«Αυτός ο άνθρωπος ήταν εν ζωή Αγιος!». Με αυτή την τόσο χαρακτηριστική φράση αναφέρεται ο π. Χρήστος Αθανασιάδης, 95 ετών σήμερα, μιλώντας στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» για τον Άγιο Γεώργιο Καρσλίδη.
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ*
Ο π. Χρήστος είχε την ευλογία να γνωρίσει τον εν λόγω άγιο προς το τέλος του βίου του και να ζήσει κοντά του συγκλονιστικές στιγμές -μερικές από τις οποίες εξιστορεί στην «Ο.Α». Ο π. Χρήστος Αθανασιάδης γεννήθηκε στον Αγιο Αθανάσιο Δράμας και μεγάλωσε μέσα σε περιβάλλον ιερατικό, αφού τόσο ο παππούς αλλά και ο πατέρας του διακόνησαν με αυτοθυσία τον Κύριο ως ιερείς.
Η σπίθα της ιεροσύνης σιγοέκαιγε στην ψυχή του ήδη από μικρή ηλικία. Ετσι λοιπόν ένα χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του ενδύθηκε το 1959 του ιερατικού σχήματος. Ο τότε επίσκοπος Δράμας, μακαριστός Μητροπολίτης Φίλιππος, του ανέθεσε καθήκοντα στον Ι. Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου, που βρίσκεται στο χωριό Ταξιάρχες της Δράμας (παλαιότερη ονομασία Σίψα). Ηταν ένας νέος σε ηλικία ιερέας και οι κάτοικοι του χωριού τον υποδέχθηκαν με περίσσεια αγάπη. Κοντά στο χωριό βρίσκεται η Ιερά Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος, όπου εκεί τότε τελούσε τη θεία λειτουργία με την ιδιότητα του ιερομόναχου ο π. Γεώργιος Καρσλίδης, ο σημερινός μεγάλος άγιος της ορθοδόξου εκκλησίας μας.

«ΜΙΛΟΥΣΑΜΕ ΣΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ»
«Είχα ακούσει για τον γέροντα και ήθελα να τον συναντήσω. Είχα μεγάλη αγωνία» αναφέρει ο π. Χρήστος και συνεχίζει την συγκλονιστική εξιστόρησή του: «Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά λίγες ημέρες μετά από την επιστροφή του στη Σίψα. Ηταν τόσο καλοκάγαθος και απλός. Μιλούσαμε στα ποντιακά. Μου έδωσε την ευλογία του αλλά και κάποιες πατρικές συμβουλές. Πέρασαν μερικές ημέρες και έλαβα από αυτόν την πρόσκληση για να τον επισκεφτώ στο κονάκι του, στο χώρο του μοναστηριού. Με το που το άκουσα έτρεμαν τα πόδια μου! Τι άραγε ήθελε να μου πει;» αναφέρει ο π. Χρήστος ανακαλώντας αυτούσιο στη μνήμη του εκείνο το περιστατικό: «Σε εκείνη την συνάντησή μας ο γέροντας (σ.σ ο νυν άγιος Γεώργιος Καρσλίδης) είχε για εμένα μια έκπληξη. Γεμάτος αυτός από χαρά μου παρέδωσε ως δώρο για την ιεροσύνη μου ένα ιερό πετραχήλι και μου είπε να το φοράω. Εμπλεος από συγκίνηση και νιώθοντας συγχρόνως ευλογία έκανα κάποια βήματα και κίνησα για να φύγω. Αυτός όμως με σταμάτησε λέγοντας μου να ειδοποιήσω την σύζυγό μου, την πρεσβυτέρα Αναστασία, για να σπεύσει να τον συναντήσει. Την επόμενη λοιπόν ημέρα κινήσαμε για να πάμε στο μοναστήρι. Στη συνάντησή μας αυτή ο άγιος κρατούσε το ιερό φελόνιο, που ήταν ίδιο με το πετραχήλι που μου έδωσε, και το δώρισε στην πρεσβυτέρα λέγοντας της τα εξής: ‘Εσύ είσαι το ήμισυ του ιερέως, για αυτό τον λόγο και το δωρίζω σε σένα. Ο Παπαχρήστος θα τα φοράει και εσύ θα φροντίζεις να είναι όμορφα και περιποιημένα’. Αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια του».
