Μητρόπολη Αθηνών: Η ανακαίνιση του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών αποτέλεσε ένα έργο μεγάλης ιστορικής και πνευματικής σημασίας, όπου κάθε απόφαση και κάθε παρέμβαση απαιτούσε προσοχή, γνώση και σεβασμό στην παράδοση του μνημείου. Η προσπάθεια συνδύασε τεχνικές δυσκολίες με την ανάγκη διατήρησης της γνησιότητας του Ναού, διασφαλίζοντας ότι οι εργασίες δεν αλλοίωναν την ιστορική και καλλιτεχνική του ταυτότητα.
Από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΣΠΥΡΟΥ
Παράλληλα, εξασφαλίστηκε η ορθή φύλαξη και ανάδειξη των πολύτιμων εκθεμάτων και των ιστορικών κειμηλίων που φυλάσσονται στο Ναό. Στην πορεία, η υποστήριξη της Εκκλησίας, πολλές φορές σιωπηλή και διακριτική, προσέφερε την απαραίτητη σταθερότητα και καθοδήγηση, χωρίς να επισκιάζει τις τεχνικές ή επιστημονικές αποφάσεις. Έτσι, το έργο προχώρησε με σοβαρότητα, συνέπεια και σεβασμό, ενώ η διακριτική παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου αποτέλεσε ένα σταθερό στήριγμα, ενισχύοντας την προσπάθεια και αναγνωρίζοντας τη σημασία του Ναού και του Κειμηλιαρχείου για όλους.
Σοβαρές φθορές
Ο Προϊστάμενος του Ναού, Πρωτοπρεσβύτερος Θωμάς Συνοδινός μιλώντας στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» τονίζει ότι η ανακαίνιση του Μητροπολιτικού Ναού δεν ήταν απλώς θέμα απόφασης, αλλά καθολική ανάγκη. «Ο σεισμός του 1981 είχε προκαλέσει σοβαρές φθορές. κατά την περίοδο μεταξύ του 1981 και του 1999, όταν ένας νέος σεισμός προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερες ζημιές, είχαν ξεκινήσει μελέτες από τον προκάτοχό μου, τον νυν Μητροπολίτη Πειραιώς. Ωστόσο, η κατάσταση είχε πλέον αλλάξει: οι παλιές μελέτες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ούτε καν να επικαιροποιηθούν, καθώς οι νέοι αντισεισμικοί κανονισμοί τις καθιστούσαν ασύμβατες.
Μετά τον δεύτερο σεισμό, λοιπόν, έγινε σαφές ότι ο ναός είτε θα έμενε κλειστός είτε θα ανακαινιζόταν πλήρως» σημειώνει ο π. Θωμάς και συμπληρώνει ότι «ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έδωσε σχετικές εντολές για την άμεση ανακαίνιση, ενώ η Εκκλησία, μη διαθέτοντας τα αναγκαία κεφάλαια, απευθύνθηκε στην τότε κυβέρνηση. Ο τότε Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης ανταποκρίθηκε, αναγνωρίζοντας το έργο ως εθνικής σημασίας και διασφαλίζοντας χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους».
Ο π. Θωμάς κάνει γνωστό ότι οι νέες μελέτες ξεκίνησαν με την πρόκληση των συνεχών αλλαγών στους κανονισμούς, αλλά και την ανάγκη να αντιμετωπιστούν όλες οι τεχνικές δυσκολίες. Για να διασφαλιστεί η αρτιότητα των εργασιών, συγκροτήθηκε επιτροπή συμβούλων από διακεκριμένους καθηγητές του Πανεπιστημίου: ο καθηγητής Παναγιώτης Καρύδης για τα αντισεισμικά, ο αείμνηστος καθηγητής Χαράλαμπος Μπούρας για τα αρχαιολογικά και αρχιτεκτονικά ζητήματα, και ο κύριος Γιώργος Πενέλης για τη στατική μελέτη. Η συνεισφορά τους ήταν αφιλοκερδής, ως δωρεά στον Μητροπολιτικό Ναό, και υπήρξε καθοριστική για την πρόοδο του έργου.
