ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΝΕΑ: Με φόντο τις τελευταίες εκτιμήσεις των αγορών και τις παρεμβάσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η εγχώρια και διεθνής αγορά αγροτικών προϊόντων μπαίνει στο 2026 με έντονη κινητικότητα, καθώς τόσο το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο όσο και το σκληρό σιτάρι δείχνουν σημάδια αναπροσαρμογής τιμών.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
News: Όπως προκύπτει από την ανάλυση δεδομένων της AICA για την Ισπανία και τις εκτιμήσεις θεσμικών οργανισμών όπως το Διεθνές Συμβούλιο Σιτηρών (IGC), το επόμενο εξάμηνο αναμένεται κρίσιμο για τη διαμόρφωση των ισορροπιών προσφοράς και ζήτησης στη Μεσόγειο.
Ελαιόλαδο: Το ψυχολογικό όριο των 6 ευρώ επανέρχεται στο προσκήνιο
Η μειωμένη διαθεσιμότητα ελαιολάδου σε Ισπανία και Ελλάδα λειτουργεί ως βασικός καταλύτης για την ανοδική πορεία των τιμών παραγωγού. Τα αποθέματα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ξεκινούν το 2026 μειωμένα κατά περίπου 14% σε ετήσια βάση, γεγονός που ενισχύει την πιθανότητα ανάκτησης του ψυχολογικού ορίου των 6 ευρώ το κιλό για ποιοτικά έξτρα παρθένα ελαιόλαδα. Στη Λακωνία και την Κρήτη, τα αποθέματα τριών έως έξι γραμμών θεωρούνται «στρατηγικής αξίας», με ιδιώτες και συνεταιρισμούς να επιλέγουν στάση αναμονής.
Ενδεικτική είναι η πρόσφατη πράξη του Αγροτικού Συνεταιρισμού Παλαιοπαναγιάς Λακωνίας, ο οποίος ήρθε σε συμφωνία για πώληση έξτρα παρθένου ελαιολάδου περίπου 3 γραμμών στα 5,60 ευρώ το κιλό, σηματοδοτώντας ότι η αγορά «χτίζει» σταδιακά νέα επίπεδα. Παράλληλα, η Τυνησία αναθεωρεί προς τα κάτω τις αρχικές εκτιμήσεις υπερπαραγωγής, περιορίζοντας τη συνολική της σοδειά κάτω από τους 400.000 τόνους, εξέλιξη που αφαιρεί πίεση από τις τιμές.
Ισπανία: Μικρότερη παραγωγή, χαμηλότερα αποθέματα
Τα δεδομένα της ισπανικής αγοράς είναι αποκαλυπτικά. Η συνολική παραγωγή ελαιολάδου ενδέχεται να υποχωρήσει ακόμη και κάτω από τα 1,2 εκατ. τόνους, έναντι αρχικών προσδοκιών για 1,4 εκατ. τόνους. Το απόθεμα στο τέλος του 2025 διαμορφώθηκε στους 716.000 τόνους, σημαντικά χαμηλότερα από πέρυσι. Η κλιματική κρίση και οι χαμηλές αποδόσεις περιορίζουν τις δυνατότητες ανάκαμψης, ενώ εκτιμάται ότι η φυσική αγορά μπορεί να απορροφήσει «κλασικές» παραγωγές 1,4 εκατ. τόνων, όχι όμως τις σημερινές μειωμένες ποσότητες.
Σκληρό σιτάρι: Σταθερή η Φότζια, ήπια άνοδος στα ελληνικά FOB
Την ίδια ώρα, η αγορά σκληρού σίτου ξεκινά το 2026 χωρίς έντονες διακυμάνσεις. Η Φότζια παραμένει σταθερή, με τις τιμές για τα ποιοτικά σιτάρια να κινούνται στα 285-290 ευρώ ο τόνος, ενώ οι χαμηλότερες ποιότητες διαμορφώνονται στα 265-275 ευρώ. Η πρόσφατη αγορά 525.000 τόνων από την Αλγερία, σε τιμές 315-325 δολάρια ο τόνος, λειτούργησε ως σημείο αναφοράς για τη Βόρεια Αφρική και μεταφράζεται σε τιμές C&F 270-275 ευρώ.
Για τα ελληνικά δεδομένα, αυτή η εικόνα δικαιολογεί μικρή ανατίμηση της αξίας της σοδειάς, με τις τιμές εξαγωγής (FOB) να προσεγγίζουν τα 250 ευρώ ο τόνος. Ωστόσο, παραμένει αδιάθετο περίπου το 25% της παραγωγής, γεγονός που κρατά την αγορά σε στάση αναμονής.
