Πειραιώς Σεραφείμ: Η παναίρεση του Οικουμενισμού προετοιμάζει τη Νέα Παγκόσμια Θρησκεία του Σατανά

Επιμέλεια: ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Καταιγιστικός εμφανίστηκε ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ.κ Σεραφείμ στο μήνυμα του για την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά προωθείται μια επιφανειακή, επικοινωνιακού χαρακτήρος ενότητα ουνιτικού τύπου και μια παναίρεση του Οικουμενισμού με μοναδικό στόχο να βγεί μπροστά η Παγκόσμια Θρησκεία του Σατανά.

Αναλυτικά το μήνυμα του Σεβ. Μητροπολίτου Σεραφείμ:

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας, είναι μία ιδιαίτερα χαρμόσυνη καί πανηγυρική ημέρα γιά όλη τήν ανά τήν οικουμένην Ορθοδοξία.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά τό συναξάριο τής ημέρας, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει τήν «αναστήλωσιν τών αγίων καί σεπτών εικόνων, γενομένην παρά τών αειμνήστων Αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαήλ καί τής μητρός αυτού Θεοδώρας, επί πατριαρχείας τού αγίου καί ομολογητού Μεθοδίου».

Γενικότερα όμως, ως ημέρα αφιερωμένη στήν Ορθόδοξη Εκκλησία μας, εορτάζομε τήν νίκη καί τόν θρίαμβό της απέναντι σέ κάθε αίρεση διά μέσου τών αιώνων, όπως αυτή κατά τρόπο θριαμβευτικό καί πανηγυρικό καταγράφεται στό Συνοδικό τής Ορθοδοξίας:

«Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν, η Χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, τό ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν, ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρρύσωμεν». Γι αυτό καί οι περισσότεροι ύμνοι στήν ασματική ακολουθία τού Τριωδίου τής ημέρας αυτής, άν προσέξουμε, έχουν πανηγυρικό καί πασχάλιο χαρακτήρα: «Ουκέτι τών ασεβών αιρετικών η οφρύς αίρεται, η γάρ Θεού δύναμις τήν Ορθοδοξίαν εκράτυνεν».

Αλλά καί η λιτάνευση τών αγίων εικόνων, πού εδώ καί αιώνες έχει καθιερωθεί, νά τελείται τήν ημέρα αυτή γύρω από τούς Ιερούς Ναούς καί τά Μοναστήρια, όπως επίσης καί τά αναθέματα, τά οποία αναγινώσκονται, όχι μόνον εναντίον τών εικονομάχων αιρετικών, αλλά καί κάθε αιρετικού, αισθητοποιεί ακριβώς ακόμη περισσότερο αυτή τήν διαχρονική νίκη τής Ορθοδοξίας.

Δέν είναι τυχαίο τό γεγονός, ότι η Εκκλησία ετοποθέτησε τήν εορτή αυτή μέσα στήν περίοδο τής νηστείας τής Αγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστής καί μάλιστα στήν πρώτη Κυριακή αυτής. Τό έκαμε αυτό γιά νά μάς διδάξη, ότι σέ τίποτε δέν ωφελεί τόν Χριστιανό ο αγώνας τόν οποίο διεξάγει, γιά νά νεκρώσει τά πάθη καί νά κάμει κτήμα του τίς αρετές, άν παράλληλα δέν κρατά τήν ορθή πίστη, άν δέν ανήκει δηλαδή στήν Ορθόδοξη Εκκλησία. Έξω τής Εκκλησίας δέν υπάρχει σωτηρία, έστω καί άν ο άνθρωπος κατορθώσει μέ νηστείες καί ασκητικούς αγώνες όλες τίς αρετές.

Μ άλλα λόγια όσους ασκητικούς αγώνες καί άν κάνομε, δέν τούς δέχεται ο Θεός χωρίς τήν ορθή πίστη. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει σ ένα λόγο του: «Μένε εις τήν Εκκλησίαν καί ου προδίδοσαι από τής Εκκλησίας. Εάν δέ φύγης από Εκκλησίας ουκ αιτία η Εκκλησία. Εάν μέν γάρ ής έσω, ο λύκος ουκ εισέρχεται, εάν δέ εξέλθης έξω, θηριάλωτος γίνη.

