ΚΗΡΥΓΜΑ: «Ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται».
Έχουμε την εντύπωση, αγαπητοί μου, πολλές φορές ότι υπάρχουν άνθρωποι στους οποίους δεν δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό, λόγω διαφόρων συνθηκών που τους περιέβαλαν, είτε τοπικών είτε χρονικών. Ίσως ανάμεσα και σ’ εμάς τους Χριστιανούς να υπάρχουν κάποιοι που να δικαιολογούν κάποιο είδος απιστίας στον εαυτό τους, λόγω του ότι δεν αισθάνονται την παρουσία του Θεού. Την απάντηση σ’ αυτά μας δίνει η σημερινή αποστολική περικοπή από το β΄ κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου. Γιά να την κατανοήσουμε όμως, άς αρχίσουμε λίγο πιό πρίν, από το α΄ κεφάλαιο.
Το γενικό θέμα της επιστολής προς Ρωμαίους που πραγματεύεται ο Απόστολος είναι ότι δεν θα πρέπει να πιστεύουν ορισμένοι ότι σώζονται μέσω των έργων, αλλά σώζονται εκ Πίστεως· δηλαδή η Πίστη στον Χριστό είναι εκείνη που σώζει και όχι τα έργα που κάνει, και αν δεν πιστεύσει κανείς στον Ιησού Χριστό δεν πρόκειται να σωθεί. «Ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται». Και αυτό είναι σπουδαίο να το γνωρίζουμε, διότι έχουμε μια λανθασμένη εντύπωση περί σωτηρίας και νομίζουμε ότι εάν είμαστε ηθικοί και καλοί άνθρωποι είμαστε σωσμένοι, κι άς μην έχουμε μεταμορφωθεί εν Χριστώ. Με βάση όμως την Ορθόδοξη Θεολογία σώζεται ο μεταμορφωμένος άνθρωπος εν Χριστώ, αυτός δηλ. που μετέχει στην Θεία Χάρη και ομοιάζει στον Χριστό και όχι απλώς ο ηθικός άνθρωπος. Απ’ αυτήν την Πίστη απορρέουν και τα αληθινά αγαθά έργα.
Το πρώτο σπουδαίο μεγάλο θέμα που αναφέρεται ήδη από το πρώτο κεφάλαιο είναι ότι οι άπιστοι και οι ασεβείς, θα αντιμετωπίσουν την οργή του Θεού, διότι, ενώ ο Θεός έχει φανερώσει και αποκαλύψει τον εαυτό του σε όλους τους ανθρώπους, αυτοί δεν σεβάσθηκαν και δεν αναγνώρισαν το «γνωστόν του Θεού», αλλά λάτρευσαν τα κτίσματα και γενικά τα αποκυήματα της φαντασίας τους, παρά τον Κτίστη. Κι εδώ ο Απόστολος εισηγείται την μεγάλη αλήθεια ότι ο Θεός, ναι μέν είναι απρόσιτος και άγνωστος κατά την ουσία του, αλλά είναι προσιτός και γνωστός από τις ενέργειες του, που φαίνονται μέσα στην κτίση. Σε όλους λοιπόν αποκαλύπτεται ο Θεός! Είναι το φως «τό φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Γι’ αυτό και καθίστανται αναπολόγητοι όλοι οι άνθρωποι πού, είτε με ψυχικά είτε με σωματικά πάθη, τύφλωσαν
τά μάτια της ψυχής τους και δεν είδαν τον αληθινό Θεό· δεν έφθασαν μέσα από την δημιουργία στην αληθινή θεογνωσία. Γιατί όλη η κτίση μιλάει για τον Θεό· «από κτίσεως κόσμου, βλέπονται καθαρά διά μέσου των δημιουργημάτων, τόσο η δύναμή Του που δεν έχει αρχή και τέλος, όσο και κάθε θεία τελειότητα».
Το δεύτερο εξίσου σημαντικό θέμα είναι ότι η έλλειψη θεογνωσίας οδηγεί σε βίο ακάθαρτο και βρώμικο. Συνεχίζει ο Απόστολος, λέγοντας ότι, επειδή δεν αναγνώρισαν και δεν λάτρευσαν τον αληθινό Θεό, «παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας» και περιγράφει εν συνεχεία το πάθος της ομοφυλοφιλίας.
Στη συνέχεια φθάνει ο Απόστολος και στους Ιουδαίους, οι οποίοι δεν είχαν μόνο τη φυσική γνώση του Θεού, αλλά είχαν και την υπερφυσική, δηλαδή την αποκάλυψη εκ μέρους του Μωϋσέως και των Προφητών. «Θλίψη και στενοχώρια θα πέσει πάνω σε κάθε άνθρωπο που διαπράττει με επιμονή το κακό, τόσο στον Ιουδαίο κατά πρώτο λόγο, όσο και στον ειδωλολάτρη». Αντίθετα όμως «δόξα και τιμή και ειρήνη θα αποδοθεί στον καθένα που εργάζεται το αγαθό, στον Ιουδαίο πρώτα και στον Έλληνα», συνεχίζει ο Απόστολος. Ποιόν Ιουδαίο όμως εννοεί εδώ η για ποιούς Έλληνες μιλάει ότι θα τιμηθούν, αφού νωρίτερα τους κατέστησε αναπολόγητους, λόγω της τύφλωσής τους που δεν είδαν τον αληθινό Θεό; Την απάντηση δίνει ο ι. Χρυσόστομος: «Εδώ μιλάει γι’ αυτούς που έζησαν πριν από την παρουσία του Χριστού…Έλληνες εδώ λέγει, όχι τους ειδωλολάτρες, αλλά τους θεοσεβείς της εποχής της Παλαιάς Διαθήκης…Τέτοιοι ήταν οι μαζί με τον Μελχισεδέκ, ο Ιώβ, οι Νινευίτες, ο Κορνήλιος». Τέτοιος ήταν και ο Αβραάμ, που ζούσε μέσα σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον, αλλά λόγω της καθαρότητάς του τον είλκυσε ο Θεός στην αληθινή Πίστη.
Εάν λοιπόν εκείνοι που δεν άκουσαν για τον αληθινό Θεό και δεν είχαν τον νόμο της θείας διδασκαλίας είναι αναπολόγητοι και καταδικάζονται, επειδή δεν γνώρισαν τον Θεό μέσα από την κτίση και την έμφυτη γνώση που έσπειρε ο Θεός μέσα μας για εκείνον-καί αν ήταν καθαροί θα τους είλκυε ο Θεός στην αληθινή πίστη- πολύ περισσότερο αναπολόγητοι θα είμαστε εμείς που είδαμε και ακούσαμε. Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο αυτάρκη με τη συνείδηση και το λογικό που του χάρισε, ώστε να εκλέγει την αρετή και να αποφεύγει την κακία. Και παρά αυτήν την αυτάρκεια μας έδωσε, από πλεονασμό φιλανθρωπίας, και διά των Προφητών και Αποστόλων τη θεία του διδασκαλία. Είθε να σταματήσουμε να βαδίζουμε προς τον γκρεμό της αμαρτίας καί, αφού αναλογισθούμε όλα αυτά, άς αναπέμψουμε δόξα στον Θεό με τα έργα μας. Αμήν.
Ιεροδ. Ιεροθέου Κρητικού, Ιεροκήρυκος




















