Μητροπολίτης Αιτωλίας: Στο μήνυμά του για την Κυριακή 21 Ιουνίου 2026, ο Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνός αναφέρεται στο βαθύ νόημα της Θείας Κοινωνίας, τονίζοντας ότι μέσω της Ενανθρωπήσεως, των Παθών και της Αναστάσεως του Χριστού ο άνθρωπος συμφιλιώθηκε με τον Θεό.
Ο Σεβασμιώτατος υπογραμμίζει ότι ο Θεός «προέταξε την αγάπη» έναντι της δικαιοσύνης, υπενθυμίζοντας τα λόγια του Αποστόλου Παύλου ότι ο Χριστός «πέθανε για εμάς, τους ασεβείς ανθρώπους» και ότι «ενώ ζούσαμε ακόμη στην αμαρτία, έδωσε για μας τη ζωή Του». Παράλληλα, επισημαίνει πως κάθε Θεία Λειτουργία αποτελεί μια νέα πρόσκληση του ίδιου του Χριστού προς τον άνθρωπο: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, προσέλθετε».
Αναλύοντας τα τρία αυτά στοιχεία, εξηγεί ότι ο φόβος του Θεού δεν ταυτίζεται μόνο με τον φόβο της κολάσεως, αλλά κυρίως με τον φόβο της απομακρύνσεως από την παρουσία και τη χαρά του Θεού. Παράλληλα, κάνει λόγο για δύο μορφές πίστεως: τη βεβαιότητα της πραγματικής παρουσίας του Χριστού στη Θεία Ευχαριστία και την απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια και τη δύναμή Του.
Ο Μητροπολίτης τονίζει ότι η πίστη γεννά και τρέφει την αγάπη προς τον Θεό, παραπέμποντας στον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, ο οποίος διδάσκει ότι «αρχή είναι η πίστη, τέλος η αγάπη». Υπενθυμίζει επίσης ότι, σύμφωνα με τον Αββά Ισαάκ, στη Θεία Κοινωνία ο άνθρωπος γεύεται «την ουράνια τροφή της αγάπης».
Καταλήγοντας, καλεί τους πιστούς να προσεγγίζουν το Άγιο Ποτήριο προετοιμασμένοι, με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη, ώστε να μη στερηθούν τις δωρεές της Θείας Κοινωνίας. «Ας μην επιτρέψουμε ποτέ στον εαυτό μας να προσέλθει απροετοίμαστος στη Θεία Κοινωνία», επισημαίνει, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι ακόμη και ο ελάχιστος πνευματικός κόπος μπορεί να χαρίσει στον άνθρωπο «πλήθος επουρανίων δωρεών και πρόγευση ζωής αιωνίου».
Διαβάστε εδώ το μήνυμα:
Αγαπητοί μου Πατέρες και αδελφοί,
Παιδιά μου εν Κυρίω αγαπημένα,
Στην σημερινή Αποστολική περικοπή, ο Απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος προς την χριστιανική κοινότητα της Ρώμης, διδάσκει πως, με την Ενανθρώπηση, τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, το ανθρώπινο γένος συμφιλιώθηκε ξανά με τον επουράνιο Πατέρα και Δημιουργό του.
Με κάθε τρόπο διακηρύττει πως, παρ΄ όλο πού, ως άνθρωποι, δεν αξίζαμε τέτοια μεγάλη ευεργεσία, ο Θεός παραμέρισε την δικαιοσύνη και προέταξε την αγάπη, προκειμένου να μας συναντήσει ξανά. Ακούστε με πόση πίστη και αγαλλίαση διδάσκει και λέει: «Ο Χριστός, παρ’ όλο που ήμασταν ακόμη ανίκανοι να κάνουμε το καλό, πέθανε για εμάς, τους ασεβείς ανθρώπους καί, ξεπερνώντας την ανθρώπινη δικαιοσύνη, έδειξε την αγάπη του προς εμάς, πού, ενώ ζούσαμε ακόμα στην αμαρτία, έδωσε για μας την ζωή Τού» (Ρωμ. 5: 6-8).
Και η περικοπή ολοκληρώνεται με μια φράση, η οποία αποκαλύπτει το μεγαλείο της προσκλήσεως στην Θεία Κοινωνία, την οποία σε λίγο θα μας απευθύνει ο ιερέας: «Παρ’ ό,τι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού του» (Ρωμ. 5:10).
Σε κάθε Θεία Λειτουργία, φτάνει η μεγάλη στιγμή να ακούσουμε από τα χείλη του ιερέως την πρόσκληση, την οποία, στην πραγματικότητα, μας απευθύνει ο ίδιος ο Χριστός. Μια πρόσκληση συμφιλιώσεως μαζί Του, μια νέα ευκαιρία για σχέση ολοκληρωτική, αφοσίωση πλήρη και εμπιστοσύνη ακράδαντη στο έλεος και την αγάπη Του: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, προσέλθετε».