Αλλ ου παρά τήν μάνδραν τούτο, αλλά παρά τήν σήν μικροψυχίαν. Εκκλησίας γάρ ουδέν ίσον». Μή φύγης, λέγει ο άγιος, από τήν Εκκλησία καί δέν πρόκειται νά προδοθής ποτέ από αυτήν. Εάν όμως φύγης, η αιτία δέν οφείλεται στήν Εκκλησία. Εάν μείνης μέσα σ αυτήν, ο λύκος τής αιρέσεως δέν τολμά νά σέ βλάψη, εάν δέ εξέλθης, θά σέ κατασπαράξη καί αυτό θά οφείλεται στήν ιδική σου μικροψυχία. Τίποτε δέν είναι ίσο μέ τήν Εκκλησία.

Στό Γεροντικό αναφέρεται ένα πολύ χαριτωμένο περιστατικό, πού υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τήν αλήθεια. Κάποτε επισκέφθηκαν μερικοί ασκητές τόν αββά Αγάθωνα, πού ήταν ξακουστός γιά τήν μεγάλη διάκριση πού είχε. Θέλοντας λοιπόν νά τόν δοκιμάσουν άν οργίζεται τόν ρώτησαν: «Εσύ είσαι ο Αγάθων, πού λένε πώς είσαι πόρνος καί υπερήφανος;» -«Ναί αδελφοί μου εγώ είμαι», απήντησε ο Γέροντας. Τόν ρωτούν καί πάλι: «Εσύ είσαι ο Αγάθων ο φλύαρος καί κατάλαλος;» -«Ναί αδελφοί μου εγώ είμαι», είπε πάλι ο Γέροντας. Τόν ρωτούν γιά τρίτη φορά: -«Εσύ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;» Τότε ο Γέροντας αποκρίθηκε: «Όχι δέν είμαι αιρετικός». Οι ασκητές τόν ρώτησαν νά τούς πεί, γιατί όσα τού έλεγαν πρώτα τά παραδεχόταν γιά τόν εαυτό του, ενώ τόν λόγον αυτόν μέ τήν κατηγορία τού αιρετικού δέν τόν δέχθηκε.

Καί ο άγιος εκείνος γέροντας τούς απήντησε: «Τά πρώτα εμαυτώ επιγράφω. Όφελος γάρ εστί τή ψυχή μου. Τό δέ αιρετικός, χωρισμός εστι από τού Θεού, καί ου θέλω χωρισθήναι από Θεού». Τά πρώτα τά παραδέχομαι, διότι φέρνουν ωφέλεια στήν ψυχή μου διά τήν ταπείνωσιν πού υφίσταμαι, τό νά δεχθώ όμως, ότι είμαι αιρετικός είναι χωρισμός από τόν Θεό καί εγώ δέν θέλω νά χωριστώ από τόν Θεό. Οι ασκητές τότε θαύμασαν τήν πνευματική σοφία καί διάκριση τού γέροντα καί έφυγαν πνευματικά οικοδομημένοι.

Οι άγιοι Πατέρες, οι οποίοι αγωνίστηκαν εναντίον τών αιρέσεων, έκαναν μεγάλους αγώνες γιά νά διαφυλάξουν ανόθευτη καί απαραχάρακτη τήν αλήθεια τής πίστεως, όπως ο Κύριος τήν απεκάλυψε, όπως οι απόστολοι τήν εδίδαξαν καί όπως η Εκκλησία τήν παρέλαβε. Άν ρίξουμε μία ματιά στήν εκκλησιαστική μας ιστορία, θά διαπιστώσουμε, ότι πολλοί από αυτούς εφυλακίστηκαν, άλλοι καθαιρέθηκαν, άλλοι εδιώχθηκαν, υβρίστηκαν καί συκοφαντήθηκαν, υπέμειναν βασανιστήρια καί μερικοί από αυτούς εθυσίασαν τήν ζωή τους. Τό γεγονός αυτό δείχνει ακριβώς πόσο μεγάλη ευασθησία είχαν καί πόση σημασία έδιναν στίς δογματικές αλήθειες τής πίστεως καί σέ κάθε αιρετική απόκλιση.

