Ι.Μ.Κυθήρων: Η σύγχρονη πνευματική πραγματικότητα ευρίσκεται ενώπιον μιάς έντονης επανεμφανίσεως και συστηματικής ανασυγκροτήσεως του αθεϊστικού φαινομένου, το οποίο δεν εκλαμβάνεται πλέον ως μία απλή ιδιωτική άρνηση της θείας υπάρξεως, αλλ’ ως ένα δομημένο ιδεολογικό και φιλοσοφικό σύστημα.
Ιεροδ. Ιεροθέου Κρητικού, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Κυθήρων & Αντικυθήρων
Ο αθεϊσμός επιδιώκει να θεμελιώσει την απόρριψη του θείου επί της απολυτοποιήσεως του ορθού λόγου και της εμπειρικής επαληθευσιμότητος, εγκλωβίζοντας την αλήθεια της υπάρξεως εντός των στενών ορίων της υλικής πραγματικότητος. Έναντι της προκλήσεως αυτής, η ορθόδοξη χριστιανική θεώρηση, εκφραζομένη πλήρως στη διδασκαλία του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, προβάλλει την οριοθέτηση των γνωστικών δυνάμεων του ανθρώπου και αναδεικνύει το οντολογικό χάσμα μεταξύ κτιστού και ακτίστου.
Ο άγ. Ιωάννης επιστρατεύει οξυτάτη ορολογία προκειμένου να καταδείξει το παράλογο της αθεΐας. -Κι εδώ να σημειωθεί ότι το θέμα ερευνάται μόνο υπό την έννοια της αθεΐας, όπως νοείται στο αγιογραφικό «είπεν άφρων εν καρδία αυτού· ουκ έστι Θεός» (Ψαλμ. 52,2)-. Όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τη σαφή μαρτυρία της θείας Γραφής, «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γήν», και παρά ταύτα αρνείται να πιστεύσει στο ῥήμα της, τότε εκπίπτει της λογικής καταστάσεως. «Αποστράφηθι λοιπόν αυτόν ως μαινόμενον και εξεστηκότα» (Εις Γένεσιν 2,3, PG 53,30). Εκείνος που απιστεί προς τον Δημιουργό των όλων και κατηγορεί την αλήθεια ως ψεύδος στερείται οιασδήποτε συγγνώμης, καθότι η στράτευσή του εναντίον του προφανούς αποτελεί τρανό δείγμα εσκεμμένης παραφροσύνης. Η άρνηση του Θεού εκλαμβάνεται ως «λαμπρόν δείγμα μανίας», αφού ο νούς του αθέου, τυφλωμένος υπό της οιήσεως, αδυνατεί να συλλάβει τα στοιχειώδη (Εις Γένεσιν 1,2, PG 54, 583). Αντιστρέφοντας το επιχείρημα των απίστων της εποχής του, οι οποίοι κατηγορούσαν τους χριστιανούς για την Πίστη τους, ο ιερός πατήρ αποδεικνύει ότι η ίδια η απιστία είναι προϊόν πνευματικής καχεξίας: «άρα ασθενούς διανοίας το μη πιστεύειν, και μικράς και ταλαιπώρου». Όταν οι άπιστοι εγκαλούν τους πιστούς για την Πίστη τους, οι χριστιανοί οφείλουν να αντεγκαλούν εκείνους για την απιστία, χαρακτηρίζοντάς τους ως ταλαιπώρους, μικροψύχους, ανοήτους και ασθενείς. Ενώ η Πίστη χαρακτηρίζει μία υψηλή και μεγαλοφυή ψυχή, η απιστία προέρχεται από μία «αλογωτάτην και ευτελή» διάνοιαν, η οποία έχει καταπέσει «πρός την των κτηνών άνοιαν» (Εις Ρωμαίους 8,6, PG 60, 462). Η πνευματική υγεία ταυτίζεται απολύτως με την ευσέβεια, ενώ η αθεΐα ορίζεται ως η χείριστη μορφή παθολογίας· «υγεία μέν ψυχής ευσέβεια, νόσος δε εσχάτη και αρῥωστία το τον