Γεροντας Ιερομοναχος:Το Καλογερόπαιδο

Loading...


Σουρουπωνε πισω απο τα βουνα, περα στις αλυκες.

Τα χρονια, ηταν του Μεσοπολεμου.
Ειρηνη μεθορια, ακριβοπληρωμενη με αιμα και ρογχο θανατου, ακαταμετρητο.

Ξαποστασαν για λιγο οι αγγελοι να μαζευουν τις ψυχες. Πηγαν να πιουν νερο του Παραδεισου. Και αυτοι διψουν.. Την σωτηρια μας. Αλλα δεν ειναι στο χερι τους, παρα μονο στο σακατεμενο δικο μας.

Μεχρι την επομενη, καθως παντα θα υπαρχει επομενη, πληρωμη στον αλαστορα εχθρο, στον εγωϊσμο και το αδικο… η ανθρωποτητα ησυχαζε προσκαιρα, και μετεωριζοταν ανεμελη αναμεσα στο πολυ και το λιγο, το αναγκαιο και το περιττο, το ανοητο και το ουσιωδες.

Οι εργατες του αλατιου, κατακοποι, καθως εργαζονταν απο ανατολης εως εσπερας, σχηματιζαν μια σεπτη και βουβη πομπη με αδειες τσεπες, σκισμενα παντελονια, αγονο βλεμμα, και ολοτελα ξαλμυρισμενες ελπιδες.

Καταδικοι της ζωης, θυματα αρχαιων βουλων, της πονηριας, του ξεπεσμου, και του συμφεροντος.

Το καυτο ηλιοστεφανο, ειχε δωσει την θεση του, σε ενα ονειρεμενο απογευμα, που κοκκινιζε τα παντα, με το αλικο σημαδι της αναχωρησης του, για την αλλη πλευρα του κοσμου.

Μουρμουρες, και στεναγμοι, συμπλεκονταν, καθως αλλοι δοξολογουσαν τον Θεον, που βγηκε παλι το ψωμι, αλλοι δε παλι βλαστημουσαν, ταχα για την κακη τους τυχη, που τους εφερε στα λιγα και στα χαμηλα.

Το παιδι αργοσερνε τα πρησμενα ποδια του, μαυρο και ξερακιανο απο την καψα της ημερας, ακουγε τα λογια των μεγαλων, με μισοκλειστα ματια, απο τον κοπο, χωρις να εχει το κουραγιο να τα ζυγισει, να τα προσλαβει μεσα του.

Ενας μονο, μυχιος ποθος το σιγοφερνε, και το δυναμωνε μυστικα, του εδινε ζωη επανω στην ζωη, νεες αναπνοες πανω στην κουρασμενη βραχνη αλυσιδα των ξεπνοων δικων του.

Μεσα απο τα λιοδεντρα, τα αμπελια, το πρασινο και το αγριο, τους λοφους και τα ασπρα σπιτια, εφθανε η πομπη να διαλυθει στο χωριο, να ξαποστασει η καθε μεροκαματιαρα ψυχη του Θεου, στο κονακι της, να δει τα ματια τα αγαπημενα, να ανταλλαξει ενα λογο παραμυθητικο, λογο οικειο.

Ετσι και το παιδι, φθανοντας στο πατρογονικο χαμοσπιτο, πετωντας σαν καιομενο κουκουναρι, μια πνιχτη καλησπερα στην Μανα του, που δεν πηγαινε κι’αυτη πισω σε κοπο, απο ξημερωμα σε ξημερωμα, ανυσταχτη, αϋπνη, σωστη και πονεμενη μυροφορα του μοχθου, μπηκε βιαστικα στο μικρο του δωματιο.

Φωναζε η Μανα: «το φαϊ, να σε δω, να.. » Στρωμενο το τραπεζι, ολα ετοιμα, αλλα..

Την προσπερασε. Εκλεισε την πορτα.