Η ευαισθησία τους αυτή οφείλεται στό ότι είχαν συνειδητοποιήσει, ότι έκπτωση από τήν αλήθεια τής πίστεως, σημαίνει μετάπτωση στήν κατάσταση τής αιρέσεως, σημαίνει θάνατο πνευματικό καί απώλεια τής σωτηρίας. Είχαν ακόμη επισημάνει μέ τόν πλούσιο φωτισμό τής Χάριτος τού αγίου Πνεύματος, πού είχαν μέσα τους, ότι ακόμη καί ελάχιστη απόκλιση από τό ορθό δόγμα έχει καταστρεπτικές συνέπειες, σύμφωνα μέ τόν λόγον τού Κυρίου «ός εάν ούν λύση μίαν τών εντολών τούτων τών ελαχίστων καί διδάξη ούτω τούς ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τή βασιλεία τών ουρανών», (Ματθ.5,19).

Επίσης καί ο Απόστολος Παύλος στήν πρός Γαλάτας επιστολή του υπογραμμίζει τήν ίδια αλήθεια, όταν λέγει «αλλά καί εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (Γαλ. 1,8). Επομένως στά θέματα τής πίστεως δέν χωράει συγκατάβασις, δέν χωράει οικονομία καί κανείς δέν έχει τό δικαίωμα νά προσθέσει, ή νά αφαιρέσει ούτε τό ελάχιστο από τό περιεχόμενο τής θείας αποκαλύψεως, από τήν μόνην σώζουσαν αλήθεια τής Ορθοδοξίας.

Οι αλήθειες τής πίστεως δέν είναι απλές δογματικές προτάσεις, πού διατυπώθηκαν σέ άγιες Συνόδους, Οικουμενικές καί Τοπικές, αλλά όροι ζωής, πού παραπέμπουν στό ήθος καί στήν ίδια τήν ζωή τής Εκκλησίας.

Τό δόγμα είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο μέ τό ήθος, έτσι ώστε αλλοίωση τού ενός νά επιφέρει αναπόφευκτα αλλοίωση καί καταστροφή καί τού άλλου: «Ώσπερ δόγματα πονηρά βίον ακάθαρτον εισάγειν είωθεν, ούτω καί διεφθαρμένος βίος πονηρίαν δογμάτων πολλάκις έτεκεν», παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Τό Πνεύμα τό άγιον είναι τό Πνεύμα τής αληθείας, τό οποίο από τήν ημέρα τής Πεντηκοστής εξακολουθεί νά παραμένει μέχρι σήμερα μόνον εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επειδή ακριβώς μόνον Αυτή διετήρησε αναλοίωτο καί αμετάβλητο τόν θησαυρό τής πίστεως. Αυτό τό Πνεύμα τήν καθιστά «στύλο καί εδραίωμα τής αληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15), καθοδηγεί Αυτήν «εις πάσαν τήν αλήθειαν», (Ιω. 15,26), ενεργεί διά τών μυστηρίων καί απεργάζεται τήν σωτηρία καί τόν αγιασμό τών πιστών μόνο μέσα στούς κόλπους της.

