Ναυπάκτου Ιερόθεος: “Το ΣτΕ και το μάθημα των Θρησκευτικών”

Τη θέση του για τις εξελίξεις στα Θρησκευτικά μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας καταθέτει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος.

Αναλυτικά όσα αναφέρει ο Σεβασμιώτατος:

Εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση του Σ.τ.Ε. για το μάθημα των Θρησκευτικών και γίνεται μεγάλη συζήτηση στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για το θέμα αυτό, όπως έγιναν και δηλώσεις υπευθύνων από πλευράς Εκκλησίας και Πολιτείας. Πάνω στο θέμα αυτό θα εκθέσω μερικές απόψεις μου, πρώτα ως προς το μάθημα των Θρησκευτικών και έπειτα ως προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και ως προς το τι δέον γενέσθαι.
1. Τα δύο Προγράμματα του μαθήματος των Θρησκευτικών
Για να κατανοήση κανείς τι ακριβώς συμβαίνει με το μάθημα των Θρησκευτικών, πρέπει να εξετάση την διαφορά που υφίσταται μεταξύ δύο Προγραμμάτων.
Πριν τον Σεπτέμβριο 2016, ως προς το μάθημα των Θρησκευτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ίσχυε το Αναλυτικό Πρόγραμμα βάσει του οποίου εγράφησαν τα βιβλία των Θρησκευτικών. Η αναλυτική μέθοδος ίσχυε πολλά χρόνια στην εκπαίδευση, αφού στηρίζεται στην αρχή ότι από τα απλά στοιχεία γίνεται η μετάβαση τα συνθετότερα, στα δε θρησκευτικά –όπως και σε άλλα μαθήματα– γίνονταν τρεις κυκλικές επαναλήψεις της ύλης από απλούστερες σε συνθετότερες μορφές κατά το Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο. Αυτονόητα τα ζητήματα ετίθεντο με χρονολογική σειρά και λογική συγκρότηση από τα απλά στα σύνθετα.

Συγκεκριμένα, άρχιζε η προσφερόμενη γνώση από την Παλαιά Διαθήκη, προχωρούσε στην Καινή Διαθήκη στα χρόνια του Χριστού και επεκτεινόταν στην συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό, στις διαφορές μεταξύ των Χριστιανών (Ορθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικών, Προτεσταντών), στις αιρέσεις, στις άλλες Θρησκείες και τα σύγχρονα κοινωνικά και βιοηθικά προβλήματα. Στην όλη μεθοδολογία του Αναλυτικού Προγράμματος δεν υπήρχαν πολλαπλές θρησκείες ταυτοχρόνως πλημμελώς, αποσπασματικά εξεταζόμενες, ούτε συναφώς ανιστόρητες μεταβάσεις με άλματα αιώνων εν είδει σύγκρισης φαινομένων και με πρόσχημα την κριτική σκέψη.
Ένα τέτοιο μάθημα, που στηριζόταν στην αναλυτική μέθοδο, παρείχε ολοκληρωμένη γνώση και δεν ήταν ομολογιακό μάθημα, ούτε είχε κατηχητικό χαρακτήρα, αλλά ήταν γνωσιολογικό, πολιτιστικό και θρησκειολογικό.
Άλλωστε, η Παλαιά Διαθήκη είναι η βάση των τριών γνωστών Θρησκειών (Εβραισμού, Χριστιανισμού, Μουσουλμανισμού), αν και ο Χριστιανισμός δεν είναι Θρησκεία, όπως οι άλλες, καθώς επίσης οι μαθητές, εκτός από την δική τους χριστιανική πολιτιστική παράδοση, διδάσκονταν και άλλες Θρησκείες και άλλες σέκτες και αιρέσεις, καθώς επίσης διδάσκονταν σύγχρονα κοινωνικά, οικολογικά ή βιοηθικά ζητήματα. Το ότι μερικοί συστηματικά διαδίδουν ότι το μάθημα αυτό των Θρησκευτικών ήταν κατηχητικό και ομολογιακό παραποιούν τα πράγματα εν γνώσει τους και παραπλανούν συστηματικά την κοινωνία.

