Αμερική: Αν κρίνει κανείς από τις ζωντανές ενοριακές μαρτυρίες και τα πρόσφατα δημοσιογραφικά αφιερώματα, η Ορθόδοξη Εκκλησία συγκαταλέγεται σήμερα στις λίγες θρησκευτικές κοινότητες που καταγράφουν ανάπτυξη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η αναζωπύρωση αυτή, που τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τους νεοεισερχομένους, αποτελεί πράγματι μια ευχάριστη έκπληξη, αλλά είναι ταυτόχρονα και δυνητική πρόκληση για μια Εκκλησία όπως αυτή, της «Αρχαίας Πίστεως», όπως αυτοπροσδιορίζεται. Κι ενώ όσοι την προσεγγίζουν στρέφονται προς αυτήν με ζήλο, τα μέλη που μεγάλωσαν στους κόλπους της δείχνουν, από γενιά σε γενιά, να απομακρύνονται από την Εκκλησία όλο και περισσότερο, στη μακρινή ετούτη γη.
Μαρτυρούν άραγε αυτές οι τάσεις μια επερχόμενη «κρίση» ταυτότητας για την Ορθοδοξία στην Αμερική; Ή μήπως αποτελούν ένδειξη ότι συναντώνται δύο ιστορικοί τρόποι έκφρασης της Ορθόδοξης πίστης στον Νέο Κόσμο; Αν στραφούμε στην πλούσια και πολυσχιδή παρουσία της Εκκλησίας στην Αμερική, θα διαπιστώσουμε ότι οι δύο αυτές κατευθύνσεις εκδηλώνονται σε κάθε επίπεδο της εκκλησιαστικής ζωής: από τους ιεράρχες έως τη νεολαία, και από τους μεγαλοπρεπείς καθεδρικούς ναούς έως τα ταπεινά παρεκκλήσια. Πράγματι, οι μεγάλες πνευματικές μορφές και οι άγιοι του Νέου Κόσμου μνημονεύονται κυρίως για την προσπάθειά τους να γεφυρώσουν, αλλά και να αντιταχθούν στις αντιλήψεις εκείνες που αντιδιαστέλλουν τον Χριστό με τον πολιτισμικό χαρακτήρα, την ιεραποστολική μαρτυρία με την εθνοτική ταυτότητα, και που τοποθετούν τα παραπάνω σε δύο διαμετρικά αντίθετες διαστάσεις.
Ιεραποστολική μαρτυρία και εθνοτική ταυτότητα
Μια μικρή ομάδα μοναχών – από την περίφημη Μονή Βάλααμ της ρωσικής Φινλανδίας οι περισσότεροι – αποβιβάστηκε για πρώτη φορά στις άγριες και απομακρυσμένες ακτές της Αλάσκας, κατά την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα. Έφθασαν εκεί ως ιεραπόστολοι, ακολουθώντας την επέκταση της ρωσικής αυτοκρατορίας στη νεοκατακτηθείσα αυτή περιοχή, όπου είχε αναπτυχθεί ένα αδηφάγο εμπόριο γούνας, βασισμένο στην εκμετάλλευση της εργασίας των αυτόχθονων πληθυσμών. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια ιεραποστολικής δράσης, 12.000 γηγενείς της Αλάσκας είχαν γίνει δεκτοί στην Ορθόδοξη Εκκλησία. [1] Ο τελευταίος επιζών από την αρχική ιεραποστολική ομάδα του 1794, ένας απλός μοναχός ονόματι Έρμαν, εγκαταστάθηκε τελικά ως ερημίτης στο νησί Σπρους. Για σχεδόν σαράντα χρόνια, το κελλί που ο ίδιος είχε σκάψει με τα χέρια του αποτελούσε στην Αμερική ένα πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας. Τόσο οι Ρώσοι όσο και οι αυτόχθονες προσέτρεχαν στον Άγιο Έρμαν (+1837) επειδή τον θεωρούσαν σοφό διδάσκαλο, υπερασπιστή των αδυνάτων και αληθινό θαυματουργό.