Ωστόσο οι άγιοι Πατέρες δέν αγωνίστηκαν μόνο γιά τήν καταπολέμηση τών αιρέσεων καί τή διατύπωση καί διαφύλαξη τών δογμάτων, τών αληθειών τής πίστεως. Πρίν απ όλα αγωνίστηκαν νά βιώσουν τίς αλήθειες τής πίστεως. Δέν είχαν μόνο τήν Ορθοδοξία, είχαν καί τήν Ορθοπραξία. Ετήρησαν μέ ακρίβεια τίς δεσποτικές εντολές καί ευρήκαν μέσα σ αυτές τόν Χριστό, τήν μόνη αλήθεια, ως ανεκτίμητο θησαυρό, όπως ακριβώς τόν ευρήκε ο Φίλιππος, γιά τόν οποίο κάνει λόγο τό ευαγγελικό ανάγνωσμα τής ημέρας αυτής. Ο Φίλιππος από τήν μικρή εμπειρία πού είχε αποκομίσει από τήν συναναστροφή του μέ τόν Χριστό, είχε βεβαιωθεί βαθειά μέσα στήν ψυχή του, ότι Αυτός είναι Εκείνος, γιά τόν οποίο ομίλησαν οι προφήτες. Αυτός είναι Εκείνος, τόν οποίον επερίμεναν, ο Μεσσίας, ο Υιός τού Θεού. Γι αυτό καί έτρεξε αμέσως στόν φίλο του τόν Ναθαναήλ, γιά νά τόν καταστήση συγκοινωνό καί συμμέτοχο αυτής τής χαράς, αυτού τού θησαυρού. Καί όταν εκείνος εξέφρασε επιφυλάξεις, τού είπε: «Έρχου καί ίδε».

Έλα καί δές μόνος σου. Έλα νά βεβαιωθείς εκ πείρας. Ο Φίλιππος δέν προσπαθεί νά τόν πείσει μέ επιχειρήματα καί περιγραφές, διότι δέν θά φέρουν κανένα αποτέλεσμα. Μόνο μέ τήν πείρα θά βεβαιωθεί. Καί όταν στή συνέχεια συναντήθηκε μέ τόν Χριστό καί βεβαιώθηκε εκ πείρας, ότι αυτός είναι ο Μεσσίας αμέσως τόν ομολόγησε: «Ραββί, σύ εί ο Υιός τού Θεού, σύ εί ο βασιλεύς τού Ισραήλ». Αυτήν ακριβώς τήν εμπειρία τής προσωπικής παρουσίας τού Χριστού μέσα στίς ψυχές των είχαν καί οι άγιοι Πατέρες καί πρός αυτήν καλούσαν κάθε καλοπροαίρετον άνθρωπον. Εδίδασκαν έργω καί λόγω, ότι η χριστιανική ζωή στό εσώτατο είναι της δέν είναι φιλοσοφίες καί θεωρίες, δέν είναι ένα σύστημα ιδεών. Είναι εμπειρία Χριστού, είναι εμπειρία Θείας Χάριτος, εμπειρία θεώσεως.

Σήμερα πού η Εκκλησία μας ευφραίνεται καί πανηγυρίζει τόν θρίαμβο τής Ορθοδοξίας καί καθώς φέρνει στή μνήμη μας τούς αγώνες καί τίς θυσίες, πού έκαναν οι άγιοι Πατέρες μας, γιά νά επιτευχθεί αυτός ο θρίαμβος, αυτή η νίκη, υπαγορεύει καί υποδεικνύει παράλληλα σ όλους μας ένα διπλό χρέος. Τό πρώτο είναι νά ανακαινίσουμε μέ τήν μετάνοια καί τήν άσκηση τήν εικόνα τού Θεού, πού φέρουμε μέσα μας, η οποία έχει καταφθαρεί καί εξαχρειωθεί από τά πάθη καί τίς επιθυμίες τού παλαιού ανθρώπου. Πολύ εύστοχα παρατηρεί κάποιος εκκλησιαστικός συγγραφέας τών τελευταίων αιώνων: «Πόση λογιάζετε νά είναι η κατάκρισή μας καί η κόλασή μας, όπου ασχημίζομεν τήν εικόνα τού Θεού; Όπου φθείρομεν τόν έσω άνθρωπον μέ τές επιθυμίες τής απάτης; Δέν είναι επιθυμίες απάτης οι αδικίες, όπου κάμνομεν καί αι παρανομίες, η υπερηφάνεια, η κενοδοξία καί αι άλλες ακαταστασίες;

