Τουρκία–Ισραήλ: Η πιθανότητα μιας ανεξέλεγκτης στρατιωτικής κλιμάκωσης ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ εξετάζεται πλέον συστηματικά από το ισραηλινό Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας και άλλες δεξαμενές σκέψης.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Γεωστρατηγικοί αναλυτές από την Αθήνα, οι οποίοι μίλησαν στο ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.gr, εκτιμούν ότι το πιθανότερο σενάριο δεν είναι ένας προσχεδιασμένος ολοκληρωτικός πόλεμος, αλλά μια αλληλουχία στρατιωτικών επεισοδίων στη Συρία που θα μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο.
Η βασική παραδοχή των ισραηλινών αναλύσεων είναι ότι η Τουρκία δεν αποτελεί ένα «δεύτερο Ιράν». Δεν θεωρείται, δηλαδή, δύναμη που επιδιώκει ευθέως την καταστροφή του Ισραήλ. Αντιμετωπίζεται, όμως, ως ανερχόμενος περιφερειακός ανταγωνιστής, με ισχυρό στρατό, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και αυξανόμενη επιρροή στη Συρία.
Οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν επιβαρυνθεί από τον πόλεμο στη Γάζα, τις δημόσιες συγκρούσεις Ερντογάν–Νετανιάχου, την Ανατολική Μεσόγειο και τη διακοπή εμπορικών σχέσεων. Παρά τη σκληρή ρητορική, κανένα από τα δύο κράτη δεν εμφανίζεται να επιδιώκει άμεση πολεμική αναμέτρηση. Το πρόβλημα βρίσκεται στη μικρή απόσταση που χωρίζει πλέον τις επιχειρησιακές ζώνες τους.
Η Συρία γίνεται το επικίνδυνο πεδίο
Μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ, τον Δεκέμβριο του 2024, η Τουρκία ενίσχυσε σημαντικά τη σχέση της με τη νέα εξουσία στη Δαμασκό. Η Άγκυρα συμμετέχει στην εκπαίδευση του συριακού στρατού, παρέχει στρατιωτική τεχνογνωσία και επιδιώκει να αποκτήσει σταθερό ρόλο στην ανασυγκρότηση της χώρας.
Το Ισραήλ παρακολουθεί με καχυποψία αυτή τη διεύρυνση της τουρκικής παρουσίας. Για το Τελ Αβίβ, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διατήρηση της ελευθερίας δράσης της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας πάνω από τη Συρία.
Ο συριακός εναέριος χώρος χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια για επιθέσεις εναντίον ιρανικών εγκαταστάσεων, αποθηκών όπλων και δικτύων μεταφοράς οπλισμού. Μια οργανωμένη ανάπτυξη τουρκικών ραντάρ και συστημάτων αεράμυνας θα μπορούσε να περιορίσει αυτή την επιχειρησιακή ελευθερία.
Η επίθεση του Ισραήλ στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ, τον Αύγουστο του 2026, αποκάλυψε πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία. Οκτώ ισραηλινά πλήγματα προκάλεσαν ζημιές στον διάδρομο και σε εγκαταστάσεις της βάσης, χωρίς να αναφερθούν θύματα.
Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η Συρία βρισκόταν κοντά στην παραχώρηση της εγκατάστασης για ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων. Η Δαμασκός απέρριψε την κατηγορία, ενώ η Άγκυρα κατήγγειλε παραβίαση της συριακής κυριαρχίας. Η Ουάσιγκτον χαρακτήρισε την επίθεση «άσκοπη κλιμάκωση».

Οι τρεις «κόκκινες γραμμές»
Σύμφωνα με τους αναλυτές που μίλησαν στο ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.gr, το Ισραήλ φαίνεται να έχει χαράξει τρεις βασικές «κόκκινες γραμμές» απέναντι στην τουρκική δραστηριότητα.
