Ι.Μ. Πειραιώς: Η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς και ειδικότερα το αρμόδιο Γραφείο επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειημο. Θρησκειών επανέρχονται με κείμενο υψηλών τόνων, επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσουν –όπως σημειώνουν– μια «διαχρονική μέθοδο» του Παπισμού: την εναλλαγή προσώπου ανάλογα με τις ιστορικές συγκυρίες, την “προσαρμογή” της ρητορικής και τη χρήση ενός ελκυστικού λεξιλογίου («αγάπη», «ειρήνη», «ενότητα») την ώρα που, κατά τη θέση τους, ο πυρήνας της παπικής εκκλησιολογίας παραμένει αμετάβλητος.
Επιμέλεια: Γιάννης Παπανικολάου
Τι καταγγέλλει η ανακοίνωση και γιατί “χτυπάει” τώρα
Στο επίκεντρο της παρέμβασης βρίσκεται η λογική ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», η οποία, όπως υποστηρίζεται, δεν λειτουργεί απλώς ως πολιτική τακτική αλλά ως “σχήμα” εκκλησιαστικής διπλωματίας: όταν το περιβάλλον είναι ευνοϊκό, ο λόγος σκληραίνει· όταν οι ισορροπίες αλλάζουν, εμφανίζεται ένας “ειρηνικός” τόνος με στόχο –πάντα κατά το Γραφείο– την εδραίωση επιρροής.
Η Μητρόπολη Πειραιώς επιμένει ότι η ουσία της κριτικής της δεν είναι συγκυριακή, αλλά αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Παπισμός παρουσιάζεται ως πνευματική εξουσία, ενώ διατηρεί χαρακτηριστικά κρατικής οντότητας (με θεσμούς, διπλωματία, δομές). Αυτή η “διπλή φύση” προβάλλεται ως κλειδί για να εξηγηθεί, όπως λένε, γιατί οι παπικές παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο έχουν ταυτόχρονα θρησκευτικό και γεωπολιτικό βάρος.
Οικουμενισμός, “κοινές γιορτές” και το ζήτημα της εικόνας
Στο κείμενο γίνεται ειδική αναφορά στον σύγχρονο οικουμενικό λόγο, τον οποίο το Γραφείο παρουσιάζει ως πεδίο όπου μπορεί να στηθεί μια “αφήγηση ενότητας”, χωρίς να έχει προηγηθεί –κατά την οπτική του– ξεκάθαρη δογματική αποσαφήνιση και μετάνοια για ιστορικές επιλογές. Η κριτική κορυφώνεται στο ότι, ακόμη κι όταν εμφανίζονται χειρονομίες καλής θέλησης, αυτές εκλαμβάνονται ως επικοινωνιακές κινήσεις που στοχεύουν σε ένα αποτέλεσμα: να ενισχυθεί το κύρος του Πάπα ως “παγκόσμιου θρησκευτικού ηγέτη”.
Για τη Μητρόπολη Πειραιώς, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν γίνονται συναντήσεις, αλλά τι υπονοούν: αν δηλαδή προωθείται ισοπέδωση ευθυνών για το ιστορικό σχίσμα και αν καλλιεργείται η ιδέα ότι η Ορθοδοξία “οφείλει” να υπαχθεί σε ένα μοντέλο πρωτείου. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική σε κείμενα/παρεμβάσεις καθολικών ιεραρχών, όπου –κατά το Γραφείο– μεταφέρεται στο κοινό η εντύπωση ενός συμμετρικού προβλήματος («και οι δύο πλευρές φταίνε εξίσου»), άρα και μιας συμμετρικής λύσης.
Filioque, “κτιστή χάρη” και το δογματικό όριο που δεν μετακινείται
Ιδιαίτερη θέση στην επιχειρηματολογία καταλαμβάνει η δογματική διάσταση: το Filioque, η εκκλησιολογία, το πρωτείο και το αλάθητο παρουσιάζονται ως αξεπέραστα εμπόδια. Το κείμενο διαβάζεται σαν προειδοποίηση ότι όποια “θερμή” γλώσσα κι αν χρησιμοποιηθεί, δεν μπορεί να παρακαμφθεί το βασικό: η Ορθοδοξία δεν διαπραγματεύεται την πίστη της ως επικοινωνιακό προϊόν.
Με αυτή τη λογική, ακόμη και πράξεις που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως “υποχώρηση” (όπως η εκφορά του Συμβόλου της Πίστεως χωρίς Filioque σε συγκεκριμένες περιστάσεις) χαρακτηρίζονται από το Γραφείο ως κορύφωση της υποκρισίας: δηλαδή ως χρήση μιας ορθόδοξης διατύπωσης “για λόγους σκοπιμότητας”, χωρίς πραγματική δογματική μεταστροφή.
Γιατί το Γραφείο “σηκώνει” τόσο ψηλά τον πήχη
Η παρέμβαση της Μητρόπολης Πειραιώς δεν είναι απλή διαμαρτυρία· μοιάζει με “γραμμή άμυνας” απέναντι σε αυτό που θεωρεί αργή, σταδιακή μετατόπιση του δημόσιου κλίματος: λιγότερη συζήτηση για τις δογματικές διαφορές, περισσότερη έμφαση σε γενικούς όρους (ειρήνη, διάλογος, κοινές δράσεις) που –όπως υποστηρίζεται– διευκολύνουν μια νέα κανονικότητα.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, το Γραφείο επί των Αιρέσεων θυμίζει, μέσα από το ευρύτερο corpus ανακοινώσεών του, ότι αντιμετωπίζει τις σύγχρονες εξελίξεις όχι ως “τυπική διπλωματία”, αλλά ως ζήτημα πίστης και εκκλησιολογίας, με αιχμή τον Οικουμενισμό. (Ενδεικτικά κείμενα του Γραφείου φιλοξενούνται στην επίσημη πλατφόρμα ανακοινώσεων της Μητρόπολης Πειραιώς.)
Το πολιτικό μήνυμα πίσω από τη θεολογική γλώσσα
Τελικό συμπέρασμα της ανακοίνωσης είναι ότι η “ενότητα” δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε ασάφειες ή σε συμψηφισμούς. Η Μητρόπολη Πειραιώς και το αρμόδιο Γραφείο της καλούν, ουσιαστικά, σε επιστροφή στην καθαρή θεολογική οριοθέτηση: αν υπάρχει διάλογος, να γίνεται με πλήρη επίγνωση των δογματικών διαφορών και χωρίς ωραιοποιήσεις.
Και κλείνουν με κάλεσμα που λειτουργεί σαν σφραγίδα όλου του κειμένου: όχι “εύκολα ευχολόγια”, αλλά ξεκάθαρη εγκατάλειψη κακοδοξιών και επιστροφή στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία — θέση που, όπως τονίζεται, δεν είναι ρητορική, αλλά η βάση κάθε πραγματικής ενότητας. Στο πνεύμα αυτό, ο αναγνώστης οδηγείται να δει το θέμα όχι ως διαμάχη εντυπώσεων, αλλά ως σύγκρουση δύο διαφορετικών εκκλησιολογικών κόσμων, με όρια που –κατά τη Μητρόπολη Πειραιώς– δεν “μαλακώνουν” επειδή άλλαξε η εποχή.




















