ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ: Δεκαοκτώ χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 28 Ιανουαρίου 2026, από την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλου, μιας προσωπικότητας που άφησε βαθύ και πολυεπίπεδο αποτύπωμα στην Εκκλησία, στην κοινωνία και στον δημόσιο βίο της χώρας.
Ρεπορτάζ- Αφιέρωμα: ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ : Γιώργος Θεοχάρης
Η πορεία του, όπως καταγράφεται και στη θεσμική μνήμη της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν περιορίζεται σε έναν ακόμη προκαθήμενο· ταυτίστηκε με μια ολόκληρη εποχή έντονων μεταβολών, κοινωνικών αναζητήσεων και σύγκρουσης ταυτοτήτων.
Ο Χριστόδουλος υπήρξε Αρχιεπίσκοπος με καθαρά δημόσιο λόγο. Δεν έκρυψε ποτέ τη θέση του για τα εθνικά ζητήματα, για την πολιτισμική ταυτότητα του ελληνισμού, για τη σχέση πίστης και κοινωνίας. Σε μια περίοδο όπου η Εκκλησία κινδύνευε να περιοριστεί σε καθαρά τελετουργικό ρόλο, εκείνος επανέφερε στο προσκήνιο την έννοια της εκκλησιαστικής παρουσίας ως ζωντανής μαρτυρίας μέσα στην κοινωνία.
Η μεγάλη σύγκρουση με την κυβέρνηση Σημίτη
Από τα γεγονότα που σημάδεψαν καθοριστικά την ποιμαντορία του ήταν η σύγκρουση με την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Η απόφαση της Πολιτείας να αφαιρεθεί το θρήσκευμα από τα δελτία ταυτότητας προκάλεσε βαθιά κοινωνική και εκκλησιαστική αναταραχή.
Ο Χριστόδουλος δεν αντιμετώπισε το ζήτημα ως τυπικό διοικητικό θέμα, αλλά ως ζήτημα ταυτότητας και ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Με δημόσιες παρεμβάσεις, ομιλίες και μεγάλα συλλαλητήρια, εξέφρασε την αγωνία ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας που ένιωθε ότι αποκόπτεται βίαια από τις πνευματικές της ρίζες.
Το συλλαλητήριο της 21ης Ιουνίου 2000 στην Αθήνα έμεινε ιστορικό. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν, σε μια από τις μεγαλύτερες λαϊκές κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης, με κεντρικό πρόσωπο τον Αρχιεπίσκοπο. Εκείνη η περίοδος καθιέρωσε τον Χριστόδουλο ως εκκλησιαστικό ηγέτη που δεν φοβόταν να σταθεί απέναντι στην πολιτική εξουσία, όταν θεωρούσε ότι θίγονται θεμελιώδη ζητήματα πίστης και εθνικής συνείδησης.

Η σχέση με τη νεολαία και ο νέος εκκλησιαστικός λόγος
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ποιμαντορίας του ήταν η σχέση του με τους νέους. Δεν μιλούσε αφ’ υψηλού, ούτε με ηθικολογικό ύφος. Τους προσέγγιζε με γλώσσα σύγχρονη, άμεση. Το μήνυμα ότι η Εκκλησία δέχεται τον άνθρωπο «όπως είναι» αποτέλεσε σταθερό άξονα του λόγου του. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας έφερε ξανά νέους ανθρώπους κοντά στην εκκλησιαστική ζωή.
Παράλληλα, ενίσχυσε το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, με νέες δομές στήριξης ευάλωτων ομάδων. Η Εκκλησία, υπό την ηγεσία του, έδειξε ότι μπορεί να παρεμβαίνει ουσιαστικά στα κοινωνικά ζητήματα, χωρίς να χάνει τον πνευματικό της προσανατολισμό.
Δημόσια παρέμβαση και εθνικό φρόνημα
Ο Χριστόδουλος δεν δίσταζε να τοποθετείται δημόσια σε θέματα που ξεπερνούσαν τα στενά εκκλησιαστικά όρια. Για τον ίδιο, η Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι αποκομμένη από την ιστορική πορεία του λαού της. Η πίστη, η γλώσσα, η παράδοση και η ιστορία συνιστούσαν ενιαίο πνευματικό σώμα.
Στο vimaorthodoxias.gr, ιεράρχες της Ελλαδικής εκκλησίας αλλά και όχι μόνο, νοσταλγούν την εποχή του Χριστόδουλου που έφερε τους νέους στην εκκλησία, που είχε υψηλό εθνικό φρόνημα, που παρενέβαινε εκεί που έπρεπε ως ηγέτης της εκκλησίας. Η διεθνής διάσταση της παρουσίας του δεν ήταν τυπική. Διατηρούσε σχέσεις με Ορθόδοξες Εκκλησίες, ενισχύοντας τον ρόλο της Εκκλησίας της Ελλάδος στον ευρύτερο ορθόδοξο χώρο.

Η μνήμη και η παρακαταθήκη
Δεκαοκτώ χρόνια μετά, η μορφή του Χριστόδουλου εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις και συγκίνηση. Για πολλούς, υπήρξε ο εκκλησιαστικός ηγέτης που κατόρθωσε να συνδυάσει ποιμαντική ευαισθησία με ισχυρή δημόσια παρουσία.
Η ιστορική διαδρομή της Αρχιεπισκοπής Αθηνών περιλαμβάνει σημαντικές μορφές, όμως ο Χριστόδουλος κατέχει ιδιαίτερη θέση, γιατί έδρασε σε μια εποχή όπου η κοινωνία άλλαζε ραγδαία. Κατάφερε να εκφράσει αγωνίες, να μεταδώσει ελπίδα και να δώσει φωνή σε ένα μεγάλο τμήμα του λαού που αναζητούσε πνευματικό και εθνικό προσανατολισμό.
Η επέτειος αυτή δεν είναι απλώς μνήμη. Είναι υπενθύμιση ενός τρόπου εκκλησιαστικής ηγεσίας που δεν φοβήθηκε τη σύγκρουση, μίλησε καθαρά και σφράγισε ανεξίτηλα τον σύγχρονο εκκλησιαστικό βίο της Ελλάδας.




















