Τραμπ – Τουρκία: Η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει στην κοινοποίηση προς το Κογκρέσο της πώλησης αεροπορικών κινητήρων αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων προς την Τουρκία έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στα διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπανικολάου
Το Reuters επισημαίνει ότι πρόκειται για μια σημαντική πολιτική κίνηση ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, χωρίς όμως να σημαίνει ότι αποκαθίστανται πλήρως οι αμερικανοτουρκικές αμυντικές σχέσεις.
Η αμερικανική κυβέρνηση γνωστοποίησε επίσημα στο Κογκρέσο την πρόθεσή της να εγκρίνει την εξαγωγή κινητήρων General Electric F110, οι οποίοι προορίζονται για το τουρκικό μαχητικό KAAN. Ωστόσο, η απόφαση συνοδεύεται από σοβαρές πολιτικές και νομικές επιφυλάξεις, καθώς η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, γεγονός που αποτέλεσε την αιτία αποπομπής της από το πρόγραμμα των F-35 το 2019.
Σύμφωνα με την ανάλυση που συγκέντρωσε το VimaOrthodoxias.gr από διεθνείς αναλυτές σε Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Ελλάδα, η απόφαση Τραμπ ερμηνεύεται κυρίως ως μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης της έντασης με την Άγκυρα και ενίσχυσης της συνοχής του ΝΑΤΟ πριν από τις κρίσιμες συναντήσεις του Ιουλίου και όχι ως πλήρης επαναφορά της στρατηγικής συνεργασίας.
Οι δύο βασικές επιφυλάξεις των διεθνών αναλυτών
Η πρώτη αφορά το ίδιο το πρόγραμμα KAAN.
Παρότι η προμήθεια των κινητήρων αποτελεί σημαντική τεχνολογική ανάσα για την τουρκική αεροναυπηγική βιομηχανία, αρκετοί ειδικοί τονίζουν ότι η εξάρτηση από αμερικανική τεχνολογία σημαίνει πως κάθε μελλοντική εξαγωγή του αεροσκάφους θα εξακολουθεί να απαιτεί αμερικανική έγκριση.
Η δεύτερη αφορά το πρόγραμμα F-35.
Εδώ οι περισσότεροι αναλυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί. Η νομοθεσία που ψήφισε το αμερικανικό Κογκρέσο μετά την αγορά των S-400 εξακολουθεί να ισχύει και απαγορεύει την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα όσο τα ρωσικά συστήματα παραμένουν σε τουρκικό έδαφος.
Τι γράφουν τα διεθνή μέσα
Η Associated Press και άλλα μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα αντιμετωπίζουν την εξέλιξη ως ένα σημαντικό αλλά περιορισμένο βήμα προσέγγισης μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας.
Αντίστοιχα, διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ότι η συμφωνία αφορά αποκλειστικά τους κινητήρες και δεν συνεπάγεται άρση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί μετά την αγορά των S-400 ούτε αυτόματη επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Στο αμερικανικό πολιτικό σκηνικό, αρκετά μέλη του Κογκρέσου εξακολουθούν να αντιδρούν έντονα, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε νέα αμυντική συνεργασία με την Τουρκία θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς δεσμεύσεις για τα ζητήματα ασφαλείας της Συμμαχίας.
Οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο και οι επιπτώσεις για την Ελλάδα – Γιατί τα F-35 παραμένουν το μεγάλο «αγκάθι»
Παρά τη θετική κίνηση της αμερικανικής κυβέρνησης για την έγκριση της πώλησης κινητήρων προς την Τουρκία, οι ισορροπίες στην Ουάσιγκτον παραμένουν εξαιρετικά εύθραυστες. Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, η κοινοποίηση της συμφωνίας στο Κογκρέσο δεν σημαίνει αυτόματα ότι η διαδικασία θα ολοκληρωθεί χωρίς αντιδράσεις, καθώς αρκετοί γερουσιαστές και βουλευτές εξακολουθούν να διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις για τη στάση της Άγκυρας σε μια σειρά θεμάτων, από την κατοχή των ρωσικών S-400 έως τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση της Τουρκίας στον δυτικό αμυντικό σχεδιασμό και στις ισχυρές αντιδράσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στο αμερικανικό νομοθετικό σώμα. Για τον λόγο αυτό αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η έγκριση των κινητήρων αποτελεί περισσότερο μια συμβολική πολιτική χειρονομία παρά μια συνολική επανεκκίνηση των αμυντικών σχέσεων.
Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις παρακολουθούνται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διπλωματικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η χώρα εξακολουθεί να διατηρεί στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς το πρόγραμμα προμήθειας των F-35 εξελίσσεται κανονικά, ενώ η Τουρκία παραμένει εκτός της κοινοπραξίας παραγωγής του αεροσκάφους.
Αναλυτές εκτιμούν ότι ακόμη και αν εγκριθεί η πώληση των κινητήρων F110, η Άγκυρα θα συνεχίσει να εξαρτάται από αμερικανικές άδειες εξαγωγής για κάθε μελλοντική αξιοποίηση του KAAN, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την αυτονομία του προγράμματος.
Στο VimaOrthodoxias.gr επισημαίνεται επίσης ότι αρκετοί ειδικοί θεωρούν πως η επικείμενη Σύνοδος του ΝΑΤΟ θα αποτελέσει το πραγματικό τεστ για τις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας. Εκεί αναμένεται να φανεί αν οι δύο πλευρές μπορούν να προχωρήσουν πέρα από κινήσεις καλής θέλησης ή αν οι διαφωνίες για τους S-400, τη Συρία και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τροχοπέδη.
Παράλληλα, αρκετοί διεθνείς παρατηρητές υπογραμμίζουν ότι η αμερικανική αμυντική βιομηχανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως έναν από τους πλέον σταθερούς συμμάχους στην περιοχή, στοιχείο που έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια μέσα από την αμυντική συνεργασία Αθήνας–Ουάσιγκτον και την πρόοδο του ελληνικού προγράμματος F-35.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις επόμενες εβδομάδες και ιδιαίτερα στις αποφάσεις που θα ληφθούν μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Αν και ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίζεται διατεθειμένος να βελτιώσει τις σχέσεις με την Άγκυρα, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι θεσμικοί περιορισμοί του αμερικανικού πολιτικού συστήματος δεν επιτρέπουν εύκολες ή άμεσες ανατροπές.
Έτσι, το πιθανότερο σενάριο είναι να συνεχιστεί μια πολιτική σταδιακών κινήσεων προσέγγισης, χωρίς όμως να ανατραπεί το ισχύον πλαίσιο που κρατά την Τουρκία εκτός του προγράμματος των F-35. Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς διατηρεί το στρατηγικό πλεονέκτημα που απέκτησε με την ένταξή της στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς, ενισχύοντας περαιτέρω την αποτρεπτική της ισχύ στην ευρύτερη περιοχή.




















