Ελλάδα–Τουρκία: Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου επιστρέφει στο επίκεντρο των ελληνοτουρκικών, καθώς οι τουρκικές διεκδικήσεις συναντούν ένα έργο με ευρωπαϊκή ενεργειακή σημασία.
Του Γιάννη Παπανικολάου-vimaorthodoxias.gr
Το κρίσιμο ερώτημα δεν περιορίζεται πλέον στην επενδυτική του πορεία, αλλά αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες θα πραγματοποιηθούν οι θαλάσσιες έρευνες και η πόντιση του καλωδίου.
Όπως παρουσιάζει ο ΑΔΜΗΕ, η διασύνδεση αποσκοπεί στην ένταξη της Κύπρου στο ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η γεωπολιτική της βαρύτητα, ωστόσο, αναδεικνύεται από την επιμονή της Άγκυρας να προβάλλει αξιώσεις στις θαλάσσιες περιοχές όπου σχεδιάζονται εργασίες.
Η τουρκική απαίτηση και η ελληνική απάντηση
Σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα του ΣΚΑΪ, η Άγκυρα ζητεί προηγούμενη διπλωματική επικοινωνία από τα κράτη σημαίας των εμπλεκόμενων πλοίων, όταν αυτά δραστηριοποιούνται σε περιοχές τις οποίες θεωρεί δικής της δικαιοδοσίας.
Η απαίτηση παρουσιάζεται ως διαδικασία συντονισμού. Από ελληνικής πλευράς, όμως, το ουσιαστικό διακύβευμα είναι να μη μετατραπεί μια επιχειρησιακή συνεννόηση σε έμμεση αποδοχή τουρκικών αξιώσεων. Πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα, τα οποία δεν μπορούν να συγχέονται.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει δηλώσει ότι η Αθήνα, σε συντονισμό με τη Λευκωσία, θα ενεργήσει για την ανεμπόδιστη υλοποίηση της διασύνδεσης. Παράλληλα, έχει απορρίψει ότι ζητήθηκε τουρκική άδεια κατά τις έρευνες του 2024 στην περιοχή της Κάσου.
Η Κάσος και το βάρος της προηγούμενης εμπειρίας
Οι διαφορετικές αποτιμήσεις εκείνων των γεγονότων επανέρχονται στη δημόσια συζήτηση. Ο υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε στη Βουλή ότι το ερευνητικό πρόγραμμα του ιταλικού πλοίου ολοκληρώθηκε και ότι δεν υπήρξε αναγνώριση τουρκικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η πολιτική αντιπαράθεση για το παρελθόν, πάντως, δεν απαντά αυτομάτως στο σημερινό επιχειρησιακό ερώτημα: πώς θα εξασφαλιστεί η συνέχεια των εργασιών εφόσον υπάρξουν νέες τουρκικές παρεμβάσεις.
Η ελληνική στρατηγική καλείται συνεπώς να συνδυάσει σαφείς θέσεις, διπλωματική προετοιμασία και συντονισμό με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η επίκληση του διεθνούς δικαίου αποτελεί σταθερή πολιτική θέση της Αθήνας, όχι πρόβλεψη για τη συμπεριφορά της άλλης πλευράς.
Γιατί μια κρίση έχει κόστος
Η εκτίμηση ότι ένα θερμό επεισόδιο δεν συμφέρει την Τουρκία στηρίζεται κυρίως στις πιθανές διπλωματικές συνέπειες. Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα επιβάρυνε τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τις σχέσεις της Άγκυρας με ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η Ινώ Αφεντούλη, ειδική σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ, έχει επισημάνει ότι μια τέτοια κρίση θα συναντούσε αντίδραση από συμμάχους και θα δυσχέραινε τουρκικές επιδιώξεις συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό αποτελεί εκτίμηση κινήτρων, όχι εγγύηση αποκλιμάκωσης. Μεταξύ της πλήρους ηρεμίας και ενός θερμού επεισοδίου υπάρχουν ενδιάμεσες μορφές πίεσης, όπως διαμαρτυρίες, απαιτήσεις συνεννόησης ή κινήσεις που μπορούν να προκαλέσουν καθυστερήσεις.
Ο ευρωπαϊκός παράγοντας
Η γαλλική επενδυτική παρουσία, την οποία επικαλείται ο Γεραπετρίτης αναφερόμενος στη Meridiam, προσθέτει ενδιαφερόμενους στην πορεία του έργου. Δεν ισοδυναμεί, όμως, από μόνη της με κρατική εγγύηση ασφάλειας ή αυτόματη γαλλική παρέμβαση.
«Για την Αθήνα, το στοίχημα είναι να καταστήσει σαφές ότι η διασύνδεση αφορά την ευρωπαϊκή ενεργειακή συνοχή και όχι αποκλειστικά μια διμερή διαφορά. Απαιτείται ενημέρωση εταίρων πριν από ενδεχόμενη ένταση και όχι μόνο αναζήτηση στήριξης εκ των υστέρων», τονίζει διπλωμάτης στο ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.
Οι δημόσιες δηλώσεις έχουν σημασία, αλλά μεγαλύτερη βαρύτητα θα έχουν οι αποφάσεις στο πεδίο, η συνέπεια του προγραμματισμού και η έγκαιρη διαχείριση κάθε περιστατικού που θα μπορούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες.
Το συμπέρασμα είναι διπλό: ούτε προεξόφληση σύγκρουσης ούτε εφησυχασμός. Η πραγματική δοκιμασία θα κριθεί στη δυνατότητα συνέχισης των εργασιών, με προστασία των ελληνικών θέσεων και αποφυγή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.























