Πατριαρχείο Αλεξανδρείας: Σε μια τελετή με ιδιαίτερο συμβολισμό, έντονη συγκίνηση και λαμπρή ακαδημαϊκή παρουσία, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπουκόμπας και Δυτικής Τανζανίας κ. Χρυσόστομος Μαϊδώνης αναγορεύθηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Η τιμητική εκδήλωση πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Πέμπτης 23 Ιουλίου 2026 στην Αίθουσα Τελετών της παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, παρουσία Ιεραρχών, πανεπιστημιακών, κληρικών, φοιτητών και πλήθους πιστών.
Η ύψιστη αυτή ακαδημαϊκή διάκριση αποτέλεσε αναγνώριση μιας πορείας πολλών δεκαετιών, αφιερωμένης στη διακονία της Εκκλησίας, στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή, στην κοινωνική προσφορά, στη θεολογική παιδεία και στη στήριξη του ανθρώπου, από την Ελλάδα και την Αλβανία μέχρι το Κονγκό και την Τανζανία.
Η Θεολογία ως έμπρακτη μαρτυρία
Την έναρξη της τελετής πραγματοποίησε ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, καθηγητής Ηλίας Ευαγγέλου, ο οποίος παρουσίασε τη μακρά εκκλησιαστική διαδρομή και την πολυδιάστατη προσφορά του τιμωμένου Ιεράρχη.
Όπως τονίστηκε, η ζωή και το έργο του Επισκόπου Χρυσοστόμου αποδεικνύουν ότι η Θεολογία δεν περιορίζεται στην ακαδημαϊκή έρευνα ή στη διδασκαλία, αλλά βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή της στην έμπρακτη αγάπη, στη θυσία και στην παρουσία της Εκκλησίας δίπλα στον δοκιμαζόμενο άνθρωπο.
Ο Αντιπρύτανης του ΑΠΘ, καθηγητής Νίκος Μαγγιώρος, εξήρε τη συμβολή του Θεοφιλεστάτου στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή, υπογραμμίζοντας ότι η δράση του ενώνει την εκκλησιαστική εμπειρία με τη θεολογική κατάρτιση και την κοινωνική ευθύνη.
Σαράντα χρόνια διακονίας στην Εκκλησία
Τον επίσημο έπαινο του νέου Επιτίμου Διδάκτορος εκφώνησε ο καθηγητής Πέτρος Παναγιωτόπουλος, παρουσιάζοντας σημαντικούς σταθμούς της ζωής του.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη σαραντάχρονη διακονία του ως ιεροκήρυκα, καθώς και στα τριάντα χρόνια κατά τα οποία υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου.
Κατά τη μακρά αυτή περίοδο ανέπτυξε σημαντικό κατηχητικό, ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο. Συνέβαλε στη δημιουργία κοινωνικών δομών, στη στήριξη ευάλωτων οικογενειών και νέων ανθρώπων, ενώ παράλληλα ανέπτυξε αξιόλογη συγγραφική δραστηριότητα.
Η ποιμαντική του πορεία δεν περιορίστηκε στα γεωγραφικά όρια μιας Μητροπόλεως. Από νωρίς στράφηκε προς την εξωτερική ιεραποστολή, επιλέγοντας να υπηρετήσει σε περιοχές όπου οι ανάγκες ήταν μεγάλες και οι συνθήκες συχνά εξαιρετικά δύσκολες.
Η προσφορά στην Αλβανία και η δοκιμασία στο Αργυρόκαστρο
Ξεχωριστό κεφάλαιο στη ζωή του αποτελεί η συμμετοχή του στην ανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, στο πλευρό του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αναστασίου.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Εκκλησία της Αλβανίας προσπαθούσε να σταθεί ξανά όρθια μετά τις δεκαετίες του αθεϊστικού καθεστώτος, ο Επίσκοπος Χρυσόστομος συμμετείχε ενεργά στην αναδιοργάνωση των ενοριών, στην κατήχηση, στην εκπαίδευση νέων στελεχών και στη στήριξη των πιστών.