Μείωση σπορών και προσδοκίες για το 2026
Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μείωση των σπορών σκληρού σίτου κατά 8% έως 10%, εξέλιξη που, με βάση τους μέσους όρους αποδόσεων, μπορεί να οδηγήσει σε παραγωγή κάτω του 1 εκατ. τόνων. Η αγορά αναμένει τις επίσημες προβλέψεις της COCERAL και άλλων ευρωπαϊκών φορέων, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η τάση και να αναζητηθεί νέα κατεύθυνση τιμών.
Παρεμβάσεις και σήματα από την Ελλάδα
Στο vimaorthodoxias.gr, ειδικά στελέχη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμωνυπογράμμισαν ότι το 2026 θα είναι χρονιά «λεπτών ισορροπιών» για τα αγροτικά προϊόντα, με το βάρος να πέφτει στην ποιότητα, την πιστοποίηση και τη σωστή διαχείριση αποθεμάτων. Όπως τόνισαν, η στρατηγική επιλογή της καθυστέρησης πωλήσεων σε ποιοτικά ελαιόλαδα και η παρακολούθηση των διεθνών διαγωνισμών στο σιτάρι μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ των παραγωγών.

Τι δείχνει η μεγάλη εικόνα
Συνολικά, η αγορά του 2026 διαμορφώνεται σε περιβάλλον ήπιου ελλείμματος, με την προσφορά να παραμένει περιορισμένη και τη ζήτηση σταθερή. Για το ελαιόλαδο, η ανάκτηση των 6 ευρώ στο έξτρα παρθένο μοιάζει πλέον εφικτή, ενώ στο σκληρό σιτάρι οι ήπιες ανατιμήσεις συνδέονται άμεσα με τη μείωση των σπορών και τις διεθνείς ροές εμπορίου. Το επόμενο τρίμηνο θα είναι καθοριστικό, καθώς θα αποτυπώσει αν οι σημερινές προσδοκίες θα μετατραπούν σε σταθερή τάση ή αν η αγορά θα επιλέξει εκ νέου την αναμονή.
Ολοκληρώνοντας την εικόνα της αγοράς για το 2026, παράγοντες του αγροδιατροφικού τομέα επισημαίνουν ότι το βασικό «κλειδί» για παραγωγούς και συνεταιρισμούς θα είναι η διαχείριση του χρόνου πώλησης και όχι μόνο το ύψος της τιμής. Στο ελαιόλαδο, η εμπειρία της τελευταίας τριετίας δείχνει ότι όσοι διέθεσαν βιαστικά ποιοτικά έξτρα παρθένα προϊόντα σε περιόδους προσωρινής πίεσης, έχασαν σημαντικό μέρος της υπεραξίας που δημιουργήθηκε λίγους μήνες αργότερα. Αντίθετα, όσοι κράτησαν πιστοποιημένα αποθέματα με καλά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τα ανοδικά «κύματα» της αγοράς.
Αντίστοιχα, στο σκληρό σιτάρι, η μείωση των σπορών δημιουργεί προσδοκίες, αλλά όχι βεβαιότητες. Η αγορά παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη σε διεθνείς διαγωνισμούς και γεωπολιτικές εξελίξεις, γεγονός που σημαίνει ότι μια απότομη αύξηση της προσφοράς από τρίτες χώρες μπορεί να ανακόψει προσωρινά την ανοδική τάση. Για τον λόγο αυτό, έμποροι και μεταποιητές κρατούν «σφιχτή» στάση, περιμένοντας καθαρότερη εικόνα από τις πρώτες επίσημες προβλέψεις της άνοιξης.
Σύμφωνα με αναλυτές, το 2026 δεν θα είναι χρονιά εκρηκτικών ανατιμήσεων, αλλά σταδιακής αναπροσαρμογής με έντονη διαφοροποίηση ανάλογα με την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα. Για τους Έλληνες παραγωγούς, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένη ανάγκη για πιστοποιήσεις, σωστή αποθήκευση και συλλογικές κινήσεις μέσω συνεταιρισμών. Σε ένα περιβάλλον περιορισμένης προσφοράς, η ποιότητα και ο σωστός συγχρονισμός μπορεί να αποδειχθούν πιο καθοριστικοί από οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμη διακύμανση τιμών.



