Ελλείψεις
Κατά τα πρώτα συμβούλια εντοπίστηκαν ελλείψεις και στις νέες μελέτες. Για παράδειγμα, υπήρχε στατική μελέτη, αλλά έλειπε η πλήρης αρχιτεκτονική προσέγγιση. Η σοβαρότητα και η σπουδαιότητα του έργου καθιστούσαν αναγκαία την προσεκτική παρακολούθηση κάθε βήματος. Παρά τις δυσκολίες, με τη βοήθεια του Θεού και της Παναγίας, το έργο ολοκληρώθηκε σταδιακά και σήμερα ο Ναός έχει ανακτήσει τη λαμπρότητά του.
Επίσης, ο προϊστάμενος του Ναού προσθέτει ότι αμέσως μετά τις υποδείξεις των συμβούλων, ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα μηχανικό κύριο Βογιατζή η εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης. Παράλληλα, κρίθηκε απαραίτητη η μελέτη για την αισθητική αποκατάσταση του Ναού, η οποία ανατέθηκε στον αείμνηστο Σταύρο Μπαλτογιάννη, έναν εξαιρετικό συντηρητή και συνεργάτη του Υπουργείου Πολιτισμού, καθώς και στον κύριο Σταύρο Μιχαλαριά, επίσης κορυφαίο στον τομέα του. Η συμβολή τους ήταν καθοριστική, καθώς εκπόνησαν μια μελέτη υψηλού επιπέδου που σώζεται μέχρι σήμερα στα αρχεία του Ναού.
Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι τα μέσα θέρμανσης ήταν παλιά, από τη δεκαετία του 1950, ενώ δεν υπήρχε κλιματισμός, και τα ηλεκτρολογικά δίκτυα κινδύνευαν να προκαλέσουν πυρκαγιά. Η έκταση και η πολυπλοκότητα των καλωδιώσεων μέσα στα δάπεδα και τους τοίχους του Ναού ήταν εντυπωσιακή, γεγονός που κατέστησε αναγκαία μια εκτεταμένη μελέτη και αναβάθμιση των συστημάτων.
Στατικότητα
Στο πεδίο των στατικών επεμβάσεων αντιμετωπίστηκαν τα μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς ήταν κρίσιμο να εξασφαλιστεί η ασφάλεια του μνημείου, διατηρώντας παράλληλα την ιστορική του ταυτότητα.
«Το μεγαλύτερο πρόβλημα είχε δημιουργηθεί από τον ποταμό Ηριδανό, που ρέει κάτω από την οδό Μητροπόλεως και διαβρώνει τις θεμελιώσεις του ναού. Οι στατικοί μας εξήγησαν ότι ήταν θαύμα ο ναός να μην είχε καταρρεύσει στον σεισμό, παρά τις διαβρώσεις. Παράλληλα, είχαν γίνει κάποιες επεμβάσεις, όπως η ανοικοδόμηση της κρύπτης όπου στεγάζεται σήμερα το μουσείο, αλλά ήταν ανεπαρκείς. Ο σεισμός αποκάλυψε σοβαρές ζημιές που δεν ήταν ορατές με την πρώτη ματιά. Για παράδειγμα, ενώ ο ναός παρουσιάζεται ως βασιλική τρίκλιτη, στο μέσο σχηματίζεται σταυρός και επάνω του ο τρούλος. Οι δύο τοίχοι, βόρειος και νότιος, είχαν αποκολληθεί από πάνω, ενώ από κάτω φαινόταν μια ρωγμή, η οποία επιδεινώθηκε λόγω των εργασιών για το φρέαρ του μετρό» υπογραμμίζει ο π. Θωμάς.
Πραγματοποιήθηκαν αμέτρητες ώρες επιθεωρήσεων, συσκέψεις για τη λήψη των σωστών αποφάσεων και αλληλογραφία με το Υπουργείο Πολιτισμού και τις αρμόδιες υπηρεσίες. Είναι ένα έργο του οποίου η δυσκολία και η πολυπλοκότητα δύσκολα μπορούν να περιγραφούν με λόγια.
