Συμφωνία των Πρεσπών: Η υπογραφή της Συμφωνίας αυτής προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο στη χώρα μας όσο και στην αντισυμβαλλόμενη και νεοβαπτισθείσα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»
Του Αναστάσιου Βαβούσκου*
Στις 17 Ιουνίου 2018 η Ελληνική Δημοκρατία και η γειτονική μας χώρα, που τότε έφερε αυθαιρέτως το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας», υπέγραψαν ως συμβαλλόμενα μέρη την γνωστή σε όλους μας Συμφωνία των Πρεσπών, εκπροσωπούμενες αμφότερες από τους οικείους Υπουργούς Εξωτερικών. Η Συμφωνία αυτή κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 4588/2019 (ΦΕΚ 9 Α΄).
Με τη συμφωνία αυτή – μεταξύ άλλων – «επιλύθηκαν» σε θεωρητικό επίπεδο και τα ζητήματα, που μέχρι τότε υφίσταντο, σε σχέση με την αυθαίρετη και ανιστόρητη χρήση εκ μέρους της γειτονικής χώρας των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδονικός». Η υπογραφή της Συμφωνίας αυτής προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο στην χώρα μας όσο και στην αντισυμβαλλόμενη και νεοβαπτισθείσα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας».
Ιδιαιτέρως στην χώρα μας η ανωτέρω Συμφωνία αποτέλεσε την αφετηρία για την διατύπωση της απόψεως περί ακυρώσεως της και εξαφανίσεως της αλλά ταυτοχρόνως προκάλεσε και την διατύπωση διαφορετικών απόψεων, που κινούνται από την επιφυλακτικότητα ως προς την ακύρωση μέχρι και την πλήρη αντίθεση προς αυτήν. Κατόπιν τούτου, το ερώτημα παραμένει και είναι κρίσιμο, διότι η όποια απάντηση επ’ αυτού επηρεάζει σοβαρώς την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας και την διεθνή θέση της. Είναι άκυρη, λοιπόν, η Συμφωνία των Πρεσπών ή όχι; Και αν δεν είναι άκυρη, μήπως μπορεί να ακυρωθεί για συγκεκριμένους λόγους; Και αν πάλι δεν μπορεί να ακυρωθεί για συγκεκριμένους λόγους, υπάρχει τρόπος να μεταβληθεί το περιεχόμενο της και πώς;
Από την στιγμή που η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μία διεθνής συνθήκη, διέπεται από της υπογραφής της από την «Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών μεταξύ Κρατών και Διεθνών Οργανισμών ή μεταξύ Διεθνών Οργανισμών», η οποία κυρώθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία με τον ν. 1981/1991 (ΦΕΚ 187 Α΄).
Ειδικότερα, οι περιπτώσεις που οδηγούν στην με οποιονδήποτε τρόπο μεταγενέστερη μεταβολή ή κατάργηση των όσων – καταρχήν – συμφωνήθηκαν με την υπογραφή μίας διεθνούς συνθήκης, ρυθμίζονται στο 5ο Μέρος της Συμβάσεως (άρθρα 42 και επόμενα) και αφορούν στις εξής επιλογές: α) ακυρότητα της συνθήκης, β) λήξη της συνθήκης, γ) αναστολή εφαρμογής της συνθήκης, δ) καταγγελία της συνθήκης, ε) αποχώρηση μέλους από την συνθήκη.
Στο παρόν άρθρο θα απαντήσω στο ερώτημα, εάν είναι άκυρη ή μπορεί να ακυρωθεί η Συμφωνία των Πρεσπών. Για να απαντηθεί το συγκεκριμένο ερώτημα, θα πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να έχουμε υπόψιν τα κάτωθι δεδομένα:
Πρώτον, ότι η εγκυρότητα μίας διεθνούς συνθήκης μπορεί να αμφισβητηθεί μόνον εντός του πλαισίου εφαρμογής των διατάξεων της Συμβάσεως της Βιέννης. Συνεπώς, η οποιαδήποτε αμφισβήτηση με επιχειρήματα από άλλο διεθνές νομικό κείμενο ή ακόμη και εκτός του διεθνούς δικαίου δεν προβλέπεται (άρθρο 42 πργφ.1).