Τί δέν βλέπουσι τά ομμάτια άτοπον, τί δέν ακούομεν κακόν; Έως πότε νά υποφέρει ο Θεός τόσην μάς ακαταστασίαν, τόσον κακόν, τόσην αμαρτίαν; Πότε ελπίζεις νά βαλθείς εις τήν στράταν τής δικαιοσύνης; Κάμε τούτην τήν Χάριν τής Ορθοδοξίας, όπου έμαθες, όπου εορτάζεις. Στολίσου πράξεις αγαθές, κάμε τήν αρετήν βάσιν τής θεωρίας. Ανάβηθι εις τήν επίγνωσιν τού Θεού, κατάβηθι εις τό βάθος τής ταπεινώσεως τού Χριστού μέχρι θανάτου. Μή φθείρωμεν λοιπόν μέ τές κακές μας πράξεις τήν εικόνα τού Θεού, μήπως καί όταν έλθη ο καιρός τού μυστικού γάμου, κρούοντες καί ημείς τήν θύραν, μάς αποκριθεί ο νυμφίος «ουκ οίδα υμάς», δέν σάς γνωρίζω, επειδή αλλοιωμένην έχετε τήν εικόνα μου μέ τά κακά σας έργα. Αλλά άς στρέψωμεν εις μετάνοιαν δι εξομολογήσεως. Άς καθαρίσωμεν τούς ρύπους από τές ψυχές μας, διά νά μάς γνωρίσει πρωτότυπον καί αρχέτυπον μας καί νά μάς προσκαλέσει ως γνησίας εικόνας του, εις τήν αιώνιον Βασιλείαν του».

Τό δεύτερο χρέος μας είναι νά διαφυλάξωμε όλοι μας, κλήρος καί λαός, τόν θησαυρό τής Ορθοδόξου πίστεως ως κόρην οφθαλμού, ανόθευτο καί αναλλοίωτο από κάθε αιρετική διδασκαλία καί πλάνη.

Τό καθήκον αυτό είναι σήμερα περισσότερο αναγκαίο καί επιτακτικό από κάθε άλλη φορά, διότι καί σήμερα η Εκκλησία μας βάλλεται καί πολεμείται από πολλές σύγχρονες αιρέσεις, μιά από τίς οποίες, η πιό επικίνδυνη, είναι η παναίρεση τού Οικουμενισμού, όπως τήν χαρακτήρισε μία μεγάλη οσιακή μορφή τού περασμένου αιώνος, ο Σέρβος καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου τού Βελιγραδίου, άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς.

Η φοβερή αυτή αίρεση, προϊόν τών συγχρόνων συγκρητιστικών τάσεων θρησκευτικής ενοποιήσεως τής ανθρωπότητος, ανέπτυξε μέσα στούς κόλπους της διάφορες αιρετικές θεωρίες, όπως οι θεωρίες τών κλάδων, τού δογματικού μινιμαλισμού, τής βαπτισματικής ενότητος, τών αδελφών Εκκλησιών, τών δύο πνευμόνων, τής μεταπατερικής θεολογίας, τής διευρυμένης Εκκλησιολογίας κ.ά., οι οποίες είναι ασυμβίβαστες μέ τήν δογματική διδασκαλία τής Εκκλησίας μας καί μέ τήν διαχρονική πίστη της ότι μόνη Αυτή αποτελεί τήν Μία, Αγία, Καθολική, καί Αποστολική Εκκλησία, όπως άλλωστε ομολογούμε στό σύμβολο τής Πίστεως.

Μέσω τών αιρετικών αυτών θεωριών η ακρίβεια τών δογματικών αληθειών τής πίστεως, γιά τίς οποίες, όπως προαναφέραμε, πολλούς αγώνες καί θυσίες έκαναν οι άγιοι Πατέρες μας, σμικρύνεται, σχετικοποιείται καί υποβιβάζεται. Η επιστροφή τών ετεροδόξων αιρετικών στήν Ορθόδοξη πίστη καί Αποστολική Παράδοση, δέν θεωρείται πλέον απαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν ένωση τών Εκκλησιών. Οι αγώνες τών μεγάλων Πατέρων τής Εκκλησίας μας καί ιδίως τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, μεγάλου Φωτίου καί αγίου Μάρκου τού Ευγενικού, πού αγωνίστηκαν εναντίον τού Παπισμού, ακυρώνονται καί αποδοκιμάζονται στήν πράξη.