«Στο ενδιάμεσο εκοιμήθη ο μακαριστός Χριστόδουλος, ο οποίος μας ενίσχυε πάντοτε ηθικά. Παράλληλα, είχαμε την ίδια θερμή και πατρική στήριξη από τον νυν Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, ο οποίος με κατανόηση και αγάπη μας ενθάρρυνε συνεχώς και έδινε κατευθύνσεις, ενώ επέτρεψε να παραμείνω στη Μητρόπολη για να ολοκληρωθεί το έργο, που ήταν το όνειρο της ζωής μου. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, η Εκκλησία «μετακόμισε» για επτά χρόνια στο ναό του Αγίου Διονυσίου, ενώ ο Μητροπολιτικός Ναός παρέμεινε κλειστός.
Εκείνη η περίοδος ήταν η ουσιαστική φάση των εργασιών, καθώς τα προηγούμενα χρόνια είχαν αφιερωθεί στις μελέτες, τις έρευνες και την αλληλογραφία» επισημαίνει ο π. Θωμάς και περιγράφει ότι «κατά τη διάρκεια των εργασιών παρακολουθούσα κάθε λεπτομέρεια, ανεβαίνοντας στις σκαλωσιές μέχρι τον Τρούλο, στα 35 μέτρα ύψος, περισσότερες από 200 φορές, ελέγχοντας εκατοστό προς εκατοστό την αισθητική αποκατάσταση. Οι συντηρητές έκαναν εξαιρετική δουλειά σύμφωνα με τις μελέτες, ενώ όλα τα ηλεκτρολογικά και μηχανολογικά συστήματα αντικαταστάθηκαν, μπήκε κλιματισμός, και οι δυσκολίες της στατικής επάρκειας αντιμετωπίστηκαν με ειδικά σίδερα από λεπτό ατσάλι που σχεδόν δεν φαίνονται».
Όπως σημειώνει ο π. Θωμάς η αισθητική αποκατάσταση ήταν επίσης πρόκληση. Με τη φροντίδα των συντηρητών, το μνημείο επανήλθε στην αυθεντική του μορφή, με νέο φωτισμό, νέα ηχητική εγκατάσταση και πλήρη αποκατάσταση των εσωτερικών χώρων, ενώ κάτω από το ιερό δημιουργήθηκαν τουαλέτες και χώροι που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ώστε να εξυπηρετούνται οι πιστοί με αξιοπρέπεια. Όλα αυτά τα έργα, παρά τις δυσκολίες και την πολυπλοκότητα, ολοκληρώθηκαν με επιτυχία, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που αποτελεί σήμερα πηγή υπερηφάνειας για όσους συμμετείχαν σε αυτό το σπουδαίο εγχείρημα.
«Υστερα από τόσα χρόνια δοξάζω το Θεό, γιατί ο Μητροπολιτικός μας Ναός βρίσκεται σήμερα σε αυτή την κατάσταση. Τον θαυμάζουν όλοι όσοι τον επισκέπτονται, όπως φάνηκε και στην κηδεία του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, όπου παρευρέθηκαν πλήθος βασιλέων και αρχηγών κρατών, αλλά και στην κηδεία της πριγκίπισσας Ειρήνης και σε άλλες σημαντικές εκδηλώσεις.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέσα σε αυτόν τον ναό έχει γραφτεί ολόκληρη η νεότερη ιστορία του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους: από το 1840, όταν άρχισε η ανέγερση του ναού, μέχρι το 1862, οπότε ολοκληρώθηκε και έγιναν τα εγκαίνια από τον Οθωνα. Από τότε μέχρι σήμερα, όλα τα μεγάλα γεγονότα -γάμοι, κηδείες, δοξολογίες για εθνικές επετείους και μνημόσυνα έπειτα από τους πολέμους- έχουν τελεστεί μέσα στο Μητροπολιτικό Ναό» υπογραμμίζει ο π. Θωμάς.
Στη συνέχεια, η αφήγηση μας οδηγεί στον υπόγειο χώρο του ναού, όπου σήμερα στεγάζεται το μουσείο, φέρνοντας στο φως τα κειμήλια και τα ίχνη της ιστορικής μνήμης που φυλάσσονται προσεκτικά και με σεβασμό.
