Αλβανίας Ιωάννης: Στην 65χρονη εκκλησιαστική διακονία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, στις προσπάθειές του για την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και στην καθοριστική συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ανασυγκρότηση της Εκκλησίας της Αλβανίας αναφέρθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Ιωάννης.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας μίλησε κατά το Πατριαρχικό Συλλείτουργο που τελέστηκε σήμερα, Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026, στην Ίμβρο, με αφορμή τη συμπλήρωση 65 ετών από την είσοδο του Οικουμενικού Πατριάρχη στις τάξεις του ιερού κλήρου.
Ο κ. Ιωάννης εξέφρασε τη βαθιά χαρά και τη συγκίνησή του για την παρουσία του στη γενέτειρα του Παναγιωτάτου και για το γεγονός ότι συλλειτούργησε μαζί του στον ίδιο ναό όπου, ακριβώς πριν από 65 χρόνια, στις 13 Αυγούστου 1961, ο νεαρός τότε Βαρθολομαίος είχε λάβει τον πρώτο βαθμό της Ιεροσύνης, χειροτονούμενος διάκονος από τον μακαριστό Μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου Μελίτωνα.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η συνάντηση, λίγες ημέρες πριν από τη μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έδινε στους παρισταμένους τη δυνατότητα να συμμετάσχουν όχι μόνο στη χαρά του Οικουμενικού Πατριάρχη, αλλά και στον βαθύ πόθο της επιστροφής του στη γενέτειρά του.
Αντλώντας αναφορές από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα του Ομήρου, ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης αναφέρθηκε στην έννοια του νόστου και στον ιστορικό δεσμό της Ίμβρου και της Τενέδου.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας, στον τόπο όπου ο Οικουμενικός Πατριάρχης έλαβε τον πρώτο βαθμό της Ιεροσύνης συναντήθηκαν πριν από 65 χρόνια δύο διαφορετικοί πόθοι: η αγάπη για τη γενέτειρα και η ανταπόκριση στην κλήση του Ουράνιου Πατέρα.
Υπογράμμισε ότι ο κ. Βαρθολομαίος εισήλθε στην Ιεροσύνη όχι για να υπηρετηθεί, αλλά για να διακονήσει, ούτε για να επιζητήσει την ανθρώπινη δόξα, αλλά για να ποιμάνει το πνευματικό ποίμνιο της Εκκλησίας του Χριστού.
Ο κ. Ιωάννης παρατήρησε ακόμη ότι κανείς από όσους ήταν παρόντες στη χειροτονία του το 1961 δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει πού θα οδηγούσε η πορεία του νεαρού διακόνου, ο οποίος έμελλε δεκαετίες αργότερα να ανέλθει στον Οικουμενικό Θρόνο.
Όπως τόνισε, 65 χρόνια αργότερα δεν τιμάται απλώς ένας άνθρωπος, αλλά δοξάζεται και ευχαριστείται ο Θεός, καθώς ο χρόνος ανέδειξε τη σοφία της Πρόνοιάς Του και επιβεβαίωσε την κλήση του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης στη συμβολή του Οικουμενικού Πατριάρχη σε μείζονα εκκλησιαστικά ζητήματα και πρωτίστως στις προσπάθειες για την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Τόνισε ότι οι Ορθόδοξοι της Αλβανίας υπήρξαν μάρτυρες των προσπαθειών, των κόπων και των αγώνων του Παναγιωτάτου για την εκκλησιαστική ενότητα και επισήμανε ότι καταθέτουν με ευγνωμοσύνη όσα είδαν και άκουσαν κατά τη διάρκεια της πολυετούς διακονίας του.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Κρήτη το 2016, η οποία πραγματοποιήθηκε έπειτα από δεκαετίες προετοιμασίας. Υπενθύμισε ότι η Εκκλησία της Αλβανίας συμμετείχε στις εργασίες της έχοντας, όπως σημείωσε, πλήρη συνείδηση της ιστορικής και θεολογικής ευθύνης της.
Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε επίσης στην επαναφορά της ορθόδοξης λατρείας σε ιστορικούς τόπους όπου είχε απουσιάσει επί δεκαετίες, όπως στην Καππαδοκία και στην Παναγία Σουμελά, καθώς και στην επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων στην Ίμβρο.
Παράλληλα, εξήρε την παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη διεθνή σκηνή και τις πρωτοβουλίες του για την ειρήνη, τη συμφιλίωση και την προστασία της δημιουργίας.
Εκτενή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης στον ρόλο που διαδραμάτισε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην ανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας μετά τις δεκαετίες του αθεϊστικού καθεστώτος και των διωγμών.
Υπενθύμισε ότι ναοί και μοναστήρια είχαν κλείσει, λεηλατηθεί, αλλάξει χρήση ή καταστραφεί, η λατρεία είχε απαγορευτεί διά νόμου, ενώ κληρικοί είχαν φυλακιστεί, εξοριστεί, διωχθεί ή μαρτυρήσει.
Όπως σημείωσε, η Εκκλησία της Αλβανίας είχε διωχθεί και ερημωθεί και έμοιαζε νεκρή, χωρίς όμως να έχει πεθάνει.
Σε εκείνη την κρίσιμη ιστορική περίοδο, υπενθύμισε, η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως απέστειλε στην Αλβανία ως Πατριαρχικό Έξαρχο τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια το τεράστιο έργο της ανασυγκρότησης της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης χαρακτήρισε τον μακαριστό προκάτοχό του Αναστάσιο έναν ακόμη ισχυρό συνδετικό κρίκο μεταξύ των τριών Προκαθημένων που συναντήθηκαν στην Ίμβρο: του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεοδώρου και του ιδίου.
Τόνισε ότι, παρότι ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος δεν βρίσκεται πλέον σωματικά ανάμεσά τους, το έργο του έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στις Εκκλησίες τους, εκφράζοντας παράλληλα τη βεβαιότητα ότι η ψυχή του χαίρεται βλέποντας τους Προκαθημένους να συναντώνται μέσα σε πνεύμα αδελφοσύνης και ενότητας.
Υπενθύμισε επίσης ότι ο Αναστάσιος θεωρούσε τις Συνάξεις των Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθόδοξων Εκκλησιών ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Πατριαρχίας του κ. Βαρθολομαίου.
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης μετέφερε στον Οικουμενικό Πατριάρχη την αγάπη, την ευγνωμοσύνη, τις προσευχές και τις ευχές του κλήρου και του πληρώματος της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας.
Τόνισε ότι η Εκκλησία της Αλβανίας έχει γευθεί και εξακολουθεί να γεύεται τους καρπούς των κόπων, της αγάπης και των προσευχών του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας ολοκλήρωσε την προσφώνησή του ευχόμενος στον Οικουμενικό Πατριάρχη: «Πολλά τα έτη, Παναγιώτατε!».






