Θεόν μη ειδέναι» (Εις το «Κύριε, ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού», 2, PG 56, 157). Πρόκειται επομένως για ένα νόσημα βαρύτατο, το οποίο επιφέρει τον πλήρη σκοτισμό του ανθρωπίνου λογικού. Συνεπώς, η άγνοια και η άρνηση του Κυρίου αποτελούν την «αρχήν μωρίας» (Εις Ρωμαίους 21, 5, PG 60, 600). Ο άθεος, νομίζοντας ότι μέσω της αυτονομήσεώς του καθίσταται σοφός, καταντά ο έσχατος των μωρών, καθότι «ουδέν γάρ εστιν ανιαρόν, αλλ’ η το τώ Θεώ προσκρούειν» (Εις Β΄ Κορ. 1,4, PG 61, 388). Το να βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με τον Θεό είναι το μόνο πραγματικά θλιβερό, διότι στερεί από την ψυχή το έρεισμά της και την παραδίδει στη δίνη των δικών της σαθρών λογισμών.

Το παράλογο της αθεΐας, πάντοτε επί τη βάσει της χρυσοστόμιας θεωρίας, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής κριτικής, καθότι καταρρίπτεται από πλειάδα αδιάψευστων αποδείξεων τις οποίες ο Δημιουργός ενέσπειρε στην κτίση και στην ανθρώπινη φύση. Η εμμονή της αθεΐας να προσπερνά αυτά τα τεκμήρια αποδεικνύει την πλήρη πνευματική της αφροσύνη. Σύμφωνα με βασικά λογικά αξιώματα και τον φυσικό νόμο, κανένα όν η φαινόμενο δεν δύναται να προέλθει εκ της ανυπαρξίας άνευ αιτίας, καθώς αυτόματη ζωή και γένεση δεν υπάρχει. Το άπειρο σύμπαν δεν δημιουργήθηκε μόνο του η από τύχη, αλλά προϋποθέτει αναγκαίως έναν Σοφό και Παντοδύναμο Δημιουργό. Η θέα του περιβάλλοντος κόσμου ανυψώνει τον άνθρωπο προς Εκείνον, όπως σημειώνει ο ψαλμωδός «οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού…» και ο Απόστολος Παύλος «τά γάρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται» (Έπαινος 9,2-3, PG 49, 105-106). Ο κόσμος διέπεται από αναλλοίωτους νόμους, αρμονία, τάξη και σκοπιμότητα. Αναρωτιέται ο άγ. Ιωάννης, πως είναι δυνατόν στοιχεία αντιθετικά μεταξύ τους και μία τέτοια τεράστια διακόσμηση να ηνιοχούνται και να διευθύνωνται χωρίς έναν κυβερνήτη; «Πως γάρ αν έχοι λόγον, ειπέ μοι, τα τοσαύτα στοιχεία και την τοσαύτην διακόσμησιν άνευ τινός του κυβερνώντος και τα πάντα κρατούντος ηνιοχείσθαι;» Ένα πλοίο δεν μπορεί να διασχίσει τα κύματα της θαλάσσης χωρίς τον κυβερνήτη του. Ένας στρατιώτης δεν δύναται να επιτύχει τίποτε γενναίο αν δεν προΐσταται στρατηγός. Μία οικία δεν μπορεί να υπάρξει και να κτιστεί αν δεν υπάρχει ο οικοδόμος και κτίστης της (Εις Γένεσιν 3,4, PG 53, 36). Συνεπώς, το να ισχυρίζεται κανείς ότι ο άπειρος αυτός κόσμος και η εκπληκτική αρμονία των στοιχείων κινούνται εική και ως έτυχε, χωρίς την παρουσία του θείου ηνιόχου, που συγκρατεί τα ορώμενα κατά τη δική του σοφία, αποτελεί την έσχατη μορφή παραλογισμού. Ολόκληρη η κτίση ανακηρύττει τον Θεό, διότι «εκ μεγέθους και καλλονής κτισμάτων αναλόγως ο γενεσιουργός θεωρείται» (Εβρ. 11,6).