«Το κειμηλιοφυλάκιο του Μητροπολιτικού Ναού, που σήμερα στεγάζει το μουσείο, έχει τη δική του ξεχωριστή ιστορία. Αρχικά ο χώρος είχε δημιουργηθεί για να φιλοξενεί δύο παρεκκλήσια, του Αγίου Γρηγορίου του Πέμπτου και της Αγίας Φιλοθέης, και κάτω από αυτά είχαν μεταφερθεί τα λείψανά τους. Κατά τη διάρκεια των ημερών των προκατόχων μου ο χώρος παρέμεινε κενός και ουσιαστικά λειτουργούσε ως αποθήκη. Η ιδέα να μετατραπεί σε μουσείο γεννήθηκε από την ανάγκη διαφύλαξης των κειμηλίων του ναού και την επιθυμία να παρουσιαστεί η συνεχής συμβολή της Εκκλησίας στον πολιτισμό και στην τέχνη» επεσήμανε ο π. Θωμάς.
Όπως αναφέρει «το Μουσείο σχεδιάστηκε σύμφωνα με τις πιο σύγχρονες μουσειογραφικές και μουσειολογικές προδιαγραφές, ώστε να προσφέρει μία ολοκληρωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη παρουσίαση των κειμηλίων.
Τα έξοδα για την πλήρη υλοποίηση του έργου καλύφθηκαν από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, γεγονός για το οποίο είμαι βαθιά ευγνώμων, καθώς χωρίς αυτή τη στήριξη η δημιουργία του μουσείου δεν θα ήταν εφικτή, ειδικά μετά τις οικονομικές δυσκολίες που προκάλεσε η πανδημία COVID-19 και το κλείσιμο του ναού».
Σπουδαία εκθέματα
Ο π. Θωμάς τονίζει: «Το μουσείο θεωρείται σήμερα ένα από τα ωραιότερα μικρά μουσεία, όπως έχουν αναφέρει πολλοί επισκέπτες στο βιβλίο των επισκεπτών, και προσφέρει μια μοναδική εμπειρία. Μπορεί κάποιος να δει αντιπροσωπευτικά δείγματα όλων των εκφάνσεων της τέχνης που σχετίζονται με την Εκκλησία: αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική, μικροτεχνία, μεταλλοτεχνία, κεντητική, χειρόγραφα και μουσική.
Εκτίθενται άμφια αρχιεπισκόπων και άλλων εκκλησιαστικών προσώπων, εγκόλπια, αντικείμενα λατρείας από αργυρά και χρυσά, αλλά και οι θρόνοι των Βασιλέων από την εποχή του Γεωργίου Α΄ έως τον τελευταίο βασιλέα Κωνσταντίνο. Το μουσείο επιτρέπει στους ξένους και στους Έλληνες να αντιληφθούν πώς η Εκκλησία συνέβαλε στον πολιτισμό, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα την ιστορική και καλλιτεχνική κληρονομιά του ναού».
Εν κατακλείδι ο π. Θωμάς τονίζει ότι «η συμβολή του Αρχιεπισκόπου ήταν καθοριστική. Όταν του πρότεινα να πραγματοποιηθεί το μουσείο, το δέχτηκε με ενθουσιασμό και μου έδειξε προσωπική εμπιστοσύνη, παρακολουθώντας τις εργασίες με διακριτικό αλλά ουσιαστικό τρόπο και μας παραχώρησε ένα σετ εγκολπίων.
Παράλληλα, παραχωρήθηκαν στο μουσείο σημαντικά αντικείμενα, όπως εγκόλπια και προσωπικά κειμήλια Ιεραρχών, μεταξύ των οποίων του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, του Σεραφείμ, του Χρυσοστόμου Χατζησταύρου, του Ιακώβου Βαβανάτσου και του Ιερωνύμου του Α’, ενώ πρόσφατα προστέθηκε και ένα εγκολπιο του Χρυσάνθου, του από Τραπεζούντος, από τον Μητροπολίτη Φαναρίου κ. Αγαθάγγελο».
Σήμερα, το Κειμηλιαρχείο είναι ανοιχτό καθημερινά από τις 11:00 έως τις 18:00 και αποτελεί έναν χώρο που μαρτυρεί τη συνέχιση της ιστορίας και του πολιτισμού που συνδέονται με τον Μητροπολιτικό Ναό. Η παρουσία του μουσείου ολοκληρώνει την εικόνα ενός ναού που, μετά από πολυετείς προσπάθειες ανακαίνισης και αποκατάστασης, αποτελεί σήμερα ζωντανό μνημείο πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”





