Κοιταξε εκστατικο τα εικονισματα. Το μικρο πηλινο κανδηλακι που εκαιγε υπ’ευθυνη του. Διακονημα ιερο, και ακαταπαυστο, το ειχε υποσχεθει στην υπεραγαπημενη του Θεοτοκο.

Αγια γαληνη, ειρηνη και θαλπωρη τον γεμισαν, με πλησμονη η ψυχη του, αναστεναξε.

Σαν να επαιρνε «Καιρο», οπως κανουν οι Ιερεις λιγο πριν μπουν να λειτουργησουν, περασε ψιθυριζοντας ευχες και με μετανοιες μπροστα απο καθε εικονισμα.

«Η Παναγια μου ζεσταινεται», σκεφτηκε απο την φωτιτσα που της αφιερωνω.

Την εχει παγωσει νοερα, αληθεια, ο κοσμος με τα καμωματα του, τα κολασμενα, και ας ειναι κατακαλοκαιρο εξω.

Δεν ειχε ομως κρατησει πικρα, για τον κοσμο. Κι ας του ειχαν κοψει τον δρομο για να τον γνωρισει. Να μαθει. Να ζησει. Η φτωχεια προσταζε να τον κοψουν απο το σχολειο, και να παει στο μεροδουλι με τον πατερα του.

Εκανε μικρη προσευχη. Εφαγε ελαχιστο φαγητο. Ντυθηκε παλι τα μαυρα ρουχα, και εκανε να φυγει.

«Παλι εκει θα πας;» Τον ρωτησε η Μανα. Τωρα ηταν αλλιως, φανερωμενη.

Κραταια μορφη, μια γερασμενη πριν την ωρα της, αλλα αυστηρη αφεντρα του αναστημενου με δακρυ και πονο σπλαχνου της, μονη τωρα αυτη στεκοταν, εμποδιο μπροστα του, καθως ο Πατερας ειχε αποκαμει εντελως, και ηταν ηδη εν υπνωσει αχρι καιρου, αναποδραστα θα ασκουσε αυτη, την δικαια βασιλικη γονικη εξουσια στο σπιτι, που της ειχε παραχωρηθει.

«Τι σου λεει καθε μερα; Τι σε δασκαλευει; Δεν ειναι τοπος για σενα, εκει, ουτε θα σε ωφελησει σε τιποτα. Αυτα ειναι χαμενα πραγματα, λογια, μονο λογια, και την κοιλια δεν την χορταινουν, ουτε μεγαλωνουν παιδια και οικογενεια.

Δεν θα γινεις ουτε Παπας, ουτε Καλογερος τ’ακους; Τ’ακους; Δεν θα σου περασει! Αλλοιμονο σου! Ξεχνα το!!

Η δουλεια, το σπιτι, και αυτα που.. Μονο αυτα θα σε ωφελησουν. Εδω ειναι η ζωη και ο θανατος. Ολα εδω ειναι..»

Δακρυσε. Κυλησε το καυτο ποταμι της απελπισιας, καθως ηξερε οτι τα λογια της, ελιωναν σαν το αλατι στην καυτη σουπα της ληθης, και της αυξανομενης αγαπης του μικρου για τα ιερα και τα ξενα του κοσμου πραγματα.

Ποιος να τα βαλει με την ιερατικη κλιση, και του Θεου την κληση; Ανισχυρος ο λογος, μπρος στου Θεου τον ποθο.

Η Μανα μεσα στο φαινομενικο απογειο της ισχυος της, εφθανε να λυγισει. Στο παιδι τα ελεγε, αλλα αυτη τα ακουγε.

Αλλιως τα ειχε ονειρευτει, σαν εκανε να ανοιξει τα φτερα της, κι αυτη για την ζωη. Αλλα αλλιως ηρθανε. Σπασανε τα φτερα της, εσπασε μαζι και η πρωτη αντοχη και η υπομονη της.