Φόβος Θεού, πίστη και αγάπη! Αυτά τα τρία συναποτελούν τον τρόπο με τον οποίον προσερχόμαστε να κοινωνήσουμε. Αυτά αποτελούν την δική μας συμμετοχή στο έργο της σωτηρίας μας μέσω της ενώσεως με το Σώμα και το Αίμα Του. Εκείνος προσφέρει δωρεάν τα Άγια Μυστήριά Του. Με δική Του πρωτοβουλία και με μοναδικό κίνητρο την αγάπη Του, εξέρχεται στον αγρό της ψυχής των ανθρώπων και σπέρνει τα μεγαλεία της Θεότητός του. Μόνον, όμως, ο οργωμένος αγρός θα βρεθεί σε θέση να αξιοποιήσει τον σπόρο και να αποδώσει καρπούς. Και αυτά τα τρία, ο φόβος Θεού, η πίστη και η αγάπη, είναι εκείνα που οργώνουν τον αγρό της ψυχής και κάνουν το χώμα αφράτο και δεκτικό της λυτρωτικής σποράς.
Ο «φόβος» του Θεού πρέπει να διευκρινιστεί. Υπάρχουν δύο φόβοι: Ο ένας συνδέεται με την απειλή της Κολάσεως. Είναι απαραίτητος ως παιδαγωγικό μέσον στα πρώτα στάδια της πνευματικής ζωής. Ο φόβος αυτός λειτουργεί στην αρχή ευεργετικά, καθώς οδηγεί στην εγκράτεια, την ταπεινοφροσύνη και την επίγνωση των αμαρτιών. Εξ αιτίας αυτού του φόβου, πολλοί άνθρωποι αποδεσμεύτηκαν από έναν καταστροφικό τρόπο ζωής και αποφάσισαν να αλλάξουν. Πολέμησαν τα πάθη τους, ανακάλυψαν τον δρόμο της προσευχής και οδηγήθηκαν στην μετάνοια. Καί, καθώς η αλλαγή αυτή παγιωνόταν, άρχισαν να συμβαίνουν στην ψυχή τους θαύματα: Η ψυχή τους ημέρεψε, ο θείος φωτισμός κατέκλεισε την μέχρι πρό τινος εσκοτισμένη ψυχή τους και τον αρχικό φόβο αντικατέστησε σταδιακά ένας άλλου είδους φόβος.
Και οι Άγιοι έχουν φόβο Θεού. Μόνον που ο φόβος τους δεν αφορά την απειλή της κολάσεως αλλά το ενδεχόμενο να απομακρυνθούν από την χαρά που προσφέρει στην ανθρώπινη ύπαρξη η παρουσία του Θεού. Πρόκειται για έναν φόβο που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να καυχάται πως η ζωή του έγινε τέλεια και προστατεύει την ψυχή από την έπαρση. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος, έστω και αν βαδίζει σταθερά τον δρόμο της θεώσεως, παραμένει ταπεινός και προσεκτικός, μήπως εξ αιτίας ενός και μόνο λάθους, μίας και μόνον αμαρτίας, στερηθεί τους καρπούς πολυετών πνευματικών αγώνων.
Αυτόν τον φόβο Θεού συμπληρώνει η πίστη. Αλλά και εδώ έχουμε δύο είδη πίστεως: Πρώτον, την κραταιά και αναμφίβολη βεβαιότητα πως, κατά την ώρα της Θείας Κοινωνίας, μπροστά στον πιστό στέκει ο ίδιος ο Χριστός, όπως αναφέρει και η σχετική ευχή της ακολουθίας της Θείας Μεταλήψεως: «Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ ότι σύ εί αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ών πρώτος ειμί εγώ. Έτι πιστεύω ότι τούτο αυτό εστι το άχραντον Σώμα σου και τούτο αυτό εστι το τίμιον Άίμά σου».
Η πίστη αυτή συνοδεύεται και από μια δεύτερη πίστη, η οποία ταυτίζεται με την απόλυτη εμπιστοσύνη στην δύναμη και την πρόνοια του Θεού. Εμπιστοσύνη που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να απελπιστεί και πού, ό,τι και αν συμβεί, τον στρέφει διαρκώς προς την ελπίδα της πρόνοιας και της επεμβάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Αυτήν η πίστη αναθερμαίνει μέσα στην ψυχή διαρκώς την αγάπη προς τον Θεό, μεταβάλλοντας τον άνθρωπο σε κοινωνό της θείας αγάπης. Γι΄ αυτό και ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος διδάσκει επιγραμματικά: «Αρχή είναι η πίστη, τέλος η αγάπη. Αυτά τα δύο, όταν ενωθούν, αποκαλύπτουν μέσα στην ψυχή τον ίδιο τον Θεό» (ΒΕΠΕΣ, τ.2, 267).
