Η μνήμη ενός ιερέα που σφράγισε με την αγάπη, τη διακονία και τη φιλανθρωπική δράση του την ιστορία της ενορίας της Ζωοδόχου Πηγής τιμήθηκε το απόγευμα της Πέμπτης 9 Ιουλίου με τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πλάκας στον τοίχο του ναού, αφιερωμένης στον μακαριστό πρωθιερέα π. Αγγελο Νησιώτη.
Aπό τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΣΠΥΡΟΥ*
Παρών στην εκδήλωση ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ο οποίος δεν έκρυψε τη συγκίνησή του, μιλώντας για έναν κληρικό που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο εκκλησιαστικό και κοινωνικό έργο της περιοχής, και ευχήθηκε η μνήμη και το παράδειγμα του π. Αγγέλου να συνεχίσουν να εμπνέουν και να καθοδηγούν όλους στον δρόμο της χριστιανικής ζωής.
Μιλώντας στην «Ορθόδοξη Αλήθεια», ο π. Ηλίας Δροσινός αναφέρει ότι ο π. Αγγελος γεννήθηκε το 1890 στην Κιουτάχεια της Μικράς Ασίας και σε ηλικία μόλις 14 ετών έφθασε στην Αθήνα για να φοιτήσει με υποτροφία στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή. Εκεί συνάντησε τη μεγάλη μορφή που θα σφράγιζε ολόκληρη τη ζωή του: τον Αγιο Νεκτάριο, Μητροπολίτη Πενταπόλεως, τότε διευθυντή της Ριζαρείου. Ο Αγιος διέκρινε από νωρίς τον ζήλο και την καθαρότητα της ψυχής του νεαρού σπουδαστή, τον πήρε κοντά του και τον εμπιστεύθηκε ακόμη και στην αντιγραφή των συγγραμμάτων του για την έκδοσή τους.
Ιδιαίτερα συγκινητική παραμένει η στιγμή κατά την οποία ο Αγιος Νεκτάριος ζήτησε από τον νεαρό Αγγελο να σταθεί μπροστά στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου της Ριζαρείου και να υποσχεθεί ότι θα χειροτονηθεί και δεν θα αποχωριστεί ποτέ το τίμιο ράσο που φορούσε ως ιεροσπουδαστής. Η υπόσχεση αυτή έγινε ισόβια δέσμευση. Ακόμη και στα χρόνια που μεσολάβησαν από την αποφοίτησή του μέχρι τη χειροτονία του σε διάκονο συνέχισε να φορά το ράσο, τιμώντας τον λόγο που είχε δώσει στον Αγιο Νεκτάριο.
Η μαθητεία του κοντά στον Αγιο Νεκτάριο υπήρξε το θεμέλιο της μετέπειτα πορείας του. Ο ένθεος ζήλος του ενισχύθηκε, η αγάπη του προς την Εκκλησία εδραιώθηκε και η ποιμαντική διακονία του έφερε ανεξίτηλα τα πνευματικά χαρακτηριστικά του μεγάλου Αγίου της εποχής του.
Το Πάσχα του 1908, ως μαθητής της Ριζαρείου, επισκέφθηκε το Αγιο Ορος, πραγματοποιώντας ένα προσκύνημα που τον σημάδεψε πνευματικά. Ξεκινώντας από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, έφθασε μέχρι τη ρωσική Σκήτη Κερασιών στο Ακρωτήριο του Αθω, συμμετέχοντας στις ακολουθίες των μονών και ψάλλοντας μαζί με τους πατέρες. Οι εμπειρίες και οι εικόνες του Αγίου Ορους τον συνόδευσαν σε όλη του τη ζωή.
