Μάνης Χρυσόστομος: Η ηθική της παρηγορητικής θεραπείας σε ασθενείς με προχωρημένη καρδιακή νόσο

Ομιλία τού Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’ στήν Διημερίδα Καρδιακής Ανεπάρκειας (23-24/9/ 2022) τής Α’ Καρδιολογικής Κλινικής τού Γ.Ν.Α. Ιπποκρατείου Αθηνών.

Σέ τούτη τήν ζωή η ασθένεια υπάρχει, συμβαίνει, έρχεται, μάς επισκέπτεται. Είναι αποτέλεσμα τής πτώσεως τών πρωτοπλάστων. Από τότε, καλείται ο άνθρωπος ν’ αγωνισθεί, νά νικήσει τήν ασθένεια. Καί δέν υπάρχει άνθρωπος πού νά μήν έχει ασθενήσει, πού νά μήν έχει αισθανθεί πόνο καί θλίψη.

Καί βέβαια διαπιστώνουμε ότι τελικά η θλίψη παραμένει μέ ανθρώπινα κριτήρια ανεξήγητη. Δέν μπορούμε νά εισέλθουμε στό μυστήριο τού πόνου καί κατ’ ακολουθίαν νά εξηγήσουμε τήν θλίψη. Ωστόσο, ως χριστιανοί οφείλουμε νά γνωρίζουμε ότι ο Θεός δέν έφτιαξε τόν πόνο καί τήν θλίψη. «Ουκ εστιν αίτιος τών κακών ο Θεός», θά μάς πεί ο Μ. Βασίλειος (ΕΠΕ 7, 87) καί τό κακόν δέν εκτίσθη συγχρόνως μέ τό καλόν. Ο Θεός έδωκε ευφροσύνη καί μακαριότητα. Όχι πόνο, κακία καί θλίψη. Ο Θεός έπλασε καλόν τό σώμα καί όχι άρρωστο καί κακό. Η νόσος δέν είναι δημιούργημα τού Παναγάθου Θεού. Ο πόνος δέν είναι από τόν Θεό.

*

Αλλά καί ο ίδιος ο Χριστός μάς τό διαβεβαίωσε καί μάλιστα πρό τού αγίου Του πάθους: «Εν τώ κόσμω θλίψιν έξετε» (Ιω. 16, 33). Σ’ αυτό τόν κόσμο θά δοκιμάσετε πολλές θλίψεις, πικρίες, δοκιμασίες. Ο Ψαλμωδός θά πεί γιά τήν ανθρώπινη ζωή ότι ομοιάζει ως μία «κοιλάδα τού κλαυθμώνος» (Ψ. 63, 7). Αυτή είναι η πραγματικότητα. Αυτό μάς λέγει η πείρα τής ζωής μας. Ο πόνος αχώριστος σύντροφος τού ανθρώπου εδώ στή μάταιη τούτη ζωή, τήν πρόσκαιρη.

Ακόμη καί στόν Παρακλητικό Κανόνα πρός τήν Υπεραγία Θεοτόκο διαβάζουμε: «Εν κλίνη νύν ασθενών κατάκειμαι καί ουκ έστιν ίασις τή σαρκί μου». Ναι, στό κρεββάτι τής αρρώστιας καί τού πόνου. Αλλά αυθόρμητα έρχεται καί η προσευχή, τό συγκλονιστικό καί καίριο τροπάριο: «Πάντων θλιβομένων η χαρά, καί αδικουμένων προστάτις, καί πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις καί βακτηρία τυφλών, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων σκέπη καί αντίληψις, καί ορφανών βοηθός, Μήτερ τού Θεού τού Υψίστου, σύ υπάρχεις, Άχραντε, σπεύσον, δυσωπούμεν, ρύσασθαι τούς δούλους σου».

*

Έρχονται βέβαια βασανιστικά ερωτήματα. «Γιατί σέ μένα;» «Σέ τί έχω φταίξει;» «Τί νόημα έχει νά ζώ ακόμη;» Είναι μία αγωνία, μία στιγμή στό αδιέξοδο, στόν πόνο, στήν ανυπομονησία, στήν αρρώστια. Φθάνεις καί σ’ αυτή τήν απόγνωση. Αλλά δέν πρέπει νά αφήνουμε τόν εαυτό μας στήν ταλαιπωρία αυτών τών ερωτημάτων. Νά τά ξεπεράσουμε. Νά σκεφθούμε πόσοι καί πόσοι άγιοι δέν υπέστησαν δοκιμασίες, διωγμούς, ασθένειες, πόνους, θάνατο. Καί όμως έλεγαν: «Δόξα σοι ο Θεός». Δύσκολο αλλά καί πραγματοποιήσιμο.

