Οικουμενικό Πατριαρχείο : Βαριές εκκλησιαστικές ποινές ανακοινώθηκαν, χωρίς όμως να δοθούν σαφείς εξηγήσεις για τα παραπτώματα που τις προκάλεσαν. Το 2026, σε μια εποχή που η κοινωνία απαιτεί διαφάνεια και λογοδοσία από κάθε θεσμό, η απουσία αιτιολόγησης δημιουργεί εύλογες απορίες και έντονο προβληματισμό.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Μετά από τακτική συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επιβλήθηκε εξάμηνη αργία από κάθε ιεροπραξία στον εφησυχάζοντα Επίσκοπο Μελόης κ. Αιμιλιανό, διαμένοντα στις ΗΠΑ, για «κανονικά παραπτώματα». Παράλληλα, στον Διάκονο Χρήστο Καραφωτιά, κληρικό της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, επιβλήθηκε η καθαίρεση και η επαναφορά του στις τάξεις των λαϊκών.
Το ανακοινωθέν, ωστόσο, περιορίζεται σε γενικές διατυπώσεις. Δεν προσδιορίζονται τα παραπτώματα, δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις ή δηλώσεις, ούτε αποσαφηνίζεται αν προηγήθηκε απολογία και ακρόαση. Πρόκειται για μια επιλογή που ενισχύει την αίσθηση αδιαφάνειας. Η λογοκρισία επιστρέφει την εκκλησία στον μεσαίωνα !
Η Εκκλησία διαθέτει κανονική τάξη και πειθαρχικό σύστημα. Αυτό είναι αυτονόητο και θεμιτό. Όμως, όταν ανακοινώνονται ποινές χωρίς στοιχειώδη τεκμηρίωση, γεννάται το ερώτημα: προστατεύεται πράγματι η κανονική ευταξία ή καλλιεργείται η εντύπωση φίμωσης;
Η ελευθερία λόγου εντός της Εκκλησίας δεν ταυτίζεται με την κοσμική αντίληψη περί δημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά, η παρρησία –η θαρραλέα μαρτυρία της αλήθειας– αποτελεί θεμελιώδη εκκλησιαστική αρετή. Αν οι ποινές συνδέονται με δημόσιες τοποθετήσεις ή με επιλογές εκκλησιαστικής ένταξης, τότε η διαχείριση του ζητήματος απαιτεί καθαρό λόγο.
Ιδίως στην περίπτωση του Διακόνου Χρήστου Καραφωτιά, έχουν κυκλοφορήσει πληροφορίες ότι είχε προσχωρήσει σε άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Αν αυτό ισχύει, πρόκειται για σαφές κανονικό παράπτωμα. Γιατί όμως δεν αναφέρεται ρητώς; Η σιωπή αφήνει χώρο σε φήμες, εικασίες και ερμηνείες που ενδέχεται να τραυματίσουν το κύρος της ίδιας της Εκκλησίας.
Το 2026 δεν μπορεί να είναι χρονιά λογοκρισίας ή διοικητικών αποφάσεων που εκλαμβάνονται ως τιμωρία χωρίς επαρκή εξήγηση. Η Εκκλησία, ιδίως σε παγκόσμιο επίπεδο, οφείλει να λειτουργεί με πνεύμα ευθύνης και διαφάνειας. Η κανονική πειθαρχία δεν αντιφάσκει με την ενημέρωση. Αντιθέτως, η καθαρότητα των διαδικασιών ενισχύει την εμπιστοσύνη του πληρώματος.
Η επιβολή ποινών είναι θεσμικό δικαίωμα της Συνόδου. Η αποσιώπηση των λόγων όμως δημιουργεί σκιές. Σε μια εποχή που η Ορθοδοξία αντιμετωπίζει γεωπολιτικές και εσωτερικές προκλήσεις, η ενότητα δεν οικοδομείται με αοριστίες.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Σύνοδος είχε την αρμοδιότητα να επιβάλει ποινές. Το ερώτημα είναι αν η διαχείριση τέτοιων υποθέσεων υπηρετεί το πνεύμα αλήθειας και ελευθερίας που η ίδια η Εκκλησία κηρύσσει. Γιατί χωρίς διαφάνεια, κάθε ποινή –όσο κανονικά τεκμηριωμένη κι αν είναι– κινδυνεύει να εκληφθεί ως περιορισμός λόγου.
Και αυτό, το 2026, δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητο.
Η αναδημοσίευση επιτρέπεται μόνο εάν προσθέσετε ενεργό σύνδεσμο στη πηγή του άρθρου




