Η ανατομία του φαινομένου της αθεΐας και της απιστίας θα πρέπει αρχικώς να ερευνηθεί στις οντολογικές και μεταπτωτικές αλλοιώσεις της ανθρώπινης φύσης. Πρωτογενής και γενεσιουργός αιτία της πνευματικής αυτής τυφλώσεως τυγχάνει η προγονική πτώση, το προπατορικό αμάρτημα. Ο άγ. Ιωάννης, ακολουθώντας την σταθερά βιβλική και πατερική παράδοση, συνδέει ευθέως την απώλεια της θεογνωσίας με τη μεταπτωτική τραγικότητα, κατά την οποία ο άνθρωπος εκπίπτει της αληθούς γνώσεως και εγκλωβίζεται στα πεπερασμένα όρια μιάς αυτονομημένης διανοίας. Ο προπατορικός κλονισμός επέφερε σκοτισμό των γνωστικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, παρασυρόμενος από την ελπίδα για πλείονα γνώση, εξέπεσε στη χαλεπή του θανάτου τυραννίδα. Η μεταπτωτική εκείνη κατάσταση συνεπάγεται την απώλεια της γνώσεως του Θεού, την οποία είχε προηγουμένως ο άνθρωπος στον Παράδεισο, βυθίζοντάς τον στην αισχύνη και τη γυμνότητα, ενώ πρό της απάτης υπήρχε ανώτερος πάσης αισχύνης (Εις Ιωάννην 7,1, PG 59,63). Ο σκοτισμός του νοός εκδηλώνεται εναργώς ως πνευματική τύφλωση και «μανία», η
οποία διαστρέφει τη σχέση του υποκειμένου προς την κτίση και τον Κτίστη. Ο ιερός πατήρ σημειώνει χαρακτηριστικώς ότι η απιστία αποτελεί απόδειξη σκοτισμού· όταν ο άνθρωπος, αντί να θεραπεύεται από τη θεωρία των κτισμάτων και να ανάγεται μέσω εκείνων προς τον Δημιουργό, εναπομένει εκθαμβούμενος απλώς από το κάλλος της κτίσεως, τότε το φως μετατρέπεται γι’ αυτόν σε σκότος. Η εμμονή στην αυτόνομη εξέταση του ορωμένου κόσμου, χωρίς την πνευματική αναγωγή στο πρωτότυπο, συνιστά εκούσια αλογία και τύφλωση, καθότι ένας τέτοιος άνθρωπος «τώ φωτί προς σκότος εχρήσατο» (Εις Γένεσιν 1,1, PG 54, 581-582).
Ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι οι «έξωθεν», οι μακράν της Εκκλησίας και της θείας Χάριτος ευρισκόμενοι, υποτάσσονται στα πάθη της σαρκός και της διανοίας, υπηρετούντες εκείνα. Παραλλήλως, εγκλωβίζονται στην τυφλή ακολουθία των δικών τους λογισμών και ανθρωπίνων συλλογισμών. Η υπόταξή τους αφ’ ενός στα πάθη και η λογοκρατική-νοησιαρχική αφ’ ετέρου αυταπάτη τους καθιστά παντελώς ανίκανους να αποδεχθούν και να χωρέσουν οιανδήποτε υπερβατική αλήθεια περί Θεού, καθότι το θείο μυστήριο κείται ασυγκρίτως υπέρ τον ανθρώπινο λογισμό (Εις Εφεσίους 23,1, PG 62,164-165). Η αμαύρωση του κατ’ εικόνα ολοκληρώνεται διά της επικρατήσεως των παθών και ο άνθρωπος, απομακρυνόμενος από τον Θεό, παραδίδεται στην επήρεια του διαβόλου, πάσχοντας μύρια δεινά (Εις Ιωάννην 68,2, PG 59,376-377), με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον κύριος του εαυτού του, εφόσον ο διάβολος τον δεσμεύει στην κακία, διαπράττοντας αυτό που θέλει «η οικούσα αυτώ αμαρτία» (Ρωμ. 7,17).