Από τον Σεπτέμβριο του 2016 με υπουργική απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και είχε ισχύ Νόμου, άλλαξε αυτή η μεθοδολογία του μαθήματος των Θρησκευτικών που βασιζόταν στην αναλυτική σκέψη και εισήχθη το λεγόμενο Πρόγραμμα Σπουδών που βασίζεται στην θεματική μέθοδο σπουδών. Αυτό σημαίνει ότι εγκαταλείφθηκε πλέον η αναλυτική μέθοδος και εισήχθη η μέθοδος διδασκαλίας των Προγραμμάτων διαδικασίας, με έμφαση στην μάθηση μέσω της πράξης και συμμετοχής του μαθητή στην γνωστική διαδικασία.
Τα Αναλυτικά Προγράμματα κρίθηκαν ως παρωχημένα λόγω «ασαφούς, αόριστης στοχοθεσίας, με στείρα παροχή πληροφορίας και συναφούς άκριτης απομνημόνευσης, αυστηρού προγραμματισμού της διδακτέας ύλης, ανελαστικού προγραμματισμού της διδασκαλίας, λιγοστής δυνατότητας ανάληψης πρωτοβουλιών από τον εκπαιδευτικό».
Η μεθοδολογία των Προγραμμάτων διαδικασίας –όπως τουλάχιστον εφαρμόζονται στα νέα Προγράμματα Σπουδών Θρησκευτικών– με έμφαση στην μάθηση, μέσω συμμετοχικής πράξης μαθητών και διδασκόντων, εστιάζει πλήρως στο πως της πράξης, καταργώντας ως απολύτως παρωχημένο το τι της διδακτέως ύλης.
Το τι της διδασκαλίας κρίνεται ως πληροφορία που μεταβάλλεται διαρκώς και συνεπώς δεν αξίζει της προσοχής του εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ το πως μαθαίνω αναδεικνύεται σε μέγιστη αξία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο καθίσταται απολύτως σαφές το γιατί παραγνωρίζεται απολύτως η σημασία της ιστορίας και της αναλυτικής λογικής, παρά τις ρητορικές διαβεβαιώσεις περί στιβαρού ιστορικού πλαισίου, το οποίο αποτελεί το περιβάλλον της πληροφορίας.

Όταν αυτό που ενδιαφέρει είναι το πως, αναγκαίως και αναπόφευκτα επιστρατεύονται τραγουδάκια, ποιηματάκια, σκετσάκια υπηρετικά του πως. Τα ιστορικά φαινόμενα καθυποτάσσονται στην λειτουργία εκμάθησης του πως.
Η μετάβαση από την ιστορία στην πρακτική δεξιότητα είναι σαφής. Η λογική των δεξιοτήτων προωθούμενη από το Πρόγραμμα Σπουδών χρησιμοποιεί την ιστορία ως πεδίο εκμάθησης τεχνικών. Ακριβώς γι’ αυτό χρησιμοποεί ο,τι είναι βολικό από την ιστορία για εκμάθηση τεχνών και στα πλαίσια της πολυπολιτισμικότητας χρησιμοποιεί ο,τι είναι βολικό για την εξάσκηση των μαθητών στις παγκοσμιοποιημένες αρετές της πολιτικής ορθότητας, ουδέτερες για κάθε Θρησκεία. Ακριβώς γι’ αυτό κάθε ιστορικό φαινόμενο εξετάζεται πλημμελώς, διότι δεν ενδιαφέρει καθεαυτό, αλλά ενδιαφέρει η προκύπτουσα από αυτό χρησιμότητα.
Η θεματική μέθοδος δεν έχει σχέση μόνον με μια απλή μέθοδο, που είναι έργο της παιδαγωγικής επιστήμης, αλλά έχει σχέση με το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Η θρησκευτική γνώση με την μέθοδο αυτή δεν προσφέρεται μεθοδικά, χρονικά, αλλά αποσπασματικά. Δηλαδή, η θεματική μέθοδος, όπως προαναφέρθηκε, κατήργησε την ιστορική διάρθρωση της ύλης και προσφέρει μια προσέγγιση φαινομενολογική.
Αυτό χαρακτηρίσθηκε ως «θρησκευτικός γραμματισμός», με την έννοια ότι σχηματίζεται μια γνώση, λαμβάνοντας στοιχεία από όλες τις θρησκείες. Πρέπει να θυμίσω ότι, όπως ανέλυσα στην εισήγησή μου στην Ιεραρχία, ο «θρησκευτικός γραμματισμός» ήταν μια θεωρία του Andrew Wright στην Βρεταννία, την δεκαετία του ’90 που δημιουργήθηκε «στον αντίποδα της φιλελεύθερης θεώρησης της θρησκευτικής αγωγής» του Robert Jakson. Όμως, τελικά με το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών δεν εφαρμόσθηκε ο «θρησκευτικός γραμματισμός» του Andrew Wright.

