Εκκλησία Κρήτης: Οι σχέσεις μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της ημιαυτονόμου Εκκλησίας της Κρήτης αποτελούν διαχρονικά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και σύνθετα κεφάλαια της σύγχρονης ορθόδοξης εκκλησιαστικής διοίκησης.
Στο επίκεντρο αυτών των σχέσεων βρίσκονται οι πατριαρχικές και σταυροπηγιακές μονές του νησιού. Τα ιστορικά αυτά μοναστήρια δεν αποτελούν απλώς πνευματικούς φάρους, αλλά και το πεδίο όπου δοκιμάζονται στην πράξη οι θεσμικές ισορροπίες ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την τοπική εκκλησιαστική αυτοδιοίκηση.

Το ιστορικό και θεσμικό πλαίσιο
Η Εκκλησία της Κρήτης απολαμβάνει ένα ειδικό καθεστώς ημιαυτονομίας, το οποίο είναι κατοχυρωμένο τόσο από τους εκκλησιαστικούς κανόνες όσο και από τον Καταστατικό της Χάρτη. Υπάγεται απευθείας στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου, ο οποίος διατηρεί τον πρώτο λόγο σε θεμελιώδη ζητήματα.
Στο θέμα έκανε αναφορά σήμερα το Ράδιο Κρήτη και η εκπομπή του Μανόλη Αργυράκη, παραθέτοντας πληροφορίες που θέλουν ανοιχτά ακόμα τα ζητήματα που είχαν προκύψει πρόσφατα με την κυβέρνηση και το Πατριαρχείο για το γνωστό θέμα του μεταθετού με αφορμή την εκλογή μητροπολίτη Κυδωνίας και όλα όσα ενέσκηψαν και με την εκλογή μητροπολίτη Λάμπης μετά την μετακίνηση του κ. Ειρηναίου στην μητρόπολη Μοσχονησίων.
Οι ίδιες πληροφορίες θέλουν τον Οικουμενικό Πατριάρχη , έντονα ενοχλημένο με συγκεκριμένους ιεράρχες της Εκκλησίας Κρήτης και αποφασισμένο να προχωρήσει σε ραγδαίες αλλαγές που ίσως επηρεάσουν τις σχέσεις της τοπικής Εκκλησίας με το Φανάρι.
Αιχμή του δόρατος αποτελούν οι Σταυροπηγιακές μονές της Κρήτης, η άμεση εποπτεία των οποίων και η κατά καιρούς ανάδειξη ηγουμένων ή αδελφών των μονών σε Βοηθούς Επισκόπους του Πατριάρχη αποτελεί για την Κωνσταντινούπολη, εγγύηση της πνευματικής ενότητας και της άμεσης επικοινωνίας του Κέντρου με τη μοναστική βάση της του νησιού.
Αντίστοιχα, στην Εκκλησία της Κρήτης η προσήλωση και ο σεβασμός προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένουν αδιαπραγμάτευτα στοιχεία της ταυτότητάς της, όπως φέρεται να αναφέρουν ορισμένοι Ιεράρχες, οι οποίοι όμως φέρονται βαθιά προβληματισμένοι, πιστεύοντας πως κάποιοι κύκλοι (ακόμα και εντός της Εκκλησίας της Κρήτης) μεθοδεύουν την αποσάθρωση της Εκκλησίας της Κρήτης, πείθοντας τον κ. Βαρθολομαίο για την κανονικότητα άσκησης των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου στις Σταυροπηγιακές μονές.
Εκφράζουν επίσης φόβους για τροποποίηση στο μέλλον του καθεστώτος που διέπει σήμερα την τοπική Εκκλησία.
Η ένταση αυτή έγινε εμφανής με την απόφαση του Φαναρίου να χειροτονήσει ηγουμένους μεγάλων Σταυροπηγιακών μονών της Κρήτης (όπως της Μονής Τζαγκαρόλων και της Μονής Γουβερνέτου) ως Βοηθούς Επισκόπους του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Επίσης το τελευταίο διάστημα οι μονές αυτές λειτουργούν μόνο με εκπροσώπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου( όπως θα γίνει και στις 14/9 στην πανηγυρίζουσα μονή Βοσάκου όπου θα προεξάρχει ο Μητροπολίτης Αγκύρας κ. Γρηγόριος, ως εκπρόσωπος του κ. Βαρθολομαίου).
Κατά καιρούς εκφράζονται προβληματισμοί εντός της τοπικής Ιεραρχίας σχετικά με την έκταση αυτών των πατριαρχικών παρεμβάσεων.
Η συνύπαρξη των δύο τάσεων δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη κρίσης, αλλά αποτύπωση της δυναμικής φύσης των εκκλησιαστικών σχέσεων. Το ζητούμενο παραμένει πάντα η σύνθεση: Η διατήρηση των κυριαρχικών προνομίων του Οικουμενικού Θρόνου χωρίς να υπονομεύεται το κύρος και η λειτουργικότητα της τοπικής Συνόδου.
Ιστορικά, όποτε προέκυψαν ζητήματα τριβής, αυτά ξεπεράστηκαν μέσα από την εκκλησιαστική οικονομία και τον αμοιβαίο σεβασμό. Οι σταυροπηγιακές μονές της Κρήτης, αντί για σημείο αντιπαράθεσης, μπορούν και πρέπει να λειτουργούν ως η χρυσή γέφυρα που κρατά την Εκκλησία της Μεγαλονήσου σταθερά προσηλωμένη στην “τροφό” Κωνσταντινούπολη, διαφυλάσσοντας παράλληλα την ενότητα και την εύρυθμη διοίκηση της τοπικής Εκκλησίας.