Δεύτερον, η ακυρότητα μίας συνθήκης δεν θίγει με κανέναν τρόπο το καθήκον του Κράτους να εκπληρώνει κάθε υποχρέωση που εξαγγέλλεται στη συνθήκη και την οποία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έχει το Κράτος, ανεξαρτήτως της εν λόγω συνθήκης (άρθρο 43). Για παράδειγμα, ακόμη και αν υποτεθεί, ότι είναι άκυρη ή θα μπορούσε να ακυρωθεί η Συμφωνία των Πρεσπών, η Ελλάδα (όπως βεβαίως και η αντισυμβαλλόμενη χώρα) δεν θα έπαυε να δεσμεύεται από την υποχρέωση της να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και ιδιαίτερα με εκείνες που αναφέρονται στην υποχρέωση των Κρατών να απέχουν στις διεθνείς τους σχέσεις από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε Κράτους, όπως προβλέπεται στο Προοίμιο της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Τρίτον, η επίκληση λόγου ακυρότητας, που αναγνωρίζεται από την Σύμβαση της Βιέννης, είναι δυνατή μόνο για το σύνολο της συνθήκης (άρθρο 44 πργφ.2). Συνεπώς, καταρχήν, σε περίπτωση πιθανής θεμελιώσεως λόγου ακυρώσεως της Συμφωνίας των Πρεσπών, αυτός ο λόγος θα οδηγήσει σε ακύρωση – καταρχήν – του συνόλου της Συμφωνίας και όχι τμήματος αυτής. Άρα, δεν μπορούμε να επιδιώξουμε ακύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών π.χ. μόνο ως προς τις διατάξεις για το όνομα και να αφήσουμε ενεργό την υπόλοιπη Συμφωνία.
Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν – οπότε και μπορεί να υπάρξει ακύρωση ορισμένων διατάξεων μίας συνθήκης, στην περίπτωση μας τμήματος της Συμφωνίας των Πρεσπών – προβλέπεται (άρθρο 44 πργφ. 3-5):
α) όταν οι ακυρωτέες διατάξεις είναι δυνατό να διαχωριστούν από το υπόλοιπο της συνθήκης όσον αφορά στην εφαρμογή τους,
β) όταν προκύπτει από τη συνθήκη ή κατ’ άλλο τρόπο ότι η αποδοχή των ακυρωτέων διατάξεων δεν απετέλεσε για το άλλο συμβαλλόμενο μέρος ουσιώδη βάση της συναινέσεώς του να δεσμευθεί από τη Συνθήκη στο σύνολό των διατάξεων,
γ) όταν δεν είναι άδικη η συνέχιση της εφαρμογής του υπολοίπου της συνθήκης.
δ) όταν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που δικαιούται να επικαλεσθεί απάτη ή δωροδοκία, μπορεί να το πράξει σε σχέση μόνο με ορισμένες συγκεκριμένες διατάξεις.
ε) όταν υπάρχει περίπτωση αναστολής εφαρμογής, οπότε και επιτρέπεται αυτή και επί μέρους διατάξεων μίας συνθήκης (άρθρο 60).
Έχοντας υπόψιν, λοιπόν, τα παραπάνω δεδομένα, θα εκθέσω τις περιπτώσεις που δεν μπορεί και τις περιπτώσεις που μπορεί, να επιδιωχθεί η ακύρωση μίας συνθήκης.
Μία συνθήκη – καταρχήν – δεν μπορεί να ακυρωθεί:
α) εάν συμβαλλόμενο Κράτος ισχυρισθεί, ότι η συναίνεσή του να δεσμευθεί από τη συνθήκη είναι ελαττωματική, διότι αυτή (η συναίνεση) δόθηκε κατά παραβίαση διατάξεως του εσωτερικού του δικαίου, που ρυθμίζει την αρμοδιότητα συνομολογήσεως συνθηκών (άρθρο 46 πργφ. 1). Με απλά λόγια, ένα συμβαλλόμενο Κράτος δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακύρωση μίας διεθνούς συνθήκης, με την αιτιολογία ότι την υπέγραψε παραβιάζοντας την δική του εσωτερική νομοθεσία.
Κατ’ εξαίρεση, ένας τέτοιος ισχυρισμός μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της συνθήκης, εάν η παραβίαση του εσωτερικού δικαίου είναι «έκδηλη» (άρθρο 46 πργφ. 3). Έκδηλη, δε, είναι η παραβίαση, όταν κάθε Κράτος, συμπεριφερόμενο κατά τη συνήθη και γενικώς αποδεκτή πρακτική και με καλή πίστη, μπορεί να αντιληφθεί το αντικειμενικώς προφανές της παραβιάσεως αυτής. Όπως για παράδειγμα, όταν ως αντιπρόσωπος του ενός συμβαλλομένου μέρους δεν εμφανίζεται ο/η Πρωθυπουργός ή ο/η Υπουργός Εξωτερικών αλλά ο/η σύζυγος ενός/μίας εξ αυτών.
