Ελληνοτουρκικά: Ένας ενδεχόμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια σύντομη αναμέτρηση γύρω από μία βραχονησίδα ή μια περιορισμένη θαλάσσια ζώνη.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Η νέα στρατηγική αντίληψη, όπως προκύπτει από δημόσιες αναλύσεις και τον σχεδιασμό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, περιλαμβάνει το Αιγαίο, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, τον κυβερνοχώρο, τις ενεργειακές εγκαταστάσεις και τα υποβρύχια καλώδια.
Γεωστρατηγικοί αναλυτές από την Αθήνα και τη Γαλλία, οι οποίοι μίλησαν στο VimaOrthodoxias.gr, επισημαίνουν ότι το επικίνδυνο σενάριο δεν είναι μόνο μια στρατιωτική σύγκρουση υψηλής έντασης κατά τις πρώτες ώρες. Η μεγαλύτερη απειλή είναι η πιθανότητα η κρίση να μετατραπεί σε παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, με σοβαρές συνέπειες για τις οικονομίες, τις κοινωνίες και τις κρίσιμες υποδομές των δύο χωρών.
Αφορμή για τη νέα συζήτηση αποτελεί ανάλυση του Τούρκου στρατηγικού αναλυτή Osman Gazi Kandemir στο Independent Türkçe, με αντικείμενο τον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα φαντάζεται μια πιθανή πολεμική αναμέτρηση με την Τουρκία.
Οι πρώτες ώρες της σύγκρουσης
Σύμφωνα με την τουρκική προσέγγιση, η αρχική φάση θα περιλάμβανε αεροπορικές και ναυτικές επιχειρήσεις εξαιρετικά υψηλής έντασης. Οι δύο πλευρές θα επιχειρούσαν να αποκτήσουν πλεονέκτημα στον αέρα και στη θάλασσα, προστατεύοντας παράλληλα βάσεις, λιμάνια, αεροδρόμια, κέντρα διοίκησης και συστήματα επικοινωνιών.
Η ελληνική στρατηγική, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να στηρίζεται στην υπόθεση ότι η σύγκρουση θα τελείωνε μέσα σε λίγες ώρες. Το βασικό δίδαγμα από τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ότι ακόμη και επιχειρήσεις που αρχικά σχεδιάζονται ως σύντομες μπορούν να εξελιχθούν σε πολυετείς συγκρούσεις.
Οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι καθοριστικό ζήτημα δεν θα ήταν μόνο πόσα αεροσκάφη ή πλοία θα έχανε κάθε πλευρά. Κρίσιμη θα ήταν η δυνατότητα αναπλήρωσης πυρομαχικών, επισκευής οπλικών συστημάτων, διατήρησης των γραμμών ανεφοδιασμού και προστασίας της οικονομικής λειτουργίας.

Αιγαίο και νησιά: Πλεονέκτημα και ευπάθεια
Η γεωγραφία του Αιγαίου προσφέρει στην Ελλάδα σημαντικές αμυντικές δυνατότητες. Η παρουσία εκατοντάδων νησιών δημιουργεί ένα σύνθετο επιχειρησιακό περιβάλλον, μέσα στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν αισθητήρες, συστήματα επιτήρησης, αντιαεροπορικά μέσα και δυνάμεις ταχείας αντίδρασης.
Την ίδια στιγμή, η μικρή απόσταση πολλών ελληνικών νησιών από τις τουρκικές ακτές αποτελεί σοβαρή ευπάθεια. Σε περίπτωση σύγκρουσης, ο ανεφοδιασμός και η ενίσχυση ορισμένων νησιών θα βρίσκονταν υπό συνεχή πίεση από πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ναυτικές δυνάμεις.
Για τον λόγο αυτό, ο ελληνικός σχεδιασμός δεν περιορίζεται στην προστασία μιας γεωγραφικής γραμμής. Επιδιώκει τη δημιουργία ενός κατανεμημένου αμυντικού δικτύου, ώστε η απώλεια ή προσωρινή αδρανοποίηση ενός κόμβου να μη διαλύσει ολόκληρο το σύστημα άμυνας.