Η κυριώτερη μεθοδολογική αστοχία του αθεϊστικού στοχασμού εντοπίζεται στην αδυναμία κατανοήσεως του σαφώς πεπερασμένου της γνωστικής ικανότητας του ανθρώπου. Ο αθεϊστής διανοητής, απολυτοποιώντας τις ενδογενείς λογικές και αισθητηριακές του δυνάμεις, απαιτεί την προσέγγιση του θείου μέσω των μεθόδων εκείνων οι οποίες ισχύουν αποκλειστικώς για την έρευνα του υλικού κόσμου. Ενταύθα όμως συντελείται ένα μέγα κατηγορηματικό σφάλμα, το ότι δηλαδή επιχειρείται η υπαγωγή του ακτίστου στα μέτρα και τις κατηγορίες του κτιστού. Η απαίτηση του ορθολογιστού να εξαρτήσει την Πίστη από την ορθολογιστική αποδεικτική διαδικασία αποστερεί τον λογισμό από την πνευματική του σταθερότητα, καθότι το θείο είναι κατ’ ουσίαν μυστήριο ανεξήγητο. Ο άγ. Ιωάννης, αναλύοντας την πνευματική αυτήν πραγματικότητα, αποφαίνεται χαρακτηριστικώς: «Ουκ έστιν είναι στερρόν τον λογισμούς απαιτούντα. Ιδού γάρ τα σεμνά ημών πάντα πως έρημα λογισμών και πίστεως έχεται μόνης». Ποιά λογική θα αποδεχθεί ότι ο Θεός είναι άναρχος, απερίγραπτος και άπειρος; (Εις Κολ. 5,3, PG 62, 333). Κατά τον χρυσολόγο πατέρα, η θεία φύση «ουχ υποβάλλεται ζητήσει, ου δουλεύει λογισμών ακολουθίαις». Η δόξα του προσκυνουμένου Θεού υπερέχει ασυγκρίτως κάθε ανθρώπινης διανοητικής συλλήψεως, υπερβαίνουσα «πάσαν ομού και αγγελικήν κατάστασιν και υπερκόσμιον έννοιαν και πάσαν υπερουράνιον δύναμιν» («Εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς», 4, PG 56,418). Ο ορθολογικός στοχασμός, εγκλωβισμένος στα σχήματα της κτιστής λογικής, αδυνατεί να προσπελάσει τα ιδιώματα της θεότητας, τα οποία εμφανίζονται ως παράδοξα και ακατανόητα. Μόνον οι ιδιότητες του Θεού είναι καταληπτές και η ενέργειά του μεθεκτή, μέσω των οποίων γνωρίζεται ο Θεός, αλλά απαιτούνται οι ανάλογες προϋποθέσεις. Ο αυτονομημένος ορθολογισμός, οδηγούμενος από μία εγωϊστική διάθεση πλήρους ελέγχου των πάντων, διολισθαίνει σε μία καταστροφική για τη θεογνωσία οδό. Όταν ο άνθρωπος επιχειρεί να προσεγγίσει τα θεία μυστήρια γυμνός από το ένδυμα της Πίστεως, ερευνώντας με θρασύτητα τις απρόσιτες αλήθειες, τυφλώνεται πνευματικά. Ο άγ. Ιωάννης στηλιτεύει αυτή τη μεθοδολογική παρεκτροπή, επισημαίνοντας ότι η πολυπραγμοσύνη αυτή επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα· «επί του Θεού, ο πάντα θέλων ειδέναι και πάντων κατατολμών, ούτος ουκ οίδε μάλιστα τι εστι Θεός» (Εις Β΄ Τιμ. 8,4, PG 62, 647). Η αλαζονική απαίτηση του ορθολογιστού να κατανοήσει διά της λογικής το «τί εστι» Θεός, όχι μόνον δεν οδηγεί στην αληθινή γνώση, αλλά καθιστά τον άνθρωπο παντελώς αδαή περί του Θεού. Η θεία ουσία παραμένει ανέκφραστη και απρόσιτη και η εμμονή στη λογική εξερεύνησή της αποκόπτει τον άνθρωπο από τη μόνη οδό, που είναι η διά της Πίστεως μετοχή στο ακατάληπτο μυστήριο.