Δεν ειχε σημασια ποιος εφταιγε, οι εποχες, τα χρονια, οι καιροι, η ταχα αφεντρα «μοιρα» που πλανεμενα πολλοι την πιστευουν, για αληθινη βασιλισσα, αλλα δεν ειναι παρα μονο απατη των πνευματων της πονηριας, ο ενας ο αλλος, οι αρχες και οι εξουσιες, ο κοσμος, και παει λεγοντας.

Σημασια εχει να μπορει καποιος να ανεβει πανω στον Σταυρο θαρρετα και με φρονημα ανδρειας, να παρει την πικρα, να την κανει προσευχη, κι οτι δεν μπορει να κανει ως ανθρωπος, να το νιωσει, και να τα ακουμπησει ολα, ταπεινα και ειλικρινα στα τρυπημενα ποδια του Εσφαγμενου Αρνιου, και ας αγνοει προσκαιρα ποιος τον εστησε και ποιος τον ανεβαζει εκει, να παψει να μενει, να μοιρολογα απο κατω τον εαυτο του χωρις διεξοδο και ελπιδα, μονο να εχει κατα νου του, και στο βλεμμα εμπρος του, την Ανασταση, μακρια απο τον αδη των λογισμων του, και των ανεκπληρωτων ποθων του.

Ματαια φωναζε πια η Μανα..

Ειχε ηδη φυγει το παιδι, διαβαινε γοργα τον δρομο, τον ανηφορικο, και καθως ξεμακραινε απο το χωριο, μεσα στο μισοσκοταδο, γυρισε με καποια ενοχη, ενα μικρο δισταγμο για την πικρα της Μανας, που εβλεπε το λογο της να πηγαινει χαμενος. Δεν καταλαβαινει σκεφτηκε, αλλα εγω την αγαπω, και την πονω.

Λιγο αργοτερα ηταν ηδη καθισμενο καταχαμα, μεσα στο ασκητικο κελλακι, του «παραξενου» Γεροντα.

Ολο το χωριο απο τοτε που ειχε ερθει, εδω και λιγους μηνες, να ασκησει προσωρινα καθηκοντα Εφημεριου, μιας και ο Παπας τους συγχωρεθηκε αναπαντεχα, ενα πρωϊ, τον κρυφοσχολιαζε, γιατι δεν εμοιαζε αυτος ως ενας συνηθισμενος Παπας, δεν συναναστρεφονταν, δεν ερχοταν στο καφενειο, δεν εμενε στα πανηγυρια, δεν ζουσε μαζι τους, αλλα ξεγλιστραγε μολις τελειωνε τις ακολουθιες, στην απομακρη χαμοκελλα του, μακρια απο ολους και ολα.

«Γεροντα, δεν ειναι οτι η Μανα μου, δεν πιστευει, δεν ειναι σαν αυτους που λενε δεν υπαρχει Θεος.. Αλλα, ξερεις.. ειναι που ολα τα εχει θαψει εδω, μεσα σε αυτον τον κοσμο, και εχει μπασει και τον Ακτιστο Θεο μεσα.

Σαν την θεογονια των αρχαιων, που με διδαξες, ολα ενδοκοσμικα, ολα κτιστα, και πεπερασμενα. «

Δεν εχει αναφορα, και σκοπο ζωης, τον Θεο.. «

Χαμηλωσε το βλεμμα, καθως φοβοταν οτι ειχε πεσει ηδη σε κατακριση.

«Ακουσε παιδι μου, αγαπημενο, παιδι του Θεου,» ξεκινησε να απαντησει, ο γερων Ιερομοναχος, καταλευκος πια, ομως ευθυτενης, με ματια γερακιου και καρδια περιστεριου, ετσι ειχε ολολευκο το χρωμα και γερα τα φτερα του νου και της καρδιας του.

Μην ζητας απο τους ανθρωπους, αυτο που δεν εχουν να σου δωσουν. Ουτε ο Θεος το κανει.