Τά αντιαιρετικά τους συγγράμματα, μέ τά οποία κατέδειξαν τίς πλάνες του, παραμερίζονται καί υιοθετείται η καινοφανής αντίληψη, ότι οι δογματικές μας διαφορές πρός τούς κακοδόξους καί αιρετικούς αποτελούν ποικιλία διαφόρων παραδόσεων, ώστε νά παύσουν νά αποτελούν φραγμό πρός τήν επιχειρούμενη «ένωση». Προωθείται έτσι μία επιφανειακή, επικοινωνιακού χαρακτήρος ενότητα ουνιτικού τύπου, παρά τίς τεράστιες δογματικές διαφορές, πού μάς χωρίζουν, ώστε τελικά νά παρουσιάζονται ως «αδελφές Εκκλησίες» μέ Ορθόδοξη πίστη καί έγκυρα μυστήρια.

Κατ αυτόν τόν τρόπο όμως η πλάνη τής αιρέσεως γίνεται σεβαστή, τοποθετείται δίπλα στήν αλήθεια ως ισότιμη καί ισόκυρη μέ αυτήν καί τελικά αναμιγνύεται μ αυτήν σέ μία άμικτη μίξη. Ποιά κοινωνία όμως μπορεί νά υπάρξει μεταξύ αληθείας, πού είναι φώς καί ψεύδους, πού είναι σκότος; «Τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος;», επιβεβαιώνει ο απ. Παύλος, (Β΄Κορ.6,14).

Όμως η παναίρεση αυτή δυστυχώς δέν περιορίστηκε μόνο σέ διαχριστιανικό επίπεδο. Πολύ σύντομα επεκτάθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο καί σέ διαθρησκειακό. Τό διαθρησκειακό άνοιγμα τής Ορθοδοξίας πρός τίς άλλες θρησκείες επιδιώχθηκε μέ διμερείς καί πολυμερείς Διαθρησκειακές Συναντήσεις, Διαλόγους καί Συνέδρια, αποτελεί δέ έναν από τούς ουσιωδέστερους στόχους τού Διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Οι μέχρι τώρα γενόμενοι διάλογοι όχι μόνον δέν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, αλλά αντιθέτως οδήγησαν αναπόφευκτα σέ προϊούσα φθορά καί διάβρωση τού Ορθοδόξου φρονήματος, σέ συμβιβασμούς καί ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις στό δόγμα καί στήν εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. Μέ επιπολαιότητα οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι στούς Διαλόγους αυτούς, μή έχοντες αγιοπνευματικές εμπειρίες, άπλωσαν γέφυρες, μικρές καί ανεπαρκείς, γιά νά γεφυρώσουν τεράστια χάσματα καί νά εκμηδενίσουν αποστάσεις καί διαφορές, πολύ σημαντικές στό δόγμα καί στό ήθος τών θρησκειών. Παραθεώρησαν όμως τό γεγονός, ότι η αλήθεια μέ τήν αίρεση δέν έχουν ποσοτική διαφορά.

Η αίρεση δέν έχει απλώς λιγότερη αλήθεια, ώστε μέ κάποια προσθήκη νά γίνει κι αυτή Ορθοδοξία. Η αίρεση όσο μικρή καί άν φαίνεται, είναι πλάνη, είναι σκοτάδι καί αμαρτία καί θάνατος. Ο πνευματικός θάνατος πού προξενεί η αίρεση, δέν παίρνει βελτίωση νά γίνει λιγότερο θάνατος καί κατόπιν ζωή. Έτσι φθάσαμε στό τραγικό φαινόμενο νά διατυπώνονται από Ορθοδόξους εκπροσώπους, αντορθόδοξες δηλώσεις καί νά υπογράφονται κείμενα κοινής αποδοχής μέ τούς αιρετικούς, ξένα πρός τήν παράδοση καί τήν δογματική διδασκαλία τής Εκκλησίας μας.