Οταν ο Άγιος Γεώργιος Καρσλίδης προς το τέλος του βίου του ασθένησε, ανέλαβε για ένα μικρό διάστημα ο π. Χρήστος να βοηθήσει προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο μοναστήρι. Πέρασαν πολλές δεκαετίες από τότε αλλά ο π. Χρήστος διατηρεί ακόμη και σήμερα ζωντανές τις αναμνήσεις του από τα όσα βίωσε εκείνη την περίοδο. «Τρεις φορές συνλειτούργησα με τον άγιο. Αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη λειτουργία που τέλεσα μαζί του» υπογραμμίζει ο π. Χρήστος και συμπληρώνει: «Ηταν κάτι μοναδικό. Τι ένιωσα εκείνη τη στιγμή; Ηταν αυτό φόβος; Δεν ξέρω τι να πω! Θυμάμαι όμως πως έτρεμα όταν έκανα τη Μεγάλη Είσοδο. Δεν τον είδα να περπατάει, είχα την αίσθηση ότι τον έσπρωχνε ένα κύμα από αέρα. Οταν μπήκαμε στο Ιερό γύρισα προς το μέρος του για να δω με ποιο τρόπο μνημονεύει και τότε τον είδα να κλαίει. Προς στιγμή νόμιζα ότι είχε κάποια ζωντανή επαφή, ότι κάποιος τον έβλεπε και συνομιλούσε μαζί του. Οταν σήκωνε το βλέμμα του έβλεπε, δεν ξέρω όμως τι ήταν αυτό που έβλεπε. Νιώθοντας έντονα αυτό τον φόβο έλεγα συνεχώς μέσα μου: ‘Θεέ μου να τελειώσει το μυστήριο!’».
Ιδιαίτερα εντύπωση είχε κάνει στον νεαρό τότε π. Χρήστο μια ενέργεια από πλευράς του αγίου, που είχε επαναληφθεί πολλές φορές: Οταν ο άγιος γονάτιζε μπροστά στην Αγία Τράπεζα, ο π. Χρήστος επιχειρούσε να τον πλησιάσει και να τον σηκώσει. Εκείνος όμως πάντα του έλεγε σύμφωνα με τον π. Χρήστο «’Οχι, σηκώνομαι’. Και αυτός σηκωνόταν σαν αέρας. Ούτε εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω πως γινόταν αυτό». Λίγες ημέρες πριν πεθάνει ο Αγιος Γεώργιος Καρσλίδης, κάλεσε κοντά του τον π. Χρήστο και του εκμυστηρεύτηκε κάποιες σκέψεις του. Ο λόγος και πάλι στον π. Χρήστο: «Μου μιλούσε για τον θάνατό του. Μου έλεγε, ότι για όσο καιρό οι κορυφές των δύο κυπαρισσιών, που ήταν έξω από το κονάκι του, θα είναι τίκια (ποντιακή λέξη), δηλαδή όρθιες, θα ζει: ‘Οταν δεις να ενώνονται, θα σημαίνει ότι πέθανα’ μου είπε. Ετσι ακριβώς και έγινε! Μια από τις επόμενες ημέρες πήγα να πάρω την ευλογία του και σήκωσα τα μάτια να δω τα κυπαρίσσια. Τότε αντίκρυσα ενωμένες τις κορυφές των κυπαρισσιών. Ο γέροντας μας πράγματι είχε κοιμηθεί» καταλήγει ο π. Χρήστος.
Ο Αγιος Γεώργιος Καρσλίδης γεννήθηκε το 1901 στο Χαντίκ Τσάλκας της Γεωργίας και το κατά κόσμον όνομά του ήταν Αθανάσιος Καρσλίδης. Οι παππούδες του είχαν καταφύγει εκεί ως πρόσφυγες μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο από την πόλη Γκιουμούσχανε (Αργυρούπολη) της Μαύρης Θάλασσας. Εμεινε από μικρός ορφανός -μάλιστα οι γονείς του πέθαναν την ίδια ημέρα- και την ανατροφή του ανέλαβε η γιαγιά του. Αντιμέτωπος με πολλές κακουχίες και απογοητευμένος έφθασε στην Τιφλίδα και στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, όπου έγινε δόκιμος μοναχός σε ηλικία εννέα ετών. Πρώτα έγινε η κουρά του σε μοναχό το 1919 -σε ηλικία 18 ετών- στην Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής στη Γεωργία, ενώ στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Από Αθανάσιος μετονομάστηκε τότε σε Συμεών, ενώ την ώρα μάλιστα της κουράς του λέγεται ότι οι καμπάνες ήχησαν από μόνες τους.