Λίγες δεκαετίες αργότερα, ένας χαρισματικός νέος ιερέας έφθασε στην Αλάσκα, ο π. Ιωάννης Βενιαμίνωφ (+1879), ο οποίος και καταπιάστηκε επί χρόνια με ένα πρωτοποριακό έργο: τη μετάφραση των λειτουργικών και κατηχητικών κειμένων στην αλεουτική γλώσσα. Αργότερα, ως επίσκοπος της περιοχής και κατόπιν Μητροπολίτης Μόσχας —πλέον με το όνομα Ιννοκέντιος— υπερασπίστηκε με σθένος τα δικαιώματα των αυτόχθονων πληθυσμών, προώθησε την εκπαίδευση κληρικών που είχαν γεννηθεί στην Αμερική και ήταν αγγλόφωνες, και έλαβε την καθοριστική απόφαση να μεταφέρει την έδρα της Ρωσικής Ιεραποστολής στην ταχέως αναπτυσσόμενη πόλη του Σαν Φρανσίσκο, ύστερα από την πώληση της Αλάσκας στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1867. [2] Μαζί με τους Αγίους Έρμαν και Ιννοκέντιο, συγκαταλέγονται δικαίως στους «Αποστόλους της Αμερικής» και πολλοί άλλοι, συχνά ανώνυμοι εργάτες της πίστης.
Ακόμη και στον 20ό αιώνα, κάποιοι οραματιστές ιεράρχες, όπως ο Αρχιεπίσκοπος Τύχων (+1925, επικεφαλής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική κατά τα έτη 1898–1907), αντιμετώπισαν την παρουσία της Ορθοδοξίας στην Αμερική ως έργο αποστολικό. Στην έκθεσή του προς την Ιερά Σύνοδο της Μόσχας το 1902, ο Αρχιεπίσκοπος Τύχων είχε τονίσει την επιτακτική ανάγκη να γνωρίσει ο αμερικανικός λαός την Ορθόδοξη πίστη, μέσα από την ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δομών διακονίας και κοινωνικής μέριμνας:
«Με την ίδρυση μιας ανεξάρτητης εκκλησιαστικής έδρας στη Βόρεια Αμερική επιδιώξαμε, μεταξύ άλλων, να γνωρίσει ο ετερόδοξος κόσμος την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε ποιο βαθμό έχει επιτευχθεί αυτός ο σκοπός; Τι γίνεται προς αυτή την κατεύθυνση; Πολύ λίγα, μέχρι στιγμής». [3]
Στα πρώτα της βήματα στην Αμερική, η Ορθοδοξία κινήθηκε σε μια δυναμική οικεία με την εμπειρία της μετανάστευσης. Η ποιμαντική μέριμνα για τους νεοφώτιστους απαιτούσε, σε μεγάλο βαθμό, τις ίδιες δεξιότητες και τις ίδιες δομές με εκείνες που ήταν αναγκαίες για την οργάνωση, τη στήριξη και την ένταξη των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, Σλάβων, Αράβων, Αλβανών και Ρουμάνων, που κατέφθασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το άνοιγμα του Ellis Island το 1892.
Ενδεικτικά, περίπου 600.000 Έλληνες εισήλθαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ των ετών 1891 και 1922· ο αριθμός των μόνιμων ελληνορθόδοξων ενοριών αυξήθηκε από μία (Αγία Τριάδα, Νέα Ορλεάνη) σε σχεδόν 140, διασπαρμένες σε ολόκληρη τη χώρα, ενορίες. [4] Σε γενικές γραμμές, το ίδιο ίσχυε και για τις άλλες ομάδες των Ορθόδοξων μεταναστών, οι οποίοι στηρίζονταν στις ενοριακές τους κοινότητες και για τη διατήρηση των πολιτιστικών τους παραδόσεων, της γλώσσας και των δεσμών με τις πατρίδες τους.