Η πρώτη είναι γεωγραφική. Η τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία θεωρείται διαχειρίσιμη. Αντίθετα, η μετακίνησή της προς την κεντρική ή τη νότια Συρία αντιμετωπίζεται ως άμεση προσέγγιση στον ισραηλινό χώρο ασφαλείας.
Η δεύτερη αφορά το είδος των οπλικών συστημάτων. Στρατόπεδα εκπαίδευσης ή μονάδες υποστήριξης προκαλούν ανησυχία, αλλά η ανάπτυξη ραντάρ, αντιαεροπορικών συστημάτων, drones και πυραύλων μπορεί να προκαλέσει άμεση ισραηλινή αντίδραση.
Η τρίτη σχετίζεται με τη νότια Συρία. Το Ισραήλ δεν θα δεχόταν τη δημιουργία υποδομών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τη Χαμάς ή άλλες ένοπλες οργανώσεις κοντά στα Υψίπεδα του Γκολάν.
Πώς μπορεί να ξεκινήσει η σύγκρουση
Το επικρατέστερο σενάριο δεν αρχίζει με επίσημη κήρυξη πολέμου. Θα μπορούσε να ξεκινήσει από ισραηλική επίθεση εναντίον εγκατάστασης που θεωρείται απειλή. Εάν στο σημείο βρίσκονταν Τούρκοι στρατιωτικοί και υπήρχαν νεκροί, η Άγκυρα θα δεχόταν ισχυρή πίεση να απαντήσει.
Μια τουρκική κατάρριψη ισραηλινού αεροσκάφους ή μια επίθεση σε τουρκικό σύστημα αεράμυνας θα μπορούσε να ενεργοποιήσει έναν επικίνδυνο κύκλο αντιποίνων. Το κάθε μέρος θα επιχειρούσε να αποκαταστήσει την αποτρεπτική του ισχύ, αυξάνοντας σταδιακά την ένταση.
Στους αριθμούς, η Τουρκία διαθέτει μεγαλύτερο στρατό, περισσότερα άρματα, πλοία και υποβρύχια. Το Ισραήλ υπερτερεί ποιοτικά στην αεροπορική ισχύ, στις πληροφορίες, στον ηλεκτρονικό πόλεμο και στα όπλα ακριβείας. Ο στόλος των F-35I προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα, ενώ καθοριστική παραμένει η στρατηγική σχέση του Ισραήλ με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Τουρκία, από την άλλη πλευρά, επενδύει στο πρόγραμμα μαχητικού KAAN, στην απόκτηση Eurofighter, στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και στον πολυεπίπεδο μηχανισμό αεράμυνας «Steel Dome». Έτσι, το Ισραήλ δεν αξιολογεί μόνο τη σημερινή ισορροπία, αλλά και εκείνη που μπορεί να διαμορφωθεί μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Ο ρόλος Ελλάδας και Κύπρου
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ισραηλινοί στρατηγικοί κύκλοι εισηγούνται περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας με την Ελλάδα και την Κύπρο. Η Αθήνα και η Λευκωσία αποκτούν μεγαλύτερη σημασία για το Τελ Αβίβ στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας, των ασκήσεων και της επιτήρησης της Ανατολικής Μεσογείου.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να δημιουργήσουν αποτελεσματικό μηχανισμό αποτροπής επεισοδίων μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας. Η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας είναι κρίσιμη, καθώς ένα λανθασμένο σήμα στα ραντάρ ή μια επιδρομή χωρίς προηγούμενη ενημέρωση μπορεί να προκαλέσει κρίση μέσα σε λίγα λεπτά.
Το Τελ Αβίβ, επομένως, δεν προετοιμάζεται αναγκαστικά για έναν αναπόφευκτο πόλεμο με την Τουρκία. Προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο ένα περιορισμένο επεισόδιο στη Συρία να μετατραπεί σε ευρύτερη σύγκρουση. Και αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τη σημερινή κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη.