β) εάν ο αντιπρόσωπος συμβαλλομένου κράτους, έχοντας αρμοδιότητα που υπόκειται σε ειδικούς περιορισμούς, αγνοήσει τους περιορισμούς αυτούς και υπογράψει τη συνθήκη, σαν να είχε πλήρη και άνευ περιορισμών αρμοδιότητα (άρθρο 47 πργφ.1, εδάφιο α΄).
Κατ’ εξαίρεση, και στην περίπτωση αυτή μπορεί να τεθεί θέμα ακυρώσεως συναινέσεως προς υπογραφή της συνθήκης, εάν το έτερο ή τα έτερα συμβαλλόμενα μέρη εγνώριζαν τους ειδικούς αυτούς περιορισμούς πριν την έκφραση της συναινέσεως αυτής (άρθρο 47 πργφ.1, εδάφιο β΄).
Μία συνθήκη, όμως, μπορεί να ακυρωθεί, εάν συμβαλλόμενο μέρος υποστηρίζει, ότι η συναίνεση του για την υπογραφή της συνθήκης:
α) οφείλεται σε πλάνη, δηλαδή όταν το συμβαλλόμενο Κράτος θεωρεί, ότι κατά το χρόνο συνομολογήσεως της συνθήκης υπήρχε γεγονός ή κατάσταση, που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε και το γεγονός ή η κατάσταση αυτή αποτελούσε ουσιαστική βάση της συναινέσεως του Κράτους αυτού, για να δεσμευθεί από τη συνθήκη (άρθρο 48 πργφ. 1).
Όμως, η πλάνη ως λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να προβληθεί:
1) εάν το συμβαλλόμενο Κράτος συνέβαλε με τη συμπεριφορά του στην δημιουργία της πλάνης (άρθρο 48 πργφ. 2) ή
2) εάν οι περιστάσεις ήταν τέτοιες, ώστε το συμβαλλόμενο Κράτος να είχε προειδοποιηθεί για το ενδεχόμενο της υπάρξεως πλάνης (48 πργφ. 3).
Δεν υπάρχει περίπτωση πλάνης, όταν αυτή – εννοείται η πλάνη – αφορά στην διατύπωση του κειμένου της συνθήκης. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 80 περί διορθώσεως λαθών στα κείμενα ή στα κυρωμένα αντίγραφα συνθηκών.
β) οφείλεται σε απάτη, δηλαδή όταν ένα συμβαλλόμενο Κράτος υπογράφει μία συνθήκη, λόγω δόλιας συμπεριφοράς Κράτους, που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της (άρθρο 49).
γ) οφείλεται σε δωροδοκία αντιπροσώπου συμβαλλομένου Κράτους, η οποία προκλήθηκε αμέσως ή εμμέσως από ενέργειες Κράτους, που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις και οδήγησε στην υπογραφή από το συμβαλλόμενο Κράτος της συνθήκης (άρθρο 50).
Τέλος, μία διεθνής συνθήκη είναι άκυρη και δεν έχει ουδεμία νομική ισχύ, εάν η υπογραφή της:
α) οφείλεται σε εξαναγκασμό με πράξεις ή απειλές, ο οποίος ασκήθηκε σε αντιπρόσωπο συμβαλλομένου Κράτους, με αποτέλεσμα το Κράτος αυτό να δεσμευθεί, υπογράφοντας συγκεκριμένη συνθήκη (άρθρο 51).
β) οφείλεται σε εξαναγκασμό με απειλή ή χρήση βίας, κατά παράβασιν των αρχών του διεθνούς δικαίου, όπως αυτές περιγράφονται στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (άρθρο 52). Τέτοιες αρχές είναι π.χ. οι αρχές της κυρίαρχης ισότητας, της καλής πίστης, της απαγορεύσεως χρήσεως ή απειλής βίας κ.ο.κ.