Αξίζει νά σκεφθούμε τόν μεγάλο εκείνο ευσεβή, δίκαιο καί πιστό, τόν Ιώβ. Καί τί δέν υπέστη;

Τού αληθινού, τού άμεμπτου, τού δικαίου, τού θεοσεβούς Ιώβ, τού πατέρα εκείνου απέθανον τά τέκνα του, οι επτά υιοί καί οι τρείς θυγατέρες του, πύρ έπεσε από τόν ουρανό καί κατέκαυσε τά πρόβατά του, τού άρπαξαν τίς καμήλες του, τά βόδια καί τούς όνους του. Τό σπίτι του κατεστράφηκε καί ο ίδιος αρρώστησε μέ φοβερό έλκος από τά πόδια μέχρι τήν κεφαλή του. Καί όμως, αυτός, κράτησε τήν πίστη, δέν βλασφήμησε τό Θεό αλλά είπε τά καταπληκτικά λόγια «ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο (=αφήρεσε) ως τώ Κυρίω έδοξεν, ούτω καί εγένετο είη τό όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τούς αιώνας»! Έμεινε στήν υπομονή. Καί γράφει η Αγία Γραφή: «Ο Κύριος «ευλόγησε τά έσχατα Ιώβ ή τά έμπροσθεν». «Έδωκε ο Κύριος διπλά όσα ήν έμπροσθεν». Αυτό είναι η ιώβειος υπομονή, μέγα υπόδειγμα γιά μάς. Η ιώβειος υπομονή πού έμεινε στούς αιώνες.

*

Σ’ αυτές, λοιπόν, τίς ώρες καί τίς στιγμές δέν μένει παρά, μετά τήν φροντίδα τών ιατρών καί τήν νοσηλεία αλλά καί αγάπη τών οικείων σου, νά κάμεις καί τό άλλο βήμα, πού έχει μεγάλη πνευματική αξία.

Στρέψε τά δακρυσμένα μάτια σου πρός τόν Εσταυρωμένο. Πρός τόν Χριστό, τόν Μεγάλο Πονεμένο καί τήν Παναγία, πού ρομφαία διήλθε η καρδιά της. Πρός τούς Αγίους, τούς τόσους μάρτυρες. Πές δυό λόγια προσευχής. Ένα «Κύριε Ελέησον». Τότε πράγματι θά γλυκαθείς. Θά νοιώσεις παρηγορία. Θά αισθανθείς τήν αγάπη τού Θεού. Θά έχει ως ελπίδα τήν προσδοκία αναστάσεως.

*

Ο Θεός δέν παύει νά ενδιαφέρεται γιά μάς. Είμαστε τέκνα Του. Μήν αμφιβάλλουμε γιά τήν πρόνοιά Του. Εκείνος ξέρει. Μάς διεβεβαίωσε δέ ότι διά πολλών θλίψεων θά εισέλθουμε στή Βασιλεία τών Ουρανών. Έτσι είναι. Λοιπόν, άς λέμε: «Γεννηθήτω τό θέλημά Σου». Ό,τι θέλει ο Θεός. Άφησε τήν ύπαρξή σου σέ Εκείνον.

Έπειτα, οι θλίψεις είναι μία παιδαγωγία γιά μάς. Τήν παιδαγωγία αυτή τήν χρησιμοποιεί ο Θεός πρός τελειοποίησή μας. Είναι ωφέλιμη.

Αυτή βέβαια τήν πνευματική διάσταση της παιδαγωγίας τής θλίψεως δύσκολα κατανοείται. Φαίνεται όντως παράδοξον. Όμως είναι μία πραγματικότητα. Ανήκει στά μυστήρια τής Πρόνοιας τού Θεού γιά τόν άνθρωπο. Στίς θείες βουλές Του. Αληθώς οι θλίψεις είναι θεϊκή παιδαγωγική μέθοδος, άλλως η «παιδεία» κατά τήν βιβλική έννοια, τήν οποία χρησιμοποιεί ο Ουράνιος Παιδαγωγός πρός τελειοποίησιν τού ανθρώπου. Εκείνος μόνος γνωρίζει, γιατί αγαπά τό πλάσμα Του, τόν άνθρωπο. Ισχύει εν προκειμένω, ο βιβλικός λόγος, ο τόσον δύσκολος, ότι «όν γάρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δέ πάντα υιόν, όν παραδέχεται» (Παροιμ. γ’, 12). Αποκαλύπτεται εδώ ότι υφίσταται προσωρινή θλίψη γιά ωφέλεια παντοτινή. Κατ’ αυτόν, λοιπόν, τόν τρόπον, ο Θεός μάς έδωσε ένