Μνήμη Αγίων της 7ης Απριλίου από τον Μητροπολίτη Φαναρίου Αγαθάγγελο

Το της 7ης Απριλίου από τον .

† Μνήμη του αγίου μάρτυρος Καλλιοπίου, του εν Πέργη της Παμφυλίας ασκήσαντος

Ο Άγιος Μάρτυς Καλλιόπιος καταγόταν από την Πέργη της Παμφυλίας και έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού (286-305 μ.Χ.). Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και η ενάρετη μητέρα του Θεόκλεια τον ανέθρεψε και τον εγαλούχησε με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως. Έτσι κατά την περίοδό των δι-ωγμών ο νεαρός Καλλιόπιος όχι μόνο δεν εφοβήθηκε, αλλά αντιθέ-τως εμψύχωνε και παρηγορούσε τους ολιγόψυχους. Ενώ ο διωγμός είχε κηρυχθεί, ο Άγιος ανεχώρησε για την Πομπηιούπολη, όπου αυτοβούλως παρουσιάσθηκε στον έπαρχο Μάξιμο, τον οποίο ελεγξε για τα εγκλήματά του κατά των Χριστιανών. Οργισμένος ο έπαρχος διέταξε να τον συλλάβουν, να τον βασανίσουν και να τον κλείσουν στη φυλακή. Μαζί του εισήλθε στη φυλακή και η μητέρα του, η οποία εσπόγγιζε το αίμα του υιού της. Γιατί αφού έδωσε όλο τον πλούτο της στους πτωχούς, ακολούθησε το παιδί της στην πορεία προς το μαρτύριο. Αφού έβγαλαν από τη φυλακή τον Άγιο, τον κατεδίκασαν σε σταυρικό θάνατο. Έτσι έγινε κοινωνός με τον Χρι-στο όχι μόνο στο πάθος αλλά και στις ημέρες. Γιατί ήταν η Μεγάλη Παρασκευή, όταν εσταυρώθηκε. Η μητέρα του έδωσε στους δήμιους πέντε χρυσά νομίσματα και τους παρακάλεσε να μη σταυρώσουν τον υιό της όμοια με τον Χριστό, αλλά με το κεφάλι προς τα κάτω. Και αφού εσταυρώθηκε την τρίτη ώρα της Παρασκευής, παρέδωσε το πνεύμα. Η δε μητέρα του, αφού έπεσε επάνω στον εσταυρωμένο υιό της, παρέδωσε την ψυχή της.

† Τη αυτή ημέρα, μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Επιφανίου, Ρουφίνου και Δονάτου των μαρτύρων, και των συν αυτοίς μαρτυ-ρησάντων.

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Επιφάνιος, ο οποίος ήταν Επίσκοπος, και οι Άγιοι Μάρτυρες Ρουφίνος ο διάκονος και Δονάτος εμαρτύρησαν μαζί με άλλους Χριστιανούς στην Αφρική1.

† Τη αυτή ημέρα, μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Ρουφίνου, της αγίας μάρτυρος Ακυλίνης και των συν αυτοίς διακοσίων μαρτύρων των εν Σινώπη αθλησάντων.

Ο Άγιος Μάρτυς Ρουφίνος, ο διάκονος, και η Αγία Μάρτυς Ακυλίνα εμαρτύρησαν μαζί με άλλους διακόσιους Χριστιανούς στη Σινώπη κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Δεκίου (249-251 μ.Χ.).

Όντας εκείνο τον καιρό ο Άγιος Ρουφίνος διάκονος της Εκκλησίας του Χριστού εδίδασκε πολλούς στο Όνομα του Χριστού. Γι’ αυτό συνελήφθη και εκλείσθηκε στη φυλακή. Η Χριστιανή Ακυλίνα, επειδή τον επισκέφθηκε, συνελήφθη και η ίδια. Και οι δύο, αφού επαρουσιάσθηκαν στον άρχοντα, ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και εβασανίσθηκαν σκληρά. Όμως, με τη Χάρη του Θεού εθαυματούργησαν και προετοίμασαν τους παρευρισκόμενους διακό-σιους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό. Ο άρχοντας ορ-γισμένος διέταξε να θανατωθούν όλοι με μαχαίρι. Και αφού τους έδε-σαν οι δήμιοι, τους οδήγησαν στον τόπο της αθλήσεως και τους απο-κεφάλισαν όλους. Έτσι οι Άγιοι αυτοί Μάρτυρες έλαβαν από τον δωρεοδότη Κύριο τον στέφανο της δόξας και του μαρτυρίου.

Σύμφωνα με τον Λαυριωτικό Κώδικα2 οι Άγιοι παρηκολού-θησαν το μαρτύριο του Αγίου Χριστοφόρου.

† Τη αυτή ημέρα, μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Γεωργίου, επισκόπου Μυτιλήνης, του Σημειοφόρου.

Ο Άγιος Γεώργιος, Επίσκοπος Μυτιλήνης, έζησε κατά τους χρόνους της εικονομαχίας. Αγωνίσθηκε σθεναρά κατά των δυσσε-βων εικονομάχων και εξορίσθηκε σε κάποιο νησί της Προποντίδος, όπου και απέθανε από τις κακουχίες το έτος 821 μ.Χ. σε ηλικία σαράντα πέντε ετών. Το τίμιο αυτού λείψανο παρέμεινε ενταφια-σμένο επί είκοσι χρόνο στον τόπο της εξορίας. Επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μεθοδίου (842-847 μ.Χ.), μετά την αποκα-τάσταση της Ορθοδοξίας, έγινε η ανακομιδή πολλών ιερών λειψά-νων Αγίων που απέθαναν στην εξορία, ως του Θεοφυλάκτου Νικο-μηδείας, Θεοδώρου του Στουδίτου και Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως.

Τότε, και συγκεκριμένα κατά τα έτη 846-847 μ.Χ., ανεκομίσθηκε με πολλές τιμές και το τίμιο σκήνωμα του Αγίου Γεωργίου στη Μυτιλήνη. Να πως περιγράφει «βίος αυτού το γεγονός τούτο: «Πάντες οι της νήσου Μυτιλήνης οικήτορες, άμα πρεσβυτέροις και παντί τω κλήρω παρεγένοντο ένθα κατέκειτο το σώμα του οσίου πατρός ημών και ομολογητού Γεωργίου και δι’ όλης της νυκτός αγρυπνήσαντες, τη επιούση ημέρα λαβόντες το σώμα μετά ψαλμών και ύμνων απεκόμισαν αυτό εις την ιδίαν νήσον και κατέθεικαν αυτό μετά και των λοιπών πατέρων, δόξαν αναπέμποντες τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι»3.

Ευλαβής παράδοση, που διασώθηκε μέχρι τις ημέρες μας, θεωρεί ως τόπο ταφής του Αγίου τη θέση «Τρία Κυπαρίσσια» (Σα-ρη Μπαμπά) κοντά στο παρεκκήσι του Αγίου Ιωάννου του Προ-δρόμου. Κατά τον 18ο αιώνα μ.Χ. εσώζετο και ετιμάτο στη Μυτιλήνη η χείρα του Αγίου. Αυτή πιθανώς είναι η δεξιά χείρα που σώζεται σήμερα στο Σκαλοχώρι και φέρει επιγραφή «Άγιος Γιόργις» και κοινώς θεωρείται ως χείρα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.

† Τη αυτή ημέρα, μνήμη του οσίου πατρός ημών Λευκίου, του εκ Ρωσίας.

Ο Όσιος Λεύκιος ήταν ιδρυτής και ηγούμενος της μονής Κοι-μήσεως της Θεοτόκου Βολοκολάμσκ της Ρωσίας, κοντά στον ποταμό Ρούζα. Εκοιμήθηκε οσίως με ειρήνη το έτος 1492.

† Τη αυτή ημέρα, μνήμη του οσίου πατρός ημών Δανιήλ του Περεγιασλάβλ.

Ο Όσιος Δανιήλ, κατά κόσμον Δημήτριος, εγεννήθηκε μεταξύ των ετών 1459-1460 στο Περεγιασλάβλ-Ζελέσκιυ της Ρωσίας από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Κωνσταντίνο και την Θεοδοσία, η οποία αργότερα έγινε μοναχή με το όνομα Θέκλα.

Από μικρή ηλικία εδιδάχθηκε τα της μοναχικής πολιτείας κοντά στον ηγούμενο της μονής Νικίτσκιυ του Περαγιασλάβλ Ιωνά. Έγινε μοναχός στη μονή του Οσίου Παφνουτίου (Μπορόβσκι) και την πνευματική του ζωή καθοδήγησε ο Άγιος Λεύκιος του Βολοκολάμσκ (7 Απριλίου).

Όταν ο Όσιος Δανιήλ επέστρεψε στη γενέτειρά του, αφιέρωσε τον εαυτό του στους πτωχούς και τον ενταφιασμό των αστέγων. Στη συνέχεια ίδρυσε μονή κοντά στο κοιμητήριο της πο-λεως και εκοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1540.

Η Εκκλησία τιμά, επίσης, τη μνήμη του στις 28 Ιουλίου και στις 30 Δεκεμβρίου.

† Τη αυτή ημέρα, μνήμη του οσίου πατρός ημών Γρηγορίου του Βυζαντίου.

Ο Όσιος Γρηγόριος καταγόταν από το Βυζάντιο, γι’ αυτό και έλαβε το επώνυμο Βυζάντιος. Αφού ήλθε στο Άγιον Όρος, εμόνασε στα όρια της μονής Μεγίστης Λαύρας. Διά της συντόνου ασκήσεως, της άκρας ησυχίας και της νοεράς προσευχής, της οποίας υπήρξε θεοφόρος μύστης, έφθασε σε ύψος τελειότητος και εδεχόταν τροφή από Άγγελο. Ο Όσιος ήταν διδάσκαλος του Αγίου Γρηγορίου του

Παλαμά στη νηπτική φιλοσοφία και εκοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1310.

Συνεορτάζει μετά των λοιπών Αγιορειτών Πατέρων την Β΄ Κυριακή του Ματθαίου, αναφερόμενος στο β΄ τροπάριο της γ΄ Ωδής του Κανόνος της κοινής αυτών Ακολουθίας.

† Τη αυτή ημέρα, μνήμη του οσίου πατρός ημών Αγαπητού του Τυφλού, του εκ Ρωσίας.

Ο Όσιος Αγαπητός θεοφιλώς ασκήτεψε στη μονή Βάλαμο της Φιλλανδίας και εκοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1905.

† Τη αυτή ημέρα, μνήμη του οσίου πατρός Σάββα του Νέου, του εν Καλύμνω ασκήσαντος.

Ο Όσιος Σάββας ο Νέος, κατά κόσμον Βασίλειος, εγεννήθηκε το έτος 1862 στην Ηρακλείτσα της περιφέρειας Αβδίμ της Ανα-τολικής Θράκης από πτωχούς και απλοικούς γονείς, τον Κωνσταν-τίνο και την Σμαραγδή.

Ο Βασίλειος εμεγάλωσε έχοντας βαθειά πίστη και μεγάλη ευσέβεια, προσπαθώντας να μιμηθεί την άσκηση των Αγίων της Εκκλησίας μας. Σε ηλικία δώδεκα ετών ο Βασίλειος διεπίστωνε καθημερινά ότι το επάγγελμα που ασκούσε δεν ήταν στα μέτρα του και εποθούσε μια άλλη ζωή, ήθελε να ζήσει μόνο για τον Χριστό και να ακολουθήσει την οδό της μοναχικής πολιτείας. Έτσι έλαβε πλέον την αμετάκλητη απόφαση να φύγει, εγκαταλείποντας τα εγκόσμια και κάνοντας πράξη τους λόγους του Κυρίου, «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού». Κατευθύνεται στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Σκήτη της Αγί-ας Άννης, όπου επί δώδεκα έτη ζει πλέον με προσευχή και αυστηρή άσκηση.

Έντονη ήταν η επιθυμία του Οσίου να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους, την οποία πραγματοποιεί, αφού πρώτα διέρχεται από την γενέτειρά του. Δέος τον καταλαμβάνει, καθώς αντικρύζει τον Πανά-γιο Τάφο. Ελπίζοντας πάντα στη βοήθεια του Θεού, εισέρχεται στην ιερά μονή του Αγίου Γεωργίου Χοζεβά, όπου, έπειτα από τριετή ενάρετο βίο, κείρεται μοναχός το 1890 και αργότερα, το έτος 1894, αποστέλλεται από τον ηγούμενο της Μονής Καλλίνικο στη Σκήτη της Αγίας Άννης, κοντά στον αρχιμανδρίτη Άνθιμο, για να ασκηθεί στην αγιογραφία. Το 1902 χειροτονείται διάκονος και το επόμενο έτος πρεσβύτερος. Διακονεί δε μέχρι το έτος 1906 ως εφημέ-ριος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, όπου γνωρίζεται με τον αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος έλεγε για τον Άγιο Σάββα στο Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό, πριν ακόμη ο Άγιος κοιμηθεί: «Να ξέρεις, Γεράσιμε, ότι ο πατήρ Σάββας είναι άγιος άνθρωπος».

Το έτος 1907 επανέρχεται στη Μονή Χοζεβά, όπου διάγει βίο ασκητικό με τελεία υποταγή στους ασκητικούς κανόνες, άκρα ταπείνωση, χαμαικοιτία, στέρηση παντός υλικού αγαθού, ακολου-θων το πατερικό «ο ακτήμων μοναχός, υψιπέτης αετός». Η τροφή του ήταν μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι και νερό από τον ποταμό.