Μια μεταβολή στη μεταναστευτική νομοθεσία, το 1924, περιόρισε δραστικά τον ετήσιο αριθμό εκείνων που ήταν επιτρεπτό να μεταναστεύσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες από τις παραδοσιακά Ορθόδοξες χώρες. Κι ενώ πολλοί από τους πρώτους Ορθοδόξους μετανάστες είχαν αρχικά σκοπό να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, η αλλαγή αυτή κατέστησε σαφές ότι η παραμονή τους στην Αμερική θα ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, μόνιμη. Στο νέο αυτό πλαίσιο, συγκροτήθηκαν σταδιακά, κατά τις επόμενες δεκαετίες, οι πρώτες εθνοτικές εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες στην αμερικανική ήπειρο.
Παρά την Κανονική αυτή ιδιομορφία, οι εθνοτικές δικαιοδοσίες λειτούργησαν τόσο ως μοχλός ανάπτυξης όσο και ως παράγοντας περιορισμού της Ορθόδοξης παρουσίας στον Νέο Κόσμο. Εμβληματικές μορφές της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, όπως ο Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας (1930–1948) και ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος (1959–1995), συνέβαλαν καθοριστικά στην καθιέρωση της Ορθοδοξίας ως μίας «τέταρτης μεγάλης θρησκείας» στην Αμερική που αποτελούσε παράλληλα και μια έκφραση ζωντανής συνέχειας του ελληνισμού. Την ίδια ώρα, άλλες εκκλησιαστικές μορφές, όπως ο Μητροπολίτης Φίλιππος (1966–2014) της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αντιοχείας στη Βόρεια Αμερική, εργάστηκαν για την ενότητα των επιμέρους δικαιοδοσιών και για την καλλιέργεια μιας κατεξοχήν αμερικανικής φυσιογνωμίας της Ορθοδοξίας. Αν οι πρώτοι προσέδωσαν κύρος και δημόσια προβολή στην Εκκλησία, οι δεύτεροι προσέλκυσαν κυρίως ανθρώπους —ανάμεσά τους και χιλιάδες προσήλυτους από τον χώρο των «Ευαγγελικών Ορθοδόξων» κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990.
Η ορθόδοξη μετανάστευση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες επιβραδύνθηκε μετά το 1924, χωρίς όμως να εκλείψει ποτέ πλήρως. Νέα κύματα Ελλήνων κατέφθασαν, κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, στον απόηχο της πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πρόσφυγες που διέφευγαν από την κατάρρευση του κομμουνισμού και τις εμφύλιες συγκρούσεις που ακολούθησαν, έφθασαν στην Αμερική υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Νέες ομάδες Ορθοδόξων μεταναστών έχουν φθάσει έκτοτε και συνεχίζουν να φθάνουν εδώ, στον απόηχο των συγκρούσεων στη Γιουγκοσλαβία, στον Καύκασο, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή. Η αναφορά στον ιεραποστολικό χαρακτήρα της Ορθοδοξίας στην Αμερική πριν από την εδραίωση της μεταναστευτικής της παρουσίας δεν σημαίνει ότι αυτός ατόνησε με την εμφάνιση της δεύτερης. Η ίδια η ζωή και η διακονία του Μητροπολίτου Δημητρίου (+2011) της Νοτίου Επαρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική (Orthodox Church in America) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ιεραποστολικής προσέγγισης προς τους ισπανόφωνους πληθυσμούς της Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Μέχρι σήμερα, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής στηρίζει μια ακμάζουσα «Αποστολική Διακονία προς την Αφρικανική Διασπορά στην αμερικανική ήπειρο, τις Δυτικές Ινδίες και την Καραϊβική». Παράλληλα, οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν, τις τελευταίες δεκαετίες, μια αφετηρία ιεραποστολικής δράσης της Ορθοδοξίας. Πανορθόδοξοι οργανισμοί, όπως το Orthodox Christian Mission Center, συγκεντρώνουν πιστούς —εξ ανατροφής αλλά και προσελθόντες— από ολόκληρη τη χώρα, ώστε να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες της παγκόσμιας Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Αναδρομή στο παρελθόν, πορεία προς το μέλλον
Από αυτή τη αναγκαστικά σύντομη επισκόπηση των δύο βασικών τρόπων με τους οποίους αναπτύχθηκε η Ορθοδοξία στην Αμερική, ποια διδάγματα μπορούμε να αντλήσουμε σήμερα για να διασφαλίσουμε ένα στέρεο μέλλον για την Εκκλησία στη χώρα αυτή;
Το πλέον προφανές και ουσιώδες είναι ότι καμία από τις δύο αυτές κατευθύνσεις δεν ευδοκιμεί όταν λειτουργεί αποκομμένα από την άλλη. Η λεγόμενη «κρίση» των ημερών μας καταδεικνύει ακριβώς την ανάγκη να συνδυαστούν οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις της εκκλησιαστικής ζωής. Ας δούμε, λοιπόν, πώς θα απαντούσαμε, ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, στα ακόλουθα ερωτήματα:
Πώς γίνεται μια «μεταναστευτική πίστη» να προσελκύει προσήλυτους σε μια χώρα όπου το πολιτικό κλίμα και η ηγεσία στέκονται επιφυλακτικά, αν όχι και εχθρικά, απέναντι στη μετανάστευση;
Πώς εξηγείται το γεγονός ότι μια Εκκλησία, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν από πολλούς κλειστή και εσωστρεφής, να λειτουργεί σήμερα ως ένα ανοιχτό πνευματικό καταφύγιο για ανθρώπους απογοητευμένους από τη σύγχρονη εκκοσμικευμένη πραγματικότητα;
Γιατί, τέλος, αυτοί που λαμβάνουν μια Ορθόδοξη ανατροφή σε αυτή τη χώρα καταλήγουν τόσο συχνά να απομακρύνονται από την Εκκλησία;
Τα ερωτήματα αυτά μας οδηγούν πίσω σε μια εποχή, κατά την οποία η ιεραποστολική και η μεταναστευτική εμπειρία της Ορθοδοξίας στην Αμερική δεν είχαν ακόμη απομακρυνθεί η μία από την άλλη. Μας καλούν, έτσι, να θέσουμε ένα καίριο ερώτημα: πώς θα ήταν μια Εκκλησία που θα συνέθετε και τις δύο αυτές διαστάσεις;
Οι πρώτες ενορίες στις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες είχαν, από ανάγκη, πανορθόδοξο χαρακτήρα. Αν και οι πληροφορίες που διαθέτουμε είναι περιορισμένες, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι, για αυτές τις πρώτες μεταναστευτικές κοινότητες, η εθνοτική καταγωγή, παρότι σημαντική, δεν αποτελούσε τον κύριο προσδιοριστικό παράγοντα της ορθόδοξης ταυτότητάς τους. Η αγγλική λειτουργούσε ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ Ελλήνων, Αράβων, Ρώσων, Σέρβων και άλλων λαών. Στο μέτρο του δυνατού, οι κληρικοί χρησιμοποιούσαν την αγγλική, παράλληλα με τις άλλες παραδοσιακές γλώσσες, για τις λειτουργικές, ποιμαντικές και διδακτικές ανάγκες της κοινότητας. Οι πρώτες αυτές ενορίες, συχνά χωρίς κάποιον δικό τους ναό, στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στη γενναιοδωρία των «ετερόδοξων» χριστιανικών κοινοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών, ιδίως της Επισκοπικής Εκκλησίας.