Παράλληλα με τη μεθοδολογική αστοχία του ορθολογισμού, η χρυσοστομική γραμματεία αναδεικνύει τον αμαρτωλό και διεφθαρμένο βίο ως ένα εκ των κυριωτέρων γενεσιουργών αιτίων της αθεΐας και της απιστίας. Η απώλεια της πίστεως αποτελεί το αποτέλεσμα μιάς σταδιακής ηθικής διαβρώσεως, η οποία σκοτίζει τον νού και αποκόπτει τον άνθρωπο από την πηγή του θείου φωτός. Υπάρχει μία οργανική και αμφίδρομη σχέση μεταξύ της ηθικής καταπτώσεως και της δογματικής αλλοτριώσεως. Ο άνθρωπος οδηγείται στην απιστία, όταν επιθυμεί να δικαιολογήσει τα πάθη του η όταν ο νούς του κυριευθεί από τον έρωτα της επίγειας δόξας· «τούτο μάλιστα αίτιον της απιστίας αυτοίς ην, ο διεφθαρμένος βίος και ο της δόξης έρως». (Εις Γένεσιν 2, PG 53,30). Η εμμονή στην κακία γεννά την απιστία, και αντιστρόφως, η απιστία αποθρασύνει τον άνθρωπο στην τέλεση της αμαρτίας, εγκλωβίζοντας την ψυχή σε έναν φαύλο κύκλο. Η άρνηση της Πίστεως τότε λειτουργεί ως προκάλυμμα εφησυχασμού, ήτοι προκειμένου εκείνος που αμαρτάνει να απαλλαγεί από τον έλεγχο της συνειδήσεως και τον φόβο της μελλούσης κρίσεως, επιλέγει συνειδητώς να αρνηθεί την ύπαρξη του Θεού (Εις Ματθαίον 72, PG 58,667). Όταν ο άνθρωπος εμμένει στον διεφθαρμένο βίο, η συνείδησή του αλλοιώνεται. Όσοι εθελοτυφλούν έναντι των θείων αποδείξεων, δεν το πράττουν λόγω διανοητικής αδυναμίας, αλλά εξαιτίας πονηράς προαιρέσεως και διαστροφής του κριτηρίου της αληθείας (Εις Εβραίους, 10, PG 63,87). Αυτή η εσωτερική σήψη, που κατεργάζεται η αμαρτία, το πονηρό συνειδός και οι διεφθαρμένες πράξεις, αποστερεί την ψυχή από κάθε πνευματικό αντίδοτο, οδηγώντας την νομοτελειακά στην πλήρη πνευματική καταστροφή, στο βάραθρο της απιστίας («Έχοντες το αυτό πνεύμα της πίστεως…», 1, PG 51, 280).