Το έτος 1916 επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα, μεταβαίνει στη νήσο Πάτμο, όπου διαμένει δύο χρόνια και ιστορεί δύο εικόνες στο Καθολικό της Μονής. Έπειτα ευρίσκεται στην Αθήνα, όπου πληροφορείται ότι τον αναζητεί ο Άγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Μεταβαίνει στην Αίγινα, όπου διακονεί τον Άγιο μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του. Η συγκαταβίωση με τον Άγιο Νεκτάριο συνέβαλε στην πνευματική του πρόοδο. Εγνώρισε την αυστηρή άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, την παροιμιώδη ταπείνωσή του, την απλότητά του, έζησε το πρώτο θαύμα του Αγίου, όταν, μετά την κοίμησή του είδε να κλείνει ο Άγιος την κεφαλή του προκειμένου να του φορέσει το πετραχήλι του και να επανέρχεται κατόπιν στη θέση της. Επί τρεις συνεχείς νύκτες οι αδελφές της Μονής άκουγαν συνομιλίες από τον τάφο του Αγίου, όταν δε επλησίασαν, είδαν εκεί τον Όσιο Σάββα να συνομιλεί με τον Άγιο Νεκτάριο. Ο Όσιος έμεινε έγκλειστος στο κελλί του για σαράντα ημέρες. Κατά την τεσσαρακοστή ημέρα εξήλθε κρατώντας μία εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, την οποία ενεχείρησε στην ηγουμένη με την εντολή να την τοποθετήσει στο προσκυνητάρι. Η ηγουμένη απάντησε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει διότι ο Άγιος δεν είχε αναγνωρισθεί επίσημα από την Εκκλησία και μια τέτοια ενέργεια ίσως να έθετε τη μονή σε διωγμό. Τότε ο Όσιος Σάββας της είπε επιτακτικά: «Οφείλεις να κάνεις υπακοή. Να πάρεις την εικόνα, να τη βάλεις στο προσκυνητάρι και τις βουλές του Θεού να μην τις περιεργάζεσθε».

Στην Αίγινα δεν μπορεί πλέον να μείνει, διότι προσέρχεται πολύς κόσμος και αυτό κουράζει τον φιλήσυχο Όσιο. Μεταβαίνει στην Αθήνα και κατόπιν στην Κάλυμνο, όπου, μετά από περι-πλάνηση στις μονές και τα ησυχαστήρια του νησιού, καταλήγει στη Μονή των Αγίων Πάντων. Εκεί αρχίζει μια έντονη πνευματική ζωή, αγιογραφεί, τελεί τα Θεία Μυστήρια και τις ιερές ακολουθίες, εξομολογεί, διδάσκει διά του στόματος και διά του παραδείγματός του και βοηθάει χήρες και ορφανά και πτωχούς.

Ήταν επιεικής και εύσπλαχνος με τις αμαρτίες των άλλων, δεν ανεχόταν όμως την βλασφημία και την κατάκριση. Πολλές φορές εδάκρυζε και με πόθο παρακαλούσε για τη μετάνοια των πνευματικών του τέκνων, κατά δε τη Θεία Λειτουργία είχε τελεία προσήλωση στο συντελούμενο

μυστήριο. Αξιώθηκε της ευωδίας του σώματός του εν ζωή, το πέρασμα του ήταν ευώδες, ευωδία η οποία θα εξέλθει και από το μνήμα του μετά την εκταφή του. Χρήματα δεν εκρατούσε ποτέ, η ζωή του ήταν μια συνεχής κατάσταση αγίας υπακοής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εκπλήρωσε τις ημέρες της επίγειας ζωής του, με άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη, ενώ λίγο πριν το τέλος η τελευταία φράση του ήταν «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος». Η ομολογία αυτή ήταν η βεβαίωση της εν Χριστώ πορείας του.

Μετά δέκα έτη, έγινε η ανακομιδή των αγίων και χαριτοβρύτων λειψάνων του, στις 7 Απριλίου 1957, προεξάρχοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας κυρού Ισιδώρου, ενώπιον πλήθους λαού. Ένα πυκνό νέφος θείας ευωδίας εκάλυψε ολόκληρη την περιοχή και το νέο για το θεικό σημείο έκα-νε αμέσως το γύρο του νησιού. Το ιερό λείψανο του Οσίου μετα-φέρθηκε σε λάρνακα στο παρεκκλήσιο του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου.

Η επίσημη αγιοποίηση του Οσίου πατρός ημών Σάββα του Νέου έγινε διά Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως της 19ης Φεβρουαρίου 1992.

Ταίς αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

1 Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο, σελ. 81.
2 Ι 70.
3 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἡ τιμή τῶν λειψάνων καί τῶν τάφων τῶν Λεσβίων Ἁγίων, σελ. 41.