Δυστυχώς η φοβερή αυτή πολυαίρεση, πού κυριάρχησε σ όλη τήν διάρκεια τού 20ου αιώνος, έφθασε πλέον στό αποκορύφωμά της στίς αρχές τού 21ου αιώνος μέ τήν «Σύνοδο» τής Κρήτης τό 2016. Η «Σύνοδος» αυτή, όπως ομολογούν καταξιωμένες προσωπικότητες, πού ασχολήθηκαν μέ τά συνοδικά της κείμενα, υπήρξε ένα κατ εξοχήν συγκλονιστικό εκκλησιαστικό γεγονός διότι δέν κατεδίκασε τίς εν χώρω καί χρόνω υφιστάμενες αιρέσεις, ψευδοθρησκείες καί παραθρησκευτικά φαινόμενα, ως υποχρεούτο εκ τών Θείων καί ιερών Κανόνων. Ένα γεγονός πού προκάλεσε οδυνηρό πλήγμα στό σώμα τής Εκκλησίας. Ένα γεγονός πού σήμανε τήν συνοδική νομιμοποίηση τής παναιρέσεως τού Οικουμενισμού καί γέμισε μέ απερίγραπτη θλίψη τήν θριαμβεύουσα καί τήν στρατευομένη Εκκλησία τού Χριστού.

Τό γεγονός ότι η φοβερή αυτή αίρεση εξακολουθεί όχι μόνον νά υφίσταται, παρ όλο πού πέρασαν περισσότερα από 100 χρόνια από τής εμφανίσεώς της, αλλά καί νά εξαπλούται επικίνδυνα όλο καί περισσότερο, υπογραμμίζει τό χρέος όλων μας, γιά τήν αποτελεσματική καταπολέμησή της. Είναι ανάγκη όλοι μας νά επαγρυπνούμε καί νά διακρίνουμε τά «σημεία τών καιρών» (Ματθ. 16,3). Νά μείνουμε ανυποχώρητοι καί ασυμβίβαστοι στήν υπεράσπιση τής Αληθείας, πού είναι ο ενυπόστατος Χριστός ζητούντες τήν πανορθόδοξη Συνοδική καταδίκη της, ανεπηρέαστοι από τό πνεύμα τής χαλαρότητος, τού εφησυχασμού καί τού ενδοτισμού, τό οποίον κυριαρχεί σήμερα σέ πολλούς. Νά συνειδητοποιήσουμε καί νά ευαισθητοποιηθούμε απέναντι στό σύγχρονο πολυκέφαλο θηρίο, τήν παναίρεση τού Οικουμενισμού, πού προετοιμάζει τόν ερχομό τής Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας τού Σατανά, καί πού μέ ύπουλο τρόπο έχει διεισδύσει στά σπλάγχνα τής Ορθοδοξίας καί τήν απειλεί θανάσιμα.

Είναι ανάγκη πρό παντός, νά ενεργοποιηθούμε σ ένα δυναμικότερο αντιαιρετικό αγώνα, ζητώντας, η Εκκλησία νά επισημάνει τούς φορείς της καί νά τούς καλέση σέ μετάνοια. Τέλος νά διακόψη η Εκκλησία τούς μέχρι τώρα γενομένους ακάρπους καί επιβλαβείς διαλόγους μέ τούς αιρετικούς ετεροδόξους καί ετεροθρήσκους κηρύσσουσα πώς ο μόνος Σωτήρας είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός χωρίς τόν οποίον δέν υπάρχει σωτηρία καί ζωή.

Εύχομαι από καρδίας έτη πολλά καί καρποφόρος η αρξαμένη Αγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή!

Έτη πολλά καί εύδρομος η αρξαμένη Αγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή!

Μετά πατρικών ευχών