Μία επιπλέον ουσιώδης πτυχή της αιτίας της αθεΐας, όπως αυτή ανατέμνεται στη χρυσοστομική γραμματεία, εντοπίζεται στην ολοσχερή προσκόλληση του ανθρώπου στα παροδικά και εφήμερα του παρόντος αιώνος. Η κοσμική αυτή απορρόφηση των ανθρώπων, οι οποίοι είναι «τώ κόσμω μόνω προσηλωμένοι, και τα του κόσμου φρονούντες», τυφλώνει τα πνευματικά αισθητήρια και η διάνοια του ανθρώπου θολώνεται από αυτήν την εμπαθή σχέση με την ύλη περισσότερο από κάθε τι άλλο, καθότι «ουδέν γάρ ούτω θολοί διάνοιαν, ως το προστετηκέναι τοις παρούσι». Η προσκόλληση δηλαδή στα παρόντα ενεργεί ως πνευματικός βόρβορος, ο οποίος επικάθεται επί του διορατικού της ψυχής, καθιστώντας την παντελώς ανίκανη να θεωρήσει τις υπερκόσμιες αλήθειες. Η ζημία τότε που υφίσταται ο άνθρωπος από την προσήλωση στα κοσμικά δεν εντοπίζεται σε ελάσσονα μεγέθη, αλλ’ «εν τώ κεφαλαίω
τών αγαθών», επιρρωνύοντας αυτό από την ευαγγελική ρήση «ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» (Εις Ιωάννην 8,2, PG 59, 68).
Κατά ταύτα, η συστηματική ανατομία του αθεϊστικού φαινομένου, όπως αυτή μορφοποιείται επί τη βάσει της χρυσοστομικής γραμματείας, αποδεικνύει ότι η άρνηση του Θεού αποτελεί, θα λέγαμε, υπαρξιακή και πνευματική παθολογία. Ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, με την οξυδερκή ποιμαντική του διορατικότητα, ξεπερνά τα επιφανειακά σχήματα των εκάστοτε φιλοσοφικών αντιρρήσεων και διεισδύει στον εσωτερικό πυρήνα του ανθρώπου, εκεί όπου λαμβάνουν χώρα οι πραγματικές πνευματικές αλλοιώσεις.
Συγκεφαλαιώνοντας λοιπόν τα αίτια της αθεΐας, διαβλέπουμε ότι αναφέρονται σε τρείς αλληλένδετους άξονες: τη λανθασμένη μεθοδολογία, την ηθική διάβρωση και τον εγκλωβισμό στον παρόντα αιώνα. Ως προς το πρώτο, ο εγωιστικός και αυτονομημένος ορθολογισμός, ο οποίος επιχειρεί αλαζονικώς να υπαγάγει το άκτιστο στα πεπερασμένα μέτρα της κτιστής λογικής, καταλήγει στον σκοτισμό του νού. Ως προς το δεύτερο, ο αμαρτωλός και διεφθαρμένος βίος αναγκάζει τον άνθρωπο να αρνηθεί τον Θεό, για να δικαιολογήσει τα πάθη του, αλλά και ημαρτημένως τον οδηγεί στην πνευματική σύγχυση και συσκότιση του νού, δηλαδή στην ψυχική τύφλωση και την απώλεια του λογικού. Ως προς δε το τελευταίο, η εμπαθής προσήλωση στα παρόντα και εφήμερα του υλικού κόσμου, που καθιστά πάσχουσα τη διάνοια και υποδουλώνει την ψυχή στα υλικά πράγματα, καθιστά την τελευταία παντελώς ανίκανη να τείνει προς τα ουράνια. Συνεπώς, η αντιμετώπιση της αθεΐας και η θεραπεία του νοσήματος αυτού απαιτεί την καθολική ανακαίνιση της ανθρώπινης ύπαρξης η με άλλα λόγια την ελεύθερη μετοχή του ασθενούντος ανθρώπου στο απολυτρωτικό έργο του Χριστού, μέσω του οποίου η ανθρώπινη φύση ανηύρε εν τώ Χριστώ την αρμονία και την κανονική της λειτουργία, το οποίο όμως αποτελεί άλλο θέμα από το διαπραγματεύσιμο.























