτά της Ε.Ε., από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Μέση Ανατολή.
Η Αθήνα: διάλογος, αλλά χωρίς λευκή επιταγή
Στο ελληνοτουρκικό πεδίο, το επόμενο κρίσιμο ορόσημο είναι η προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026 στην Άγκυρα, σύμφωνα με δημοσιεύματα που καταγράφουν το διπλωματικό ημερολόγιο των δύο πλευρών.
Η ελληνική γραμμή, όπως αποτυπώνεται σε δημόσιες τοποθετήσεις και παρασκηνιακές συνομιλίες, κινείται σε δύο επίπεδα:
• να κρατηθούν χαμηλά οι τόνοι σε μια περίοδο όπου οποιοδήποτε θερμό επεισόδιο θα τινάξει στον αέρα και τον ευρωπαϊκό διάλογο με την Τουρκία,
• να μην περάσει η λογική “δώστε στην Άγκυρα ανταλλάγματα για να είναι ήσυχη”, γιατί αυτό ιστορικά παράγει περισσότερες απαιτήσεις, όχι σταθερότητα.
Το «Peace Council» του Τραμπ και ο παράγοντας Ουάσιγκτον
Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να «στήσει» νέο σχήμα για τη Γάζα, ένα λεγόμενο “Peace Council/Board”, στο οποίο –σύμφωνα με διεθνείς αναφορές– κάλεσε τον Ερντογάν να συμμετάσχει ως συν-ιδρυτής.
Εδώ αξίζει προσοχή σε δύο σημεία που επισημαίνουν διεθνείς πηγές:
• Το μήνυμα της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα είναι ότι η Τουρκία μετρά ως “παίκτης”, άρα ζητά ρόλο.
• Το μήνυμα προς την Ευρώπη είναι ότι οι αμερικανικές πρωτοβουλίες θα τρέξουν, είτε προσαρμοστεί η Ε.Ε. είτε όχι.
Στον ευρωπαϊκό φακό, αυτό ενισχύει τον πειρασμό να «αγκαλιαστεί» η Τουρκία ως γέφυρα. Όμως το ερώτημα που μένει είναι: γέφυρα προς τα πού και με ποιους όρους;
Τι λένε τα διεθνή πρακτορεία και γιατί έχει σημασία
Στις πρώτες αναγνώσεις διεθνών πρακτορείων, η εικόνα είναι σαφής: η Τουρκία παζαρεύει ρόλο και πακέτο ανταλλαγμάτων, ενώ η Δύση αναζητά «εταίρους χαμηλού κόστους» για να κλείσει τρύπες ασφαλείας. Στο διεθνές ρεπορτάζ, τέτοιες κινήσεις αποτυπώνονται ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιάταξης ισορροπιών. Δείτε τη σχετική κάλυψη από Reuters, AP και AFP για το πώς διαβάζεται η τουρκοαμερικανική διάσταση και οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις.
Για την Αθήνα, η πρακτική συνέπεια είναι μία: ό,τι συζητείται στις Βρυξέλλες και στην Ουάσιγκτον μεταφράζεται σε πίεση πεδίου στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου τα «γκρίζα» σενάρια γεννιούνται από την ασάφεια και την ανοχή.
Το κρίσιμο στοίχημα της επόμενης εβδομάδας
Το ραντεβού της Άγκυρας στις 11/2 δεν είναι, από μόνο του, λύση. Είναι όμως τεστ:
• αν ο διάλογος μπορεί να παράγει χειροπιαστές δικλίδες αποκλιμάκωσης,
• και αν η Ελλάδα θα καταφέρει να περάσει στην Ε.Ε. το απλό μήνυμα ότι «στρατηγική σχέση» χωρίς όρους ισοδυναμεί με θεσμική αυτοπαγίδευση.
Εν τω μεταξύ, ιεράρχες της Κυπριακής και της Ελληνικής Εκκλησίας, αλλά και παράγοντες με γνώση των ισορροπιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σχολιάζοντας τις γεωπολιτικές αναταράξεις, τόνισαν στο βήμα του δημόσιου διαλόγου ότι «όταν το θεσμικό πλαίσιο χαλαρώνει, τότε οι αυθαιρεσίες βαφτίζονται ρεαλισμός»—μια φράση που συνοψίζει, με εκκλησιαστικούς όρους, το ίδιο δίλημμα που ζει σήμερα και η ευρωπαϊκή πολιτική.
Και μέσα σε όλα αυτά, ο ΟΗΕ παραμένει το τυπικό πλαίσιο αναφοράς για Γάζα και Κυπριακό, αλλά όχι απαραίτητα το κέντρο βάρους των αποφάσεων – κάτι που, για την Ελλάδα, σημαίνει ότι η επόμενη περίοδος θέλει καθαρούς κανόνες, όχι ευχές.




