Κατά τις διώξεις των χριστιανών που έγιναν στη Γεωργία μετά την επικράτηση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1917, ο νεαρός ιεροδιάκονος συνελήφθη ως «εχθρός του λαού», υπέστη φυλακίσεις, ταπεινώσεις, δημόσιες διαπομπεύσεις και βασανισμούς. Τον έσυραν μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα αλλά σώθηκε με θαυματουργικό τρόπο. Ο Αγιος Γεώργιος δέχθηκε τρεις σφαίρες. Μια από αυτές τον πέτυχε στο σιδερένιο περίβλημα της εικόνας της Παναγίας πού φορούσε πάνω του, η άλλη τον πήρε επιδερμικά στο λαιμό και η τρίτη στα πόδια. Στις 1925 χειροτονήθηκε ιερέας και πνευματικός και έλαβε το όνομα Γεώργιος. Ολες τις θείες λειτουργίες τις τελούσε στη γλώσσα της Γεωργίας και πολύς κόσμος συνέρρεε στο μοναστήρι για να τον συναντήσει και να τον συμβουλευτεί, λόγω του ότι είχε αποκτήσει τη φήμη του διορατικού και προορατικού γέροντος. Η εγκράτεια, η άσκηση, η αγρυπνία και η νηστεία ήταν τα μόνιμα χαρακτηριστικά του βίου του, οι δε προφητείες του εκπληρώνονταν πάντα.
Η ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ
Το 1923 άφησε την Τιφλίδα και πήγε στο Σοχούμι. Μετά από μερικά χρόνια και συγκεκριμένα το 1929 κατάφερε να έλθει ασφαλής στην Ελλάδα. Η υγεία του όμως εξαιτίας των φυλακίσεων και των διωγμών είχε φθαρεί σε μεγάλο βαθμό. Δυσκολευόταν να περπατήσει και συχνά τον σήκωναν στα χέρια για να τον μεταφέρουν. Ωστόσο, συνέχιζε να δοξάζει τον Θεό για τη σωτηρία του και να παραμένει σταθερός στην πίστη του. Ο Πόντος, η Γεωργία και η Ρωσία παρέμεναν βαθιά στη μνήμη του και τον ενέπνεαν ως τόποι αγώνων, μαρτυρίων και θυσιών. Από τη Θεσσαλονίκη, όπου έφτασε στις 19 Οκτωβρίου 1929, μετέβη πρώτα στην Κατερίνη και κατόπιν μετακινήθηκε κατά σειρά στα χωριά Αλώνια, Κούκκος και Μικρό Δάσος του Κιλκίς. Το 1930 κατέληξε στη Σίψα (σημερινοί Ταξιάρχες) της Δράμας, όπου εκεί έζησε τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του πριν παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο. Από τις πρώτες ημέρες της εγκατάστασής του εκεί άρχισε να γίνεται γνωστός και αγαπητός ανάμεσα στους πιστούς. Ολος ο βίος του ήταν λιτός.

ΕΙΧΕ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΦΕΡΝΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΗ ΘΕΣΗ
Μοναδική του περιουσία ήταν λίγα εκκλησιαστικά βιβλία στη γεωργιανή γλώσσα, ιερατικά άμφια, εικόνες και μέρος των λειψάνων της αδελφής του Αννας. Το 1938 έκτισε την Ιερά Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος, ενώ συχνές ήταν οι προσκυνηματικές του επισκέψεις στους Αγίους Τόπους και το Αγιο Ορος.
Τα δεινά του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου όπως και τον Εμφύλιο Πόλεμο τα είχε προβλέψει εγκαίρως, ενώ το 1941 και με τα ιερά χώματα της Μακεδονίας να τελούν υπό την κατοχή των Βουλγάρων ο Αγιος Γεώργιος βρέθηκε και πάλι αντιμέτωπος με το εκτελεστικό απόσπασμα. Αλλά και τότε σώθηκε με θαυματουργικό τρόπο. Είχε το χάρισμα να διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και απευθυνόταν σε όλους χωρίς να φέρει κανέναν σε δύσκολη θέση και χωρίς να τον πληγώνει ψυχικά. Αγαπούσε τους πάντες χωρίς να κάνει διακρίσεις και φρόντιζε να μην φεύγει κανείς νηστικός από το μοναστήρι. Τρεις μέρες πριν τον θάνατό του τελέστηκε το μυστήριο του ιερού ευχελαίου. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων, ζήτησε συγχώρεση, ευλόγησε και ευχήθηκε σε όλους. Εκλεισε για πάντα τα μάτια του στις 4 Νοεμβρίου 1959. Οι τελευταίες λέξεις που ακούστηκαν από τα χείλη του ήταν: «Της ευσπλαχνίας την πύλην άνοιξον, ευλογημένη Θεοτόκε». Η αγιοκατάταξή του έγινε το 2008 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο στη Δράμα.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”




