Rafale, F-16 Viper και Belharra
Η απόκτηση των Rafale, ο εκσυγχρονισμός των F-16 σε επίπεδο Viper και η ένταξη των φρεγατών Belharra στον ελληνικό Στόλο εντάσσονται στην επιδίωξη ποιοτικής υπεροχής. Στο ίδιο πλαίσιο βρίσκεται η σχεδιαζόμενη πολυεπίπεδη αντιπυραυλική και αντιαεροπορική προστασία, γνωστή ως «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Στόχος είναι να περιοριστεί η αποτελεσματικότητα επιθέσεων με πυραύλους, drones και περιφερόμενα πυρομαχικά. Παραμένει, πάντως, το πρόβλημα της σχέσης κόστους: ένα φθηνό μη επανδρωμένο σύστημα μπορεί να υποχρεώσει την αμυνόμενη πλευρά να χρησιμοποιήσει πολύ ακριβότερο πύραυλο αναχαίτισης.
Η Τουρκία διαθέτει αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία και μεγάλη εμπειρία στην παραγωγή drones και ηλεκτρονικών συστημάτων. Η Αθήνα επιχειρεί να καλύψει αυτήν την απόσταση μέσα από νέα εξοπλιστικά προγράμματα, εγχώριες συνεργασίες και στρατηγικές σχέσεις με τη Γαλλία και το Ισραήλ.

Το αθέατο μέτωπο σε καλώδια και ενέργεια
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα υποβρύχια καλώδια, οι αγωγοί, οι τερματικοί σταθμοί LNG και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Μια επίθεση σε τέτοιες εγκαταστάσεις θα μπορούσε να πλήξει ταυτόχρονα τις επικοινωνίες, την οικονομία, την ενέργεια και τη στρατιωτική διοίκηση.
Ο Great Sea Interconnector, οι διασυνδέσεις με την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Ισραήλ, καθώς και οι ενεργειακές πύλες προς τη Βουλγαρία, αποκτούν επομένως γεωστρατηγική διάσταση. Δεν αποτελούν μόνο οικονομικές επενδύσεις, αλλά τμήματα ενός ευρύτερου μηχανισμού εθνικής ανθεκτικότητας.
Ο ρόλος ΝΑΤΟ, ΗΠΑ και Γαλλίας
Οι ελληνικές εκτιμήσεις θεωρούν πιθανό ότι το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιχειρούσαν να σταματήσουν γρήγορα μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κράτη-μέλη της Συμμαχίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αυτομάτως άμεση στρατιωτική επέμβαση υπέρ της Ελλάδας.
Οι σχέσεις με τη Γαλλία, την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο αυξάνουν το διπλωματικό κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας. Δεν υποκαθιστούν, ωστόσο, την ανάγκη αυτόνομης ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας.
Η κεντρική επιδίωξη της Αθήνας δεν είναι ένας «πόλεμος νίκης», αλλά η αποτροπή ενός γρήγορου τουρκικού τετελεσμένου. Ο σχεδιασμός βασίζεται στην επιβίωση από το πρώτο κύμα επιθέσεων, στη διατήρηση των νησιών και των κρίσιμων υποδομών, στην αύξηση του κόστους για τον επιτιθέμενο και στην εξασφάλιση χρόνου για διπλωματική παρέμβαση.
Το τελικό συμπέρασμα είναι εξαιρετικά ανησυχητικό: σε μια ελληνοτουρκική σύγκρουση μπορεί να μην υπάρξει πραγματικός νικητής. Οι μεγαλύτερες απώλειες ενδέχεται να καταγραφούν όχι μόνο στο πεδίο των επιχειρήσεων, αλλά στις οικονομίες, στις κοινωνίες και στη σταθερότητα ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου.























