Έφυγε την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου για το ταξίδι το στερνό του ουρανού, ο Μητροπολίτης πρώην Γάνου και Χώρας Αμφιλόχιος Τσούκος, ο σεβαστός, ο σοφός, ο αγιασμένος πραγματικά ιεράρχης, τον οποίον ευτύχησα να έχω καθηγητή και μέντορα στην Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή, στην ιερή νήσο της Αποκάλυψης του μαθητή της αγάπης, Ιωάννη του Θεολόγου, την Πάτμο.
Ο π. Αμφιλόχιος, όπως πάντοτε τον αποκαλούσα, βγήκε από τον χρόνο, αλλά όχι από την ύπαρξη, διότι υπάρχει και θα υπάρχει εις το διηνεκές «εν ετέρα μορφή» στη «Χώρα των Ζώντων» δηλαδή στη συντροφιά του Χριστού, αντάμα με τον πνευματικό και Γέροντά του, τον Αγιο Αμφιλόχιο Μακρή της Πάτμου.
Ας μου επιτραπεί τούτη η κατάθεση της προσωπικής μαρτυρίας για τον σεβαστό και αγαπημένο μου δάσκαλο, ο οποίος σημάδεψε τη ζωή και τη σκέψη μου όντας νεαρός σπουδαστής στην Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή, η οποία απείχε λίγα μόλις μέτρα από το Σπήλαιο της Αποκαλύψεως, μέσα στο οποίο ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο αποκληθείς και «βοανεργές», δηλαδή υιός της βροντής, έγραψε την Αποκάλυψη, αυτό το παραστατικό εσχατολογικό βιβλίο.
Η γνωριμία μας με τον Μητροπολίτη Αμφιλόχιο Τσούκο ξεκίνησε ως εξής: Ο καθηγητής μας Αρχιμανδρίτης Ναυκράτιος Τσολκανάκης έγινε υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και δεν υπήρχε κανείς να μας διδάξει τα μαθήματά του. Πληροφορηθήκαμε ότι υπάρχει ένας νέος Αρχιμανδρίτης απόφοιτος της Σχολής της Χάλκης ονόματι Αμφιλόχιος ο οποίος μονάζει στο Κουβάρι, το οποίο είναι ένα Μοναστικό «Κάθισμα» όπως λέγεται στη μοναστηριακή γλώσσα σε μία ειδυλλιακή παραθαλάσσια τοποθεσία της Πάτμου.
Με μία συντροφιά συμμαθητών πήγαμε στο Κουβάρι όπου πράγματι ήταν εκεί ο π. Αμφιλόχιος με τους δύο συμμοναστές του, τον Αρχιμανδρίτη Ηλία και τον Μοναχό Ιωσήφ. Εκθέσαμε στον π. Αμφιλόχιο το θέμα να έλθει στη Σχολή να μας διδάξει, αλλά η πρώτη του αντίδραση ήταν αρνητική, την οποία συνόδευε μ’ εκείνο το αφοπλιστικό του χαμόγελο. Εμείς όμως επιμέναμε διότι είχαμε πληροφορηθεί ότι δεν ήταν μόνο λόγιος κληρικός, αλλά και άνθρωπος αμέμπτου ήθους, μαθητής και πνευματικό βλάστημα του Αγίου Γέροντα Αμφιλοχίου Μακρή που εγκαταβίωνε στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Χώρας και ο οποίος σήμερα είναι άγιος της Εκκλησίας μας.
Παρά τις παρακλήσεις μας ο π. Αμφιλόχιος Τσούκος ήταν ανένδοτος, ώσπου κάποια στιγμή τόλμησα και του είπα «νομίζω πως δεν έχετε δικαίωμα να αρνηθείτε τις παρακλήσεις και εκκλήσεις μας γιατί πιστεύω με τη διδασκαλία σας θα προσφέρετε περισσότερα απ’ όσα εδώ στην απομόνωση του Κουβαρίου».
Με κοίταξε διερευνητικά χωρίς να αποκριθεί, απλά μειδίασε σαν κάτι να σκεφτόταν. Φύγαμε χωρίς απάντησή του. Λίγες μέρες αργότερα εμφανίσθηκε στον Εσπερινό στο παρεκκλήσι της Σχολής μας. Αναθαρρέψαμε γιατί καταλάβαμε πως θα έλθει ως καθηγητής μας. Ετσι έγινε η αρχή, ήλθε τελικά στη Σχολή μας και ήταν πραγματικά Θεόσταλτος διότι η παρουσία του ήταν «ως δρόσος Αερμών» επειδή ακριβώς ήταν άνθρωπος προσευχής, φιλόθεος και φιλάνθρωπος, άνθρωπος πνευματικός και με εκκλησιαστικότητα και ο οποίος δίδασκε με το παράδειγμα του. Εκείνος μας δίδαξε την νοερά προσευχή.
Ήταν εκείνος ο οποίος μας σύστησε στον Γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή, αυτόν τον σύγχρονο Όσιο των ημερών μας, τον φίλο του Αγίου Νεκταρίου και του Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου της Μονής της Λογγοβάρδας.