Η διαφορά μεταξύ του παλαιού Αναλυτικού Προγράμματος και του Νέου Προγράμματος Σπουδών δείχνει το όλο πρόβλημα που υπάρχει στο μάθημα των Θρησκευτικών και δημιουργεί σύγχυση. Η ίδια διαφορά θα παρατηρηθή και στο μάθημα της ιστορίας, όταν αντί να διδαχθή η ιστορία της χώρας μας με την αναλυτική μέθοδο (αρχαία, μέση, νεώτερη), θα διδαχθούν θεματικά όλα μαζί τα ιστορικά γεγονότα. Αυτό θα δημιουργήση τεράστια σύγχυση στους μαθητές.

Δηλαδή, η θεματική μέθοδος σπουδών στα μεν Θρησκευτικά δημιουργεί τον θρησκευτικό συγκρητισμό, στην δε ιστορία τον ακραίο διεθνισμό, που υπονομεύει το Έθνος και εισάγει εν πολλοίς την αρχή της σύνθεσης και της απώλειας των πολιτισμικών χαρακτηριστικών και οδηγεί στην αφομοίωση ενός πολιτισμού ή τον απο-εκπολιτισμό του.
Στο θέμα αυτό πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη τα όσα εξέθεσα προηγουμένως για την διαφορά μεταξύ του Αναλυτικού Προγράμματος και του Προγράμματος Σπουδών, σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα, τα οποία έχω αναλύσει σε δύο Εισηγήσεις μου στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο (Ιανουάριος 2016) και την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος (Μάρτιος 2016).
Αν κανείς δεν εντοπίση αυτήν την πραγματικότητα, δεν θα μπορέση να καταλάβη καθόλου το πρόβλημα που έχει δημιουργηθή στο μάθημα των Θρησκευτικών. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μερικά επί μέρους προβλήματα και στοιχεία γνωσιολογικά, ούτε για μερικά τραγούδια και αποσπάσματα, αλλά για υπονόμευση της σοβαρής αναλυτικής μεθόδου που είναι η βάση κάθε επιστήμης, και αυτό έχει συνέπειες στον πολιτισμό.
Έτσι, το μάθημα των Θρησκευτικών με το προηγούμενο Αναλυτικό Πρόγραμμα ήταν μεθοδικό, γνωσιολογικό, πολιτιστικό, θρησκειολογικό, όπως έχει αποδειχθή σε σχετική διδακτορική διατριβή, και όχι κατηχητικό και ομολογιακό, με τις απαραίτητες διορθώσεις. Αντίθετα, το μάθημα των Θρησκευτικών με το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών είναι συγκρητιστικό, διαθρησκειακό, και υπονομεύει όλη την παράδοσή μας, η οποία στηρίζεται στην γνώση του δικού μας πολιτιστικού προτύπου, με τον παράλληλο σεβασμό κάθε ετερότητας.