Μετά την αποφοίτησή του από τη Ριζάρειο επέστρεψε στην Κιουτάχεια, όπου υπηρέτησε ως δάσκαλος και διευθυντής της Αστικής Σχολής, μεταδίδοντας την ελληνική παιδεία στους μαθητές του. Το 1913 επέστρεψε στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπουδές που αποτέλεσαν, όπως ο ίδιος ανέφερε, στήριγμα σε όλη τη μετέπειτα διακονία του. Ολοκληρώνοντας τη θεολογική κατάρτισή του, επέλεξε τον έγγαμο κλήρο και νυμφεύθηκε την Παναγούλα Ζαφειρίου, πολύτιμη συμπαραστάτριά του, με την οποία απέκτησε τρεις γιους, μεταξύ των οποίων τον Νικόλαο Νησιώτη, μετέπειτα καθηγητή της Θεολογικής Σχολής. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1916 και πρεσβύτερος το 1917, αναλαμβάνοντας εφημέριος στον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής, όπου διακόνησε επί δεκαετίες με την εμπιστοσύνη των ενοριτών.
Ο π. Ηλίας σημειώνει ότι στον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής ο π. Αγγελος ανέπτυξε μια πλούσια και πολυσχιδή ποιμαντική δράση, μετατρέποντας την ενορία σε ζωντανό κύτταρο πνευματικής αναγέννησης στο κέντρο της Αθήνας. Από τα πρώτα χρόνια της διακονίας του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη νεότητα, οργανώνοντας κατηχητικά σχολεία και τη Σύναξη Νεολαίας, η πρώτη συγκέντρωση της οποίας πραγματοποιήθηκε στις 11 Μαρτίου 1918. Πρότυπό του αποτέλεσαν οι νεανικές συνάξεις του π. Μάρκου Τσακτάνη στον Ιερό Ναό Αγίας Αικατερίνης Πλάκας, τις οποίες ο ίδιος θαύμαζε και επιθυμούσε να μεταφέρει στην ενορία του. Παράλληλα, φρόντισε για την ανανέωση και την ευπρέπεια του ναού, αντικαθιστώντας τα παλαιά και φθαρμένα ιερά σκεύη, ενώ μερίμνησε και για την επέκταση των χώρων, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν περισσότεροι πιστοί στη λατρευτική ζωή. Με την ακούραστη παρουσία του, το συνεχές κήρυγμα, την καθημερινή τέλεση της θείας λειτουργίας και τη διαρκή προσφορά του στο μυστήριο της μετανοίας και της εξομολογήσεως κατόρθωσε να καταστήσει τη Ζωοδόχο Πηγή ένα πραγματικό κέντρο πνευματικής και λειτουργικής ζωής για την Αθήνα.
Το 1924 ο π. Αγγελος ανέλαβε την προεδρία των Ορθόδοξων Χριστιανικών Ενώσεων (ΟΧΕ), μετατρέποντας τον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής και το οίκημα της οδού Σουλίου 3 σε δυναμικό κέντρο μιας ιστορικής, πανελλήνιας και διεθνούς εθελοντικής δράσης με τη μαζική συμμετοχή λαϊκών.
Ο π. Αγγελος εκοιμήθη στις 27 Μαΐου 1970 σε ηλικία 80 ετών και η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη θλίψη και πόνο σε όλο το ποίμνιό του. Σύμφωνα με την επιθυμία του, τάφηκε δίπλα στο Ιερό Βήμα του Ναού των Αγίων Αγγέλων, στο κτήμα των ΟΧΕ στην Εκάλη.
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Παράλληλα με την ποιμαντική διακονία του υπηρέτησε τη θεολογική παιδεία, διδάσκοντας από το 1954 Κατηχητική και Εξομολογητική στο Εκκλησιαστικό Φροντιστήριο της Ι.Μ. Πεντέλης και στη Σχολή Διακονισσών της Αποστολικής Διακονίας. Για το συνολικό έργο του και την προσφορά του τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ του απονεμήθηκαν το οφίκιο του Σταυροφόρου Κατηχητή και ο τίτλος του Οικονόμου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”






