Κάθε λέξη του Γέροντα Αμφιλοχίου Μακρή ήταν γεμάτη σοφία και πνεύμα Θεού, πράγμα που διαισθανόμασταν και λέγαμε πως μια μέρα θα αγιάσει. Ο Γέροντας ή καλύτερα ο Άγιος Αμφιλόχιος Μακρής αγαπούσε πολύ τον μαθητή του, τον π. Αμφιλόχιο Τσούκο, τον καθηγητή μας.
Θυμάμαι πως όταν ιερουργούσε ο καθηγητής μας, ο π. Αμφιλόχιος Τσούκος, στο Σπήλαιο της Αποκαλύψεως ήταν τέτοια η μυσταγωγία που δεν ήθελες να τελειώσει ποτέ κι ας διαρκούσε ενίοτε και έξι ώρες.
Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή τον συνόδευα και πηγαίναμε με την θρυλική βάρκα «Χρυσούλα» στα μικρά νησάκια Αρκιούς, Λειψούς και Αγαθονήσι και τελούσαμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας διότι τότε δεν υπήρχαν ιερείς εκεί. Οι ψαράδες γίνονταν θυσία για να μας περιποιηθούν. Κι όταν στην επιστροφή κάποιες φορές μας έπιανε «θάλασσα», δηλαδή τρικυμία, κι η βάρκα μας χτυπιόταν αλύπητα από τα κύματα ο π. Αμφιλόχιος έψελνε το τροπάριο του Αγίου Νικολάου και στη συνέχεια του μιλούσε όπως μιλούν δύο φίλοι.
Ο π. Αμφιλόχιος ήταν φιλάνθρωπος στον μέγιστο βαθμό. Γνώριζε στην Σκάλα της Πάτμου οικογένειες που είχαν ανάγκη κι όταν έπαιρνε τον μισθό του την ίδια μέρα τον μοίραζε και την επόμενη μέρα ζητούσε δανεικά από τον αδελφό του στη Ρόδο.

Ήταν άνθρωπος της αδιάλειπτης προσευχής. Οπου βρισκόταν, ό,τι κι αν έκανε προσευχόταν σε τέτοιο σημείο που η ίδια του η αναπνοή γινόταν προσευχή.
Διατηρήσαμε την επικοινωνία μας με τον π. Αμφιλόχιο και φυσικά όταν μεταβαίναμε στην ιδιαίτερη πατρίδα της συζύγου μου της Αγγελικής, τη Ρόδο, τον επισκεπτόμασταν στο Μοναστήρι του Ταξιάρχη στο Θάρρι. Όταν άρχιζε την ανοικοδόμηση κτιρίων και κελιών για τα οποία μου μιλούσε, η ερώτησή μου ήταν «συγνώμη Γέροντα για το αδιάκριτο της ερώτησης μου, αλλά πού θα βρείτε τα χρήματα;». Με κοίταζε και μ’ εκείνο το χαμόγελό του απαντούσε «έχει ο Θεός Θεόδωρε, την άλλη φορά που θα έλθεις θα τα έχουμε τελειώσει». Όπως και γινόταν.
Κόσμος και λαός πολύς τον επισκεπτόταν στο Θάρρι, κι εκείνος με την γαλήνη και την καταδεκτικότητα που τον διέκρινε τους δεχόταν όλους. Όταν κατέβαινε στην πόλη της Ρόδου έσπευδαν όλοι μικροί και μεγάλοι να του φιλήσουν το χέρι, να πάρουν την ευχή του γιατί ένοιωθαν μία μυστική έλξη πως αυτός ο ιερεύς στην αρχή και Επίσκοπος αργότερα ήταν πραγματικά άνθρωπος του Θεού και άνθρωπος του ανθρώπου.
Παρακάλεσα τηλεφωνικά τον αγαπητό μου π. Νεκτάριο Πόκια, πνευματικό παιδί και συνεργάτη του εκδημήσαντος Μητροπολίτη Αμφιλοχίου να ανάψει εκ μέρους μου ένα κερί μπροστά στο άγιο σκήνωμά του και πραγματικά συγκινήθηκα όταν μου είπε «και βέβαια θα το κάνω γιατί σε αγαπούσε πολύ Θεόδωρε και μου το έλεγε συχνά».
Κι εγώ τον αγαπούσα και τον σεβόμουν πολύ και λυπήθηκα διότι η απόσταση δεν μου επέτρεψε να φιλήσω για τελευταία φορά το χαριτόβρυτο χέρι του, αλλά η προσευχή μου τον συνόδευε την Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου κατά την στερνή του πορεία προς τον Ουρανό.
Δέξου τούτη την κατάθεση της μαρτυρίας της καρδιάς μου σαν ελάχιστη έκφραση ευγνωμοσύνης για τα τόσα μαθήματα ζωής που μου δίδαξες σεβαστέ και αγαπημένε μου δάσκαλε Γέροντα Αμφιλόχιε. Καλό σου ταξίδι στου Ουρανού «την μένουσα πόλη».
Θεόδωρος Καλμούκος – Εθνικός Κήρυξ




