Επειδή τελευταία διαδίδεται πολύ ότι τους Φακέλους του Μαθητού που εκφράζουν το νέο Πρόγραμμα Σπουδών τους ενέκρινε η Εκκλησία, θέλω να διευκρινίσω ότι στην Συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 2017, μετά την σχετική εισήγηση για τους Φακέλους του Μαθητού, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος επιφυλάχθηκε και δεν ενέκρινε.
Η πρόταση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, όπως φαίνεται στα Πρακτικά της Ιεραρχίας ήταν:
«Επομένως, η Επιτροπή διαλόγου θα συνεχίσει τον διάλογο με την Πολιτεία και θα παρακολουθεί την εξέλιξη των θεμάτων ως προς το μάθημα των Θρησκευτικών. Έτσι, λοιπόν, σήμερα δεν θα πούμε ότι εγκρίνεται ή απορρίπτεται το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών, αλλά ότι η ΙΣΙ ενημερώθηκε από τα μέλη της Επιτροπής και τους ευχαριστούμε…». Και η πρόταση του Αρχιεπισκόπου έγινε ομοφώνως αποδεκτή.
Επομένως, η Ιεραρχία δεν ενέκρινε, ούτε απέρριψε, απλώς ενημερώθηκε.

2. Οι προηγούμενες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Αναλυτικό Πρόγραμμα
Το Συμβούλιο της Επικρατείας ασχολήθηκε κατά καιρούς με το μάθημα των Θρησκευτικών, κρίνοντας διάφορες προσφυγές που αναφέρονταν σε παράλληλα θέματα, όπως την προσευχή και την μη παρακολούθηση του μαθήματος.
Είναι ανάγκη να επισημανθή ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας συζητά θέματα προσφυγών και ακυρώσεων, στηριζόμενο κυρίως στο Σύνταγμα της Ελλάδος και τις αποφάσειςκ των Ευρωπαικών και Διεθνών Οργανισμών.
Πρέπει να γίνη σαφές ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ελληνικής Πολιτείας, το οποίο ερμηνεύει το Σύνταγμα και τους Νόμους του Κράτους. Δεν μπορεί κάθε Υπουργός να ερμηνεύη το Σύνταγμα κατά την ιδεολογία του, παραθεωρώντας το Συμβούλιο της Επικρατείας, διότι τότε θα εκφρασθή στην πράξη η υπονόμευση της ίδιας της Δημοκρατίας. Δεν είναι δυνατόν κάποιος με λαικιστικές ιδεολογικές δηλώσεις και εκφράσεις να υπονομεύη το ίδιο το Πολίτευμα της Δημοκρατίας.

Στο συγκεκριμένο θέμα το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάνθηκε δύο φορές.
Συγκεκριμένα, για όσο ίσχυε το Αναλυτικό Πρόγραμμα, δηλαδή μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016, υπάρχουν δύο αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και μια απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η οποία εφετειακή απόφαση είναι ισόκυρη με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, επειδή ο Νόμος 702/1977 υπήγαγε την εκδίκαση των αιτήσεων των ακυρωτικών πράξεων που αφορούν κάθε θέμα εκπαιδευτικής νομοθεσίας από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο Τριμελές Διοικητικό Εφετείο.
Έτσι, η απόφαση 3356/1995 του ΣΤ’ Τμήματος του Σ.τ.Ε. στηρίχθηκε στα άρθρα 13, 16, και 3 του Συντάγματος, από τα οποία συνεπάγεται ότι ο σκοπός της παιδείας που προσφέρουν τα Σχολεία είναι «μεταξύ των άλλων, και η “ανάπτυξη” της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας». Επικαλέσθηκε και την Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950, κατά την οποία κάθε κράτος «θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων, όπως εξασφαλίζωσιν την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν τούτων συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις».

Συγχρόνως, απεφάσισε ότι οι μαθητές μπορούν να μη παρακολουθήσουν την διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, αρκεί να το δηλώσουν στον Διευθυντή του Σχολείου ότι έχουν λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως που προσδιορίζονται σαφώς, «ήτοι διότι είναι ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι ή άθεοι».
Στην συνέχεια, η υπ’ αριθμ. 2176/1998 απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος του Σ.τ.Ε. που εξεδόθη με αφορμή άλλη αίτηση ακυρώσεως που αφορά την μείωση των ωρών διδασκαλίας αναφέρεται στον σκοπό της παιδείας, που είναι ο ίδιος που προσδιορίσθηκε από την προηγούμενη απόφαση του 1995 και συγχρόνως αναφέρεται στο να εξασφαλίζεται η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών «επί ικανού αριθμού ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως».

Πέρα από τις δύο αυτές αποφάσεις του Σ.τ.Ε., και η υπ’ αριθμ. 115/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, απεφάνθη ότι το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως διδασκόταν τότε με το Αναλυτικό Πρόγραμμα, κινείται στις απαιτήσεις του πλουραρισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας∙ ότι οι ορθόδοξοι μαθητές δεν μπορούν να απαλλαγούν από το μάθημα των Θρησκευτικών όσους λόγους και αν επικαλεσθούν∙ και ότι επιτρέπεται να απαλλάσσωνται από το μάθημα των Θρησκευτικών μόνον οι άθρησκοι, οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι μαθητές, μόνον με τις αυστηρές προδιαγραφόμενες προϋποθέσεις.
Επομένως, τα βιβλία που διδάσκονταν στα Σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, βάσει του Αναλυτικού Προγράμματος, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016, με τις αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας μας που μνημονεύθηκαν ήταν σύμφωνα με το Σύνταγμα και εκινούντο στην πλουραλιστική, πολυφωνική και πολυπολιτισμική προοπτική.

3. Η πρόσφατη απόφαση του Σ.τ.Ε. για το Πρόγραμμα Σπουδών
Όταν τον Σεπτέμβριο του 2016, με την υπ’ αριθμ. 14375/Δ2/7-9-2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο», ίσχυσε το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών, ανετράπη το προηγούμενο Αναλυτικό Πρόγραμμα και εισήχθη στα Σχολεία το διαθρησκειακό μάθημα στα Θρησκευτικά με έντονο τον χαρακτήρα του θρησκειολογικού συγκρητισμού, παρ’ ο,τι φαίνεται ότι έχει ορθόδοξο προσανατολισμό.
Όμως, μετά από αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση της Ολομέλειάς του, η οποία με ισχυρά νομικά επιχειρήματα ακύρωσε την ως άνω Υπουργική απόφαση. Ενδεικτικά θα παρατεθούν μερικά βασικά σημεία.

Στο σκεπτικό της δέχεται ότι η Πολιτεία είναι ελεύθερη «να επιλέγει και να καθορίσει κανονιστικά το περιεχόμενο της σχετικής αγωγής κατά την εκάστοτε εκπαιδευτική πολιτική και τα πορίσματα της παιδαγωγικής επιστήμης, μη ελεγχόμενη δικαστικά στις επιλογές της, παρά μόνον ως προς την τήρηση των πιο πάνω συνταγματικών υποχρεώσεων».
Με βάση αυτό το σκεπτικό αποφαίνεται ότι το συγκεκριμένο Πρόγραμμα Σπουδών
–έρχεται σε αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 16, παρ. 2 του Συντάγματος, «διότι, με το πρόγραμμα σπουδών που εισάγει για τις Γ’-ΣΤ’ τάξεις του Δημοτικού και για το Γυμνάσιο, φαλκιδεύεται ο επιβεβλημένος από τη συνταγματική αυτή διάταξη σκοπός, η σύμπτυξη δηλαδή της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως των μαθητών, που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού»,
–έρχεται σε αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 13, παρ. 1 του Συντάγματος «που κατοχυρώνει ως απαραβίαστη της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως», διότι προκαλεί «σύγχυση» στους ορθόδοξους μαθητές και «κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση»,
–επεμβαίνει «στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών αυτών που δεν διαθέτουν την ωριμότητα και την κριτική αντίληψη των ενηλίκων» και είναι ικανή «να τους εκτρέψει από την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση»,
–έρχεται σε αντίθεση προς την διάταξη του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ «διότι προσβάλλει το ευθέως καθιερούμενο από την διάταξη αυτή δικαίωμα των ανηκόντων στην επικρατούσα θρησκεία ορθόδοξων χριστιανών γονέων να διασφαλίσουν τη μόρφωση και εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις»

