Εκκλησία της Ελλάδος: Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση γύρω από τις αποδοχές των Αρχιερέων επανέφερε στο προσκήνιο ένα ζήτημα που αγγίζει τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις αλλά και παρερμηνείες.
Επιμέλεια: Γιώργος Θεοχάρης – ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο υπό διαμόρφωση νομοθετικό πλαίσιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, επιχειρείται η αποσαφήνιση του μισθολογικού καθεστώτος των Αρχιερέων, γεγονός που οδήγησε σε πλήθος σχολίων και δημοσιευμάτων.
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέσω του Εκπροσώπου Τύπου της, Μητροπολίτου Πολυανής και Κιλκισίου κ. Βαρθολομαίου, παρεμβαίνει δημόσια για να δώσει τη δική της απάντηση και να ξεκαθαρίσει πτυχές που, όπως υποστηρίζει, παρουσιάστηκαν με ανακρίβειες.
Η θέση της Εκκλησίας για τη μισθοδοσία του Κλήρου
Όπως επισημαίνεται, η μισθοδοσία του Κλήρου δεν αποτελεί σύγχρονο προνόμιο ούτε έκτακτη παροχή της Πολιτείας προς την Εκκλησία. Αντιθέτως, συνδέεται ιστορικά με τη μεγάλη εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο από τον 19ο αιώνα έως και τα μέσα του 20ού αιώνα.
Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη περιουσία αξιοποιήθηκε προς όφελος της κοινωνίας, συμβάλλοντας στη δημιουργία δημόσιων υποδομών, νοσοκομείων, πανεπιστημίων, αγροτικών αποκαταστάσεων και άλλων κοινωφελών δράσεων.
Παράλληλα, τονίζεται ότι η πρόσφατη κυβερνητική ρύθμιση δεν θεσπίζει νέα οικονομικά προνόμια, αλλά επαναφέρει το μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων στο γενικό πλαίσιο που ισχύει για ανώτατους δημόσιους λειτουργούς, με βάση τις ευθύνες και τον θεσμικό τους ρόλο.
Η δήλωση του Μητροπολίτου Βαρθολομαίου
«Η συζήτηση που αναπτύχθηκε τις τελευταίες ημέρες γύρω από το μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων ανέδειξε εύλογους προβληματισμούς, αλλά προβλήθηκαν και αρκετές ανακρίβειες, γι’ αυτό επιβάλλεται νηφάλια αποσαφήνιση.
Πρώτα απ’ όλα, είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που αφαιρέθηκε από τις Ιερές Μονές κατά την περίοδο 1833–1952, χωρίς πλήρη και ισότιμη αποζημίωση. Η περιουσία αυτή αξιοποιήθηκε προς όφελος του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, συμβάλλοντας καθοριστικά στη λειτουργία πανεπιστημίων και νοσοκομείων, στην αποκατάσταση αγροτών, προσφύγων, ακτημόνων και μικροκαλλιεργητών, καθώς και στη δημιουργία κοινόχρηστων, κοινωφελών χώρων και άλλων υποδομών δημόσιας ωφέλειας. Υπό αυτήν την έννοια, η μισθοδοσία του Κλήρου συνδέεται ιστορικά με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας για το κοινό καλό, και όχι με κάποια χαριστική ή προνομιακή μεταχείριση της Εκκλησίας εκ μέρους του Κράτους.
Παράλληλα, η πρόσφατη ρύθμιση, που εισηγείται η Ελληνική Πολιτεία, δεν εισάγει κάποιο νέο προνόμιο. Επαναφέρει τη μισθοδοσία των Αρχιερέων εντός του γενικού πλαισίου της δημόσιας διοίκησης. Στην ελληνική έννομη τάξη η ευθύνη διοίκησης και ο θεσμικός ρόλος αντανακλώνται και μισθολογικά. Για τον λόγο αυτό οι αποδοχές των Αρχιερέων συνδέονται με το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο των ανωτάτων δημοσίων λειτουργών.
Οι αναφορές σε υπέρογκα ή λανθασμένα ποσά βασίζονται συχνά σε εσφαλμένη ανάγνωση ή ηθελημένη διαστρέβλωση των πραγματικών δεδομένων.
Παρακαλούμε, λοιπόν, το ζήτημα να προσεγγίζεται με αλήθεια, δικαιοσύνη και αμοιβαίο σεβασμό, μακριά από υπερβολές και χωρίς καλλιέργεια εύκολων εντυπώσεων.
Για την ποιμαίνουσα Εκκλησία η προσπάθεια επίλυσης των πραγματικών προβλημάτων των ανθρώπων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ποιμαντικής ευθύνης και της διακονίας και γι’ αυτό επιτελείται αθόρυβα από τον κάθε ποιμένα, χωρίς να διαφημίζεται, σύμφωνα με την Ευαγγελική προσταγή «σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6:3).»
Μήνυμα προς την κοινωνία
Η παρέμβαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα οικονομικά ζητήματα βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Η Εκκλησία της Ελλάδος επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι το θέμα των αποδοχών των Αρχιερέων δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένο από την ιστορική του διάσταση, ζητώντας παράλληλα έναν δημόσιο διάλογο βασισμένο σε πραγματικά στοιχεία και όχι σε εντυπώσεις. Για τη ΔΙΣ, η αλήθεια και ο αμοιβαίος σεβασμός αποτελούν τη μόνη ασφαλή βάση για μια σοβαρή συζήτηση γύρω από τον ρόλο της Εκκλησίας και τη σχέση της με την ελληνική Πολιτεία.




