Κατά την αντιφώνησή του, αναφέρθηκε σε μια από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής του, όταν συνελήφθη στο Αργυρόκαστρο, του πέρασαν χειροπέδες και στη συνέχεια απελάθηκε.
«Τότε θυμήθηκα τα λόγια του Αναστασίου: Η ιεραποστολή είναι σταυρός», ανέφερε με συγκίνηση, προκαλώντας έντονη συναισθηματική φόρτιση στην αίθουσα.
Η μαρτυρία αυτή ανέδειξε το τίμημα που πολλές φορές συνοδεύει την ιεραποστολική διακονία, αλλά και την πίστη με την οποία ο ίδιος αντιμετώπισε τις δυσκολίες, τις διώξεις και τις προσωπικές δοκιμασίες.
Από την Κινσάσα στη Δυτική Τανζανία
Μετά την προσφορά του στην Αλβανία, ο Θεοφιλέστατος συνέχισε την ιεραποστολική του δράση στην Αφρική. Για μία δεκαετία υπηρέτησε στη Θεολογική Σχολή της Κινσάσα, στο Κονγκό, συμβάλλοντας στην εκπαίδευση μελλοντικών κληρικών και στελεχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Σήμερα, ως Επίσκοπος Μπουκόμπας και Δυτικής Τανζανίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, συνεχίζει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό έργο σε απομακρυσμένες περιοχές.
Η διακονία του περιλαμβάνει την ίδρυση και στήριξη ενοριών, την κατήχηση, την εκπαίδευση, τη φροντίδα των παιδιών, την ενίσχυση φτωχών οικογενειών και τη δημιουργία υποδομών που καλύπτουν βασικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Ο Αυγουστίνος Καντιώτης και ο Αναστάσιος
Στην ομιλία του ο Επίσκοπος Χρυσόστομος απέδωσε ιδιαίτερο φόρο τιμής σε δύο μεγάλες εκκλησιαστικές προσωπικότητες που σημάδεψαν την πνευματική του πορεία: τον μακαριστό Μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνο Καντιώτη και τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο.
Όπως υπογράμμισε, δεν υπήρξαν απλώς δάσκαλοι, αλλά πνευματικοί πατέρες και φωτεινοί οδηγοί, οι οποίοι τον δίδαξαν ότι η διακονία της Εκκλησίας απαιτεί αυταπάρνηση, θυσία και ανιδιοτελή προσφορά.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στον μακαριστό Μητροπολίτη Ιερισσού Νικόδημο, ο οποίος τον ενθάρρυνε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή.
«Πήγαινε, Χρυσόστομε, στην ιεραποστολή. Εσύ μπορείς», του είχε πει, σύμφωνα με τη συγκινητική αφήγησή του. Η προτροπή αυτή αποτέλεσε, όπως εξομολογήθηκε, το καθοριστικό βήμα για τη μετέπειτα πορεία του.
Μια τιμή στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή
Στην τελετή παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος, εκπροσωπώντας τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, ο Μητροπολίτης Ιερισσού κ. Θεόκλητος και ο Επίσκοπος Πολυστύλου κ. Σωφρόνιος.
Παρόντες ήταν επίσης καθηγητές, κληρικοί, μοναχοί, μοναχές, φοιτητές, εκπρόσωποι φορέων και άνθρωποι που γνώρισαν από κοντά το ποιμαντικό και ιεραποστολικό έργο του τιμωμένου Ιεράρχη.
Η αναγόρευση του Επισκόπου Μπουκόμπας Χρυσοστόμου σε Επίτιμο Διδάκτορα δεν αποτέλεσε μόνο μια προσωπική τιμή. Ήταν ταυτόχρονα μια αναγνώριση της Ορθόδοξης Ιεραποστολής, της αθόρυβης προσφοράς και της θεολογίας που γίνεται πράξη, ελπίδα και παρουσία δίπλα στον άνθρωπο.
