–έρχεται σε αντίθεση «προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας» και προς το άρθρο 14 (σε συνδυασμό με το άρθρο 9) της ΕΣΔΑ «διότι στερεί από τους μαθητές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος το δικαίωμα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ενώ η νομοθεσία όπως έχει εκτεθεί προβλέπει για μαθητές ρωμαιοκαθολικούς, εβραίους και μουσουλμάνους τη δυνατότητα να διδάσκονται αποκλειστικώς τα δόγματα της πίστεώς τους (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών), μάλιστα δε από δασκάλους προτεινόμενους από την οικεία θρησκευτική κοινότητα».
Από όσα ανεφέρθησαν προηγουμένως είναι προφανές ότι το προηγούμενο Αναλυτικό Πρόγραμμα ήταν σύμφωνο με το Σύνταγμα, την Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης και την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών είναι αντισυνταγματικό.
Όσον αφορά την υποστηριζόμενη άποψη ότι δήθεν η υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ εξεδόθη επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά της προηγούμενης υπουργικής απόφασης και δεν αφορά την ισχύουσα, κατά την άποψή μου είναι τυποκρατικός και αλυσιτελώς προβάλλεται, εν όψει του ότι το Σ.τ.Ε ερμήνευσε τις ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις, η δε ερμηνεία αυτή εν πολλοίς ισχύει, mutatis mutandis και για την ρύθμιση της ισχύουσας υπουργικής απόφασης. Εξ όσων δε γνωρίζω και η ισχύουσα υπουργική απόφαση έχει ήδη προσβληθή με αίτηση ακυρώσεως και θεωρώ ότι το αποτέλεσμα, εν όψει των ως άνω παραδοχών της απόφασης του Σ.τ.Ε., θα είναι η ακύρωσή της.

Επειδή ζούμε σε ευνομούμενη Πολιτεία, δεν είναι δυνατόν το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων να μην εφαρμόση την απόφαση αυτή, ούτε φυσικά και η Εκκλησία να την αγνοήση. Αυτό σημαίνει ότι η μόνη λύση είναι να γίνη διάλογος μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας με βάση το προηγούμενο Αναλυτικό Πρόγραμμα, και να γίνουν οι σχετικές βελτιώσεις του που θα αναφέρωνται στην σύγχρονη πραγματικότητα και τις νέες ανάγκες, το οποίο μάλιστα δεν καταργεί κανένα πλεονέκτημα του νέου Προγράμματος Σπουδών όσον αφορά στις τεχνικές διδασκαλίας.
Σε αυτό αναφερόταν η απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον Μάρτιο του 2016, που ήταν:
«Να επικεντρωθή το ενδιαφέρον στο τρέχον Πρόγραμμα (δηλαδή, το προηγούμενο πρόγραμμα πριν τον Σεπτέμβριο 2016) με την δική του μεθοδολογία, στο οποίο όμως να γίνουν μερικές βελτιώσεις, εντάσσοντάς το στα σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, οπότε να εισαχθούν σε κάθε βιβλίο –όχι σε κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ανάλογα με την θεματολογία του βιβλίου, αφού όμως δοθή προτεραιότητα στην ορθόδοξη παράδοση, την οποία ακολουθεί η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, αλλά και να χρησιμοποιηθούν ως εφαρμογές και τα καλά στοιχεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών».
Νομίζω δεν υπάρχει άλλη λύση που να επιφέρη μια ισορροπία στο θέμα αυτό, η οποία θα είναι σύμφωνη με τις παραδόσεις μας, το Σύνταγμα και τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ήταν το κύριο θέμα της εισηγήσεώς μου στην Συνεδρίαση της Ιεραρχίας της 9ης Μαρτίου 2016, στην οποία αντιμετώπισα το θέμα των Θρησκευτικών, από πλευράς νομικής, επιστημονικής και δεοντολογικής και υιοθετήθηκε ομοφώνως από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.