γ) κατά το χρόνο συνομολογήσεώς της συγκρούεται με αναγκαστικό κανόνα του γενικού διεθνούς δικαίου, δηλαδή κανόνα αποδεκτό και αναγνωρισμένο από τη διεθνή κοινότητα των Κρατών στο σύνολό της, που δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση απ’ αυτόν και που δεν μπορεί να τροποποιηθεί, παρά μόνο από νέο κανόνα του γενικού διεθνούς δικαίου, που να έχει τον ίδιο χαρακτήρα. Τέτοιοι κανόνες είναι π.χ. η απαγόρευση χρήσης βίας, η απαγόρευση της γενοκτονίας, η απαγόρευση των βασανιστηρίων κ.ο.κ.
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, ορίζοντας το διεθνές δίκαιο – μέσω της Συμβάσεως της Βιέννης – τις περιπτώσεις: i) που αποκλείεται η ακύρωση μίας διεθνούς συνθήκης, ii) που δύναται να ακυρωθεί μία διεθνής συνθήκη και iii) που είναι ρητώς άκυρη μία διεθνής συνθήκη, προδιαγράφει και προσδιορίζει το πλαίσιο, εντός του οποίου δύναται να κινηθεί η Ελληνική Δημοκρατία έναντι της αντισυμβαλλομένης Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, σε σχέση με την Συμφωνία των Πρεσπών και βεβαίως πάντοτε βάσει των ειδικών αυτής διατάξεων.
Και εδώ ερχόμαστε στην καρδιά του ζητήματος και θα δούμε, τι ειδικότερο ορίζει η Συμφωνία των Πρεσπών.
Κατά το άρθρο 20 πργφ. 9 της Συμφωνίας των Πρεσπών, οι διατάξεις αυτής:
α) θα παραμείνουν σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα,
β) είναι αμετάκλητες,
γ) δεν επιτρέπεται καμία τροποποίηση των άρθρων 1(3) και 1(4).
Όσον αφορά στην αόριστη διάρκεια της Συμφωνίας των Πρεσπών, ουδέν σχόλιο. Η διάταξη είναι σαφής και η πρόβλεψή της επίσης είναι συνήθης, αν όχι εξαιρετικώς συνήθης. Εκείνο όμως το σημείο, που προκαλεί απορία, είναι η μη πρόβλεψη στην Συμφωνία των Πρεσπών του δικαιώματος καταγγελίας της, δικαίωμα το οποίο σαφώς προβλέπει η Συνθήκη της Βιέννης (άρθρα 42, 43, 56, 70).
Όσον αφορά στον χαρακτηρισμό των διατάξεων της Συμφωνίας των Πρεσπών ως «αμετακλήτων», λεκτέα τα εξής: Ο όρος «αμετάκλητες» για τις διατάξεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, που αναφέρεται στο άρθρο 20, παρ. 9, είναι ένα από τα πιο συζητημένα σημεία της, καθόσον αποτελεί μια ασυνήθιστα «ισχυρή» διατύπωση για διεθνή σύμβαση. Ιδίως, αν την εξετάσει κανείς σε συνδυασμό με την απαγόρευση τροποποιήσεως συγκεκριμένων διατάξεων, που θα δούμε αμέσως μετά.
Έχω την αίσθηση, ότι οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την διατύπωση, δεν είναι νομικοί. Είναι κυρίως πολιτικοί αλλά και γενικότερης στρατηγικής. Και τούτο, διότι – ενώ συνήθως οι διεθνείς συνθήκες περιλαμβάνουν ρήτρες καταγγελίας (δηλαδή τη δυνατότητα ενός κράτους να αποχωρήσει μετά από κάποια χρόνια) – η Συμφωνία των Πρεσπών δεν έχει τέτοια ρήτρα. Συνεπώς, είναι κάτι πολύ περισσότερο από σαφές, ότι ο όρος «αμετάκλητες» χρησιμοποιήθηκε για να ξεκαθαρίσει, ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να υπαναχωρήσει μονομερώς από την Συμφωνία των Πρεσπών, ακόμη και αν επέλθει κυβερνητική μεταβολή, με πιθανή αναπόδραστη συνέπεια και την μεταβολή της πολιτικής βουλήσεως της νέας κυβερνήσεως σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες ή ακόμη – ακόμη και στις δύο.
Τέλος, όσον αφορά στην απαγόρευση τροποποιήσεως των άρθρων 1(3) και 1(4), θα ήθελα, να επισημάνω τα εξής:
Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν:
1. το μεν άρθρο 1 πργφ. 3 το όνομα της γειτονικής χώρας, την ιθαγένεια των πολιτών της, την επίσημη γλώσσα της, την χρήση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», τον κωδικό της γειτονικής χώρας στις πινακίδες των αυτοκινήτων και τον τύπο χρήσεως του επιθετικού προσδιορισμού για τα επίσημα όργανα του, που θα συνίσταται στην χρήση ως τέτοιου του ονόματος της γειτονικής χώρας και όχι του επιθέτου «Μακεδονικός».