Αν και οι ακριβείς λεπτομέρειες της ζωής του είναι πράγματι ξεχωριστές, ο Άγιος Ραφαήλ του Μπρούκλιν (+1915), ο πρώτος Ορθόδοξος επίσκοπος που χειροτονήθηκε στον Νέο Κόσμο, συμμεριζόταν πιθανότατα την πεποίθηση των αμέτρητων Ορθοδόξων μεταναστών της εποχής του, όταν περιέγραφε τον εαυτό του ως «Άραβα κατά την καταγωγή, Έλληνα ως προς την πρώτη του μόρφωση, Αμερικανό ως προς τη διαμονή, Ρώσο κατά καρδίαν και Σλάβο κατά ψυχήν». Οι διακρίσεις αυτές αν και ρεαλιστικές, δεν θεωρούνταν, ωστόσο, αξεπέραστες· αντιθέτως, διεύρυναν την οπτική του.
Δεν μπορούμε επίσης να παραβλέψουμε το απλό γεγονός ότι πολλές από τις ενορίες που σήμερα δέχονται προσήλυτους ιδρύθηκαν από μετανάστες —πολλοί από αυτούς ήταν και οι ίδιοι προσήλυτοι, όπως οι χιλιάδες Ανατολικοί Καθολικοί τους οποίους προσηλύτισε ο Άγιος Αλέξιος Τόθ (+1909). Ο πυρήνας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική, ακόμη και σήμερα, παραμένει η τοπική «εθνοτική» ενορία. «Στην ενορία των μεταναστών», γράφει ο Δρ James Skedros, «μέσα από την καθοδήγηση του μορφωμένου κλήρου και την πιστή τήρηση κάποιων βαθιά ριζωμένων ορθόδοξων πρακτικών που μετέφεραν μαζί τους οι πρώτοι μετανάστες, διαφυλάχθηκε και μεταδόθηκε το ευαγγελικό και σωτηριολογικό μήνυμα του Χριστιανισμού». Αποχρωματίζοντας το απλουστευτικό, «ασπρόμαυρο» σχήμα της ιεραποστολής και της μετανάστευσης, ο Skedros επισημαίνει τα ακόλουθα:
«Ήταν αυτές ακριβώς οι εθνοτικές ενορίες που έστειλαν τους νέους τους να σπουδάσουν σε θεολογικές σχολές, ώστε να διακονήσουν την Εκκλησία ως κληρικοί. Ήταν οι ίδιες ενορίες που φρόντισαν για την παιδεία των μελών τους, καλλιεργώντας την επίγνωση ότι μία από τις βασικές εντολές της χριστιανικής πίστης είναι η μετάδοση του σωτηρίου μηνύματος του Ιησού Χριστού. Ήταν, τέλος, αυτές που διαφύλαξαν το ευαγγελικό μήνυμα μέσα από τη σταθερή τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, όπου φανερώνεται το πλήρωμα της Εκκλησίας». [5]
Η εθνοτική ταυτότητα και η ιεραποστολική μαρτυρία συναντώνται με τον πιο φυσικό τρόπο στην τοπική ενορία, όπου η Θεία Ευχαριστία προσφέρεται «υπέρ της του κόσμου ζωής» και η Εκκλησία φανερώνεται στο πλήρωμά της. Ίσως ο περιορισμένος ορίζοντας του εθνικισμού που παρατηρείται σε ορισμένες εκφάνσεις της σύγχρονης Ορθοδοξίας στην Αμερική να αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια αντίδραση στην ευρύτητα του πνεύματος των παλαιότερων γενεών —εκείνων που γνώριζαν από πρώτο χέρι τι απαιτείται για να οικοδομηθεί μια ζωντανή και ακμάζουσα ενορία σε αυτή τη χώρα και για τις οποίες η καθημερινή χριστιανική μαρτυρία ήταν από μόνη της μια μορφή αποστολής. Όποιος έχει έστω και κάποια στοιχειώδη γνώση για τους χαρισματικούς εφημερίους και τις εμβληματικές μορφές των λαϊκών που καθοδήγησαν την Εκκλησία στην Αμερική κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, δύσκολα μπορεί να αποδεχθεί την εσφαλμένη αντίληψη ότι το «εθνοτικό» ταυτίζεται με τον αποκλεισμό· ότι οι μετανάστες δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί και ενεργοί πολίτες της αμερικανικής κοινωνίας.