Κοινωνούμε Σώμα και Αίμα Χριστού, στην πραγματικότητα όμως, όπως διδάσκει ο Αββάς Ισαάκ, γευόμαστε την ουράνια τροφή της αγάπης. Αυτή αποτελεί την αληθινή βρώση και την πόση. Αυτή είναι η μόνη που μπορεί να χαρίσει διαρκή ευφροσύνη στην ανθρώπινη καρδιά (Τα ευρεθέντα ασκητικά, 282-3). Αυτή είναι η τροφή στο επουράνιο δείπνο που μας υποσχέθηκε ο Χριστός (Λκ. 22: 39).
Μπροστά στο Άγιο Ποτήριο, ο κάθε πιστός έρχεται πεινώντας και διψώντας Χριστό, αλλά και συμφιλιωμένος με τους αδελφούς του. Μόνον με αυτό τον τρόπο παραδίδει στον Επουράνιο Σπορέα τον έτοιμο αγρό της ψυχής του. Ο ιερέας κοινωνεί τον κάθε πιστό, λέγοντας: «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον…».
Κάθε φορά, όμως, ο πιστός καλείται με τον όνομά του. Με το όνομα που βαφτίστηκε και πολιτογραφήθηκε πολίτης της Βασιλείας του Θεού. Με τον τρόπο αυτό, η Θεία Κοινωνία γίνεται μια προσωπική συνάντηση ανθρώπου και Θεού. Ο Κύριος γίνεται κτήμα του καθενός προσωπικά και προσφέρει προς αυτόν που κοινωνεί τον εαυτό Του, μεταβάλλοντάς τον συγχρόνως σε μέλος του σώματος της Εκκλησίας Του.
Αδελφοί μου,
Οι ευεργετικές συνέπειες της Θείας Κοινωνίας δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια. Καθώς το σώμα μας ενώνεται με το Αναστημένο Σώμα του Κυρίου, όλα τα μέρη της υπάρξεώς μας μεταμορφώνονται. Ο νούς μας ενώνεται με τον νού του Χριστού και ατενίζουμε τα ορατά και τα αόρατα με τον δικό Του τρόπο. Η θέλησή μας ενώνεται με το θέλημα του Χριστού και πλέον επιζητούμε αυθόρμητα και χωρίς κόπο μόνο εκείνα που Εκείνος θέλει· τα άγια, τα αγνά, τα αναμάρτητα.
Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος βιώνει εμπειρίες και συναισθήματα πέραν πάσης περιγραφής. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, θέλοντας να περιγράψει αυτές τις εμπειρίες, καταφέρνει μόνο να απορεί: «Πως να περιγράψω την απερίγραπτη ευσπλαχνία σου, Σωτήρα μου; Πως είναι δυνατόν να αξιώνεις εμένα, τον ακάθαρτο, τον άσωτο και τον διεφθαρμένο να γίνω μέλος δικό Σου; Πως είναι δυνατόν να με ντύνεις με την λαμπρότητα της στολής της αθανασίας και να μεταβάλεις όλα μου τα μέλη σε πηγή φωτός;» (Sources Chretiennes, 156, 176-8).
Τέτοιες εμπειρίες επιφυλάσσει και σ΄ εμάς η Θεία Κοινωνία. Ποιά ανθρώπινη χαρά και ποιά κοσμική απόλαυση μπορεί να συγκριθεί με αυτόν τον συγκλονισμό χαράς και φωτός; Πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, έχοντας γευθεί, έστω και λίγο, την εμπειρία αυτής της συναντήσεως με τον Κύριο, να προτιμήσει ο,τιδήποτε άλλο από τον κόσμο τούτο;
Άς μην επιτρέψουμε ποτέ στον εαυτό μας να προσέλθει απροετοίμαστος στη Θεία Κοινωνία. Άς μην του στερήσουμε ποτέ, εξ αιτίας της αμέλειας και της ραθυμίας μας, την προετοιμασία του σώματος και της ψυχής, καθιστώντας τον άγευστο αυτών των δωρεών. Άς καλλιεργούμε με επιμονή και ζήλο τον φόβο Θεού, την πίστη και την αγάπη και άς είμαστε βέβαιοι πως, ακόμη και ο ελάχιστος πνευματικός κόπος, θα επιφέρει στην ύπαρξή μας πλήθος επουρανίων δωρεών και πρόγευση ζωής αιωνίου. Αμήν.
Με όλη μου την πατρική αγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ




