2. το δε άρθρο 1 πργφ. 4 τη διαδικασία επικυρώσεως της Συμφωνίας των Πρεσπών από τα δύο συμβαλλόμενα Κράτη.
Η εν θέματι, όμως, απαγόρευση τροποποιήσεως των δύο αυτών συγκεκριμένων διατάξεων, φαίνεται να είναι μάλλον περιττή, αφού οι δύο αυτές διατάξεις είναι ένα ελάχιστο τμήμα του συνόλου των διατάξεων της Συμφωνίας των Πρεσπών, οι οποίες με τη σειρά τους είναι στο σύνολο τους «αμετάκλητες». Οπότε, όταν όλες οι διατάξεις – μεταξύ δε αυτών είναι και αυτές του άρθρου 1 πργφ. 3 και 4 – είναι θεωρητικώς «αμετάκλητες» κατά το άρθρο 20 πργφ. 9 εδάφιο β΄, τότε ποιός ο λόγος να απαγορεύεται και ειδικώς η τροποποίηση του άρθρου 1 πργφ. 3 και 4; Μία τέτοια ρύθμιση δεν θεωρείται πλεονασμός; Ή μήπως για καλό και για κακό, το αμετάκλητο των δύο αυτών παραγράφων του άρθρου 1 προβλέφθηκε δύο φορές και με δύο διαφορετικούς τρόπους, επειδή ο χαρακτηρισμός των διατάξεων στο σύνολο τους ως «αμετακλήτων» είναι «υπερβολικός»; Και είναι «υπερβολικός», διότι ουσιαστικώς εξομοιώνει τα ρυθμιζόμενα στο άρθρο 1 πργφ. 3 και 4 θέματα με τις διατάξεις περί καθορισμού των συνόρων μεταξύ δύο Κρατών, που κατά το διεθνές δίκαιο είναι πάντοτε «αμετάκλητες» και δεν επιδέχονται τροποποίηση.
Παρακολουθώντας τη διαρκείας παραβατική στάση του αντισυμβαλλομένου Κράτους της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας έναντι της τηρήσεως και της ορθής εφαρμογής των διατάξεων της Συμφωνίας των Πρεσπών, έχω εδραία την πεποίθηση, ότι η διπλή πρόβλεψη μη μεταβολής των διατάξεων του άρθρου 1 πργφ. 3 και 4 πρέπει να επιδιώχθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία. Και τούτο, διότι η Ελληνική Δημοκρατία ήθελε να διασφαλίσει, ότι η γειτονική χώρα δεν θα επεδίωκε σε μεταγενέστερο χρόνο, να αλλάξει το όνομά της και να επαναφέρει το «Δημοκρατία της Μακεδονίας», μόλις ολοκλήρωνε την ένταξή της στους διεθνείς οργανισμούς. Άρα, το γενικώς «αμετάκλητο» των διατάξεων της Συμφωνίας των Πρεσπών, ήταν για την Ελληνική Δημοκρατία το ειδικώς και αποκλειστικώς επιθυμητό. Και ας μην ξεχνούμε, ότι τα συμφωνηθέντα περί του ονόματος και των συναφών με αυτό θέματα, ήταν επιθυμία της Ελληνικής Δημοκρατίας, όχι της αντισυμβαλλομένης Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, η οποία ήταν άκρως ευχαριστημένη με τα ισχύοντα προ της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Υπό αυτή την οπτική και με βάση τα όσα ήδη αναφέρθηκαν, η περίπτωση της ανατροπής της Συμφωνίας των Πρεσπών εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, μέσω του ισχυρισμού περί ακυρότητας της ή του ισχυρισμού λόγων, που οδηγούν στην ακύρωση της, είναι ανέφικτη, διότι δεν το επιτρέπουν, τόσον το διεθνές δίκαιο και οι εξ αυτού αναληφθείσες διεθνείς υποχρεώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας, όσον και η θετική – δυστυχώς – στάση της ίδιας της Ελληνικής Δημοκρατίας έναντι της Συμφωνίας των Πρεσπών. Στάση η οποία θα καθιστούσε αντιφατική οποιαδήποτε συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας, που θα αποσκοπούσε στην απόδειξη της ακυρότητας της Συμφωνίας αυτής ή στην επιδίωξη της ακυρώσεως της.
Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Ιδίως για τον γράφοντα είναι ιδιαιτέρως δυσάρεστο. Δυστυχώς, όμως, η Συμφωνία των Πρεσπών ως διεθνής σύμβαση, συνιστά διεθνή υποχρέωση της Ελληνικής Δημοκρατίας και διέπεται αποκλειστικώς από την προαναφερθείσα διεθνή Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών μεταξύ Κρατών και Διεθνών Οργανισμών ή μεταξύ Διεθνών Οργανισμών.
Συνεπώς, η οποιαδήποτε προσπάθεια της Ελληνικής Δημοκρατίας να αποδείξει με αφετηρία την Σύμβαση της Βιέννης, ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είτε είναι εξαρχής άκυρη είτε ότι είναι ακυρώσιμη, δηλαδή μπορεί να ακυρωθεί για συγκεκριμένους λόγους, θα την έφερνε – δυστυχώς – στη θέση του διεθνούς ταραξία, ενώ το αντισυμβαλλόμενο Κράτος θα έβρισκε – δυστυχώς – το «πάτημα», για την επαναφορά της προ της Συμφωνίας των Πρεσπών καταστάσεως, που άλλωστε το βολεύει ασυζητητί.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, λοιπόν, η άποψη που τάσσεται υπέρ της καταργήσεως της Συμφωνίας των Πρεσπών – είτε επειδή είναι άκυρη είτε επειδή είναι ακυρώσιμη – ικανοποιεί μεν το θυμικό μας στο εσωτερικό, είναι άστοχη δε για το εξωτερικό, διότι παραβλέπει τον μοναδικό παράγοντα διαμορφώσεως των διεθνών σχέσεων. Τον ρεαλισμό.
Και ο ρεαλισμός απαιτεί, όπως η Ελληνική Δημοκρατία – ενεργώντας υποχρεωτικώς εντός του πλαισίου της Συμφωνίας των Πρεσπών – εφαρμόζει στο ακέραιο τις διατάξεις του άρθρου 19 αυτής και υποχρεώνει το αντισυμβαλλόμενο Κράτος (την Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας) να τηρεί τη Συμφωνία των Πρεσπών, προβάλλοντας διαρκώς σε διακρατικό και διεθνές επίπεδο τις τελούμενες από αυτό παραβιάσεις.
Εν ολίγοις, οφείλουμε κατά το κοινώς λεγόμενο, να τους ταράξουμε στην (διεθνή) νομιμότητα, υποχρεώνοντας την γειτονική χώρα να τηρεί την Συμφωνία των Πρεσπών, ιδίως αφού γνωρίζουμε, ότι το μόνο που ξέρουν και θέλουν να κάνουν, είναι να την παραβιάζουν. Γιατί και εμείς από την πλευρά μας, το μόνο που έχουμε να αντιτάξουμε στη γειτονική χώρα, είναι η Συμφωνία των Πρεσπών. Δυστυχώς μεν αλλά και ευτυχώς δε, όσο και αν αυτό μας φαίνεται παράξενο και οξύμωρο.
Ας μετατρέψουμε, λοιπόν, τη Συμφωνία των Πρεσπών από μειονέκτημα σε πλεονέκτημα. Και όποτε εμφανιστούν στοιχεία, που κατά την Σύμβαση της Βιέννης θεμελιώνουν βασίμως την ακυρότητα ή την δυνατότητα ακυρώσεως της Συμφωνίας των Πρεσπών, ας εξεταστούν και ας αποφασιστεί με νηφαλιότητα και δομημένη και μακρόπνοη εξωτερική πολιτική η παρουσίαση των στοιχείων αυτών και η τροποποίηση της Συμφωνίας των Πρεσπών συμφώνως προς τα ιστορικώς θεμελιωμένα και παγκοσμίως αποδεκτά δίκαια μας. Και όλα αυτά, αφού προηγουμένως σκεφτούμε και σταθμίσουμε το «μετά», δηλαδή τις συνέπειες που θα επέλθουν μετά την πιθανή κήρυξη της Συμφωνίας των Πρεσπών ως άκυρης. Ως τότε, όμως, πρέπει να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα του ρεαλισμού. Είναι η μόνη γλώσσα, που καταλαβαίνει η διεθνής κοινότητα. Καλώς ή κακώς.
* Ο Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος είναι Δικηγόρος, Μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών






