Το γαρ πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει
Κανείς δεν βίωσε πιο άμεσα από τον ίδιο τον «Απόστολο των Εθνών» την ένταση ανάμεσα στην ιεραποστολή και την εθνοτική ταυτότητα· για εκείνον δεν επρόκειτο απλώς για μια ποιμαντική πραγματικότητα, αλλά για έναν προσωπικό αγώνα. Ο Απόστολος Παύλος δεν έπαψε ποτέ να είναι Ιουδαίος «ἐκ φυλῆς Βενιαμίν» (Ρωμ. 11, 1), ούτε ανέμενε από τους ελληνορωμαϊκούς προσήλυτους να γίνουν «Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα» (Α΄ Κορ. 10, 18). Αντιθέτως, διέκρινε ότι η ενότητα των χριστιανών πραγματώνεται στην «ὁμόνοια», η οποία θεμελιώνεται στην αγάπη του Χριστού (Ρωμ. 8, 35-39) και καθοδηγείται από τον νόμο του Σταυρού (Φιλιπ. 2, 5 κ.ε.). Η Εκκλησία, μέσα στην ιστορική της πορεία, ακολούθησε αυτή τη διάκριση του Αποστόλου Παύλου κάθε φορά που ευλογούσε και «ἐβάπτιζε» ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει ο ανθρώπινος πολιτισμός, σύμφωνα με τον «νοῦν Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 2, 16) — έναν νου που ανανεώνεται και αλλάζει διαρκώς και δεν «συσχηματίζεται τῷ αἰῶνι τούτῳ» (Ρωμ. 12, 2).
Τι θα έλεγε άραγε σήμερα ο Απόστολος Παύλος προς την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική; Μεταξύ άλλων, θα επαναλάμβανε πιθανότατα όσα έγραψε προς τους Εφεσίους. Οι εθνικοί υπήρξαν κάποτε «ξένοι» προς «τὴν πολιτείαν τοῦ Ἰσραήλ», «νυνὶ δὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὑμεῖς οἵ ποτε ὄντες μακρὰν ἐγενήθητε ἐγγὺς» (Ἐφ. 2, 12–13). «Ἄρα οὖν», συνεχίζει, «οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 2, 19). Δεν υπάρχει θέση για καμία μορφή «ξενοφοβίας» μέσα στην Εκκλησία, όπως κι αν αυτή εκδηλώνεται· όλοι ανήκουν στον ίδιο οίκο του Θεού. Πράγματι, οι δεσμοί αυτής της κοινωνίας είναι τόσο ισχυροί, ώστε υπερβαίνουν κάθε μέριμνα της επίγειας ζωής, όπως διαβεβαιώνει ο Παύλος τους δοκιμαζόμενους και διχασμένους Φιλιππησίους: «τὸ γὰρ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ Σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα (…) ὃς καὶ δύναται ὑποτάξαι ἑαυτῷ τὰ πάντα» (Φιλιπ. 3, 20–21).
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να επιβιώσει στις επόμενες γενιές στην Αμερική ως ένας κλειστός εθνοτικός θύλακας με απλώς εξωτερικά γνωρίσματα χριστιανικής λατρείας. Αλλά ούτε και θα μπορέσει να εκφράσει αυθεντικά τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αν καταντήσει ένα ιδεολογικό μόρφωμα που ανέχεται τα διχαστικά, εκκοσμικευμένα, σωβινιστικά και νοσταλγικά στοιχεία της σύγχρονης αντιδραστικής πολιτικής και του χριστιανικού φονταμενταλισμού. Ως άνθρωποι που ανήκουμε πρωτίστως στη Βασιλεία του Θεού και ταυτόχρονα ζούμε στην Αμερική του 21ου αιώνα, διατρέχουμε τον κίνδυνο να εφησυχάζουμε αναφορικά με την πρώτη και να μην αντιμετωπίζουμε κριτικά τη δεύτερη· να προσαρμοζόμαστε ιδεολογικά στον κόσμο, αντί να εξελισσόμαστε, έχοντας την επίγνωση της αποστολής μας.