Πρωτα σπειρε, φυτεψε, καλλιεργησε, ποτισε και φροντισε με το παραδειγμα και την ζωη σου, το βιωμα και την εμπειρια σου, μα πανω απο ολα την προσευχη σου, και τοτε σαν δεις τα πρωτα φυλλαρακια, να πρασινιζουν, να αναθαλλουν στο φως του ηλιου, τοτε να χαρεις, και να πεις:

Κατι εκαναν τα λογια, κατι εκαναν οι προσευχες μου, μα ολα στ’αληθεια τα εκανε ο Θεος.

Αλλα προσπαθησε εως τοτε, να μην απαξιωνεις κανενα, ουτε κρυφα μεσα στον λογισμο σου.

Αλλιως κρινει ο Θεος, κι ολοτελα αλλιως, εμεις.

Εμεις παντα αστοχουμε και τραυματιζουμε απονα και αδικα. Αυτος μονο κεντρο καρδια χτυπα και σωζει φιλανθρωπα και πατρικα.

Ελα παιδι του Χριστου, να κανουμε τον κανονα.

Οπως καθε βραδυ Αποδειπνο και χαιρετισμους.

Αλλα σημερα θα πουμε και μια παρακληση, εαν ειναι ευλογημενο, στην Παναγια μας, να φωτισει, να δωσει δυναμη στους γονιους σου, να μαλακωσουν.»

Το παιδι αναφωνησε, με εναν ξεπνοο λυγμο, με βλεμμα αναχωρητικο απο τις χαρες του κοσμου, και με επιμονη που ζηταγε να ανακουφιστει σαν τον ατμο που ασφυκτια μεσα στην χυτρα:

«Εγω θα γινω Καλογερος, γεροντα, θα γινω Ιερεας και Μοναχος σαν και του λογου σου, και ξερεις; το εχω ταξει στην Παναγια! Μυστικα και οριστικα της το υποσχεθηκα, στην χαρη Της.

Απο σενα θελω να με διδαξεις, και να με βοηθησεις να με στερεωσεις με την ευχη σου, να αξιωθω να φορεσω το Μεγα Σχημα τ’ουρανου και των αγγελων, με του Χριστου την χαρη.»

Να ειναι ευλογημενο παιδι μου, θα το παλεψουμε μαζι, και οτι ειναι το θελημα Του, ας γινει, ανταπαντησε με μια κρυφη χαρα ο γερων ασκητης, για τον θειο ερωτα του παιδιου, που δεν ηταν παρα ενα μικρο αδυναμο καλαμι, μπρος στους εναντιους και θυελλωδεις ανεμους της νιοτης και του κοσμου, αλλα οχι μονο δεν σαρωνοταν, οχι μονο δεν λυγιζε, αλλα αντιθετα μερα με την ημερα δυναμωνε και ορθωνοταν, αλυγιστο και κραταιο, ενδυναμωμενο μυστικα απο την παντοκρατορικη προγνωστικη Χαρη του Κυριου του συμπαντος.

«Ελα. Ελα τωρα να προσευχηθουμε, και να πουμε τα γραμματα τα αγια, να κανουμε και λογο πατερικο, και λιγο τις γραφες τις Αγιες, και να πας να ξαποστασεις, σπιτι σου, και να ξημερωσει ο Κυριος, μια ακομα μερα, μια μερα πιο κοντα στον ποθο της καρδιας σου, στην πληρωση των οσιων ονειρων σου.. «

Μετα τον κανονα, θα ελεγαν τα «λογια», τα αγια και τα ευλογημενα, που περιμενε καθε βραδυ το παιδι, πως και πως, με την ιδια πεινα και διψα του παλιου ευσεβους Ισραηλ, οπως το μαννα εξ’ουρανου, μεσα στην ανυδρη ερημο, οπως η ξεραμενη γη, που προσμενει την βροχη, να την αναστησει και να την κανει παλι γονιμη και καρποφορα.

Εβαλε ο γεροντας Ιερομοναχος, το: «Ευλογητος ο Θεος.. «