Το αν η ιεραποστολική και η μεταναστευτική διάσταση της Ορθοδοξίας στην Αμερική θα συγκλίνουν ή θα περάσουν μια «κρίση» εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο η μία θα υπερισχύσει εις βάρος της άλλης. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δίδαξε ότι η διαφορά δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στη διαίρεση· κάθε άλλο, υπάρχει ακριβώς για να καθιστά δυνατή την κοινωνία. Η Εκκλησία δεν καταργεί τις επίγειες διαφορές, αλλά τις υπερβαίνει και τις ολοκληρώνει μέσα στην ουράνια κοινωνία. Με «μίαν καρδίαν καὶ ἑνὶ στόματι», αλλά και «ὁμοθυμαδόν», ομολογεί την Ορθόδοξη πίστη. Η σχέση ανάμεσα στην ιεραποστολή και την εθνοτική ταυτότητα, όπως και ανάμεσα στον έναν Κύριο Ιησού Χριστό και τους πολλούς πολιτισμούς που επικαλούνται το όνομά Του, εκφράζει μια ένταση τόσο παλαιά όσο και η ίδια η Ορθόδοξη Εκκλησία· το σημερινό της πλαίσιο μόνο είναι καινούργιο. Καλούμαστε, επομένως, να στραφούμε εκ νέου στο παρελθόν για να μπορέσουμε να διακρίνουμε το μέλλον.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής πρωτοβουλίας «250 χρόνια Αμερική: Η Ορθοδοξία σε μια νέα πατρίδα» (“America at 250: Orthodoxy in a New Homeland”), η οποία συνδιοργανώνεται από το Orthodox Observer και το Τμήμα Διορθοδόξων, Οικουμενικών και Διαθρησκειακών Σχέσεων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής (Inter-Orthodox, Ecumenical, and Interfaith Relations of the Greek Orthodox Archdiocese of America), με σκοπό να αναδείξει τη συμβολή και την πορεία της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης στην Αμερική και να τιμήσει την 250ή επέτειο από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών.
[1] Thomas Hopko, “Mission to Alaska” in The Orthodox Faith: Volume III—Church History. Πρόσβαση μέσω της ιστοσελίδας της Orthodox Church in America: https://www.oca.org/orthodoxy/the-orthodox-faith/church-history/eighteenth-century/mission-to-alaska
[2] Αυτόθι, “Russia: Missionary Activity,” https://www.oca.org/orthodoxy/the-orthodox-faith/church-history/nineteenth-century/russia-missionary-activity
[3] Παράθεμα από τη μετάφραση που παρατίθεται στο έργο του Matthew Namee, Lost Histories: The Good, The Bad, and The Strange in Early American Orthodoxy (Ancient Faith, 2024), σ. 162.
[4] Για την εκτίμηση του πληθυσμού, βλ. Thomas Fitzgerald, The Orthodox Church (Bloomsbury, 1998), σ. 25. Για τον αριθμό των ενοριών, βλ. Demetrios J. Constantelos, Understanding the Greek Orthodox Church: Its Faith, History, and Practice (Seabury Press, 1982), σ. 130.
[5] James C. Skedros, “Orthodox Missionary and Immigration Paradigms in the United States,” Greek Orthodox Theological Review 62, αρ. 1–2 (2017): 83–99.
Ben Malian – orthodoxobserver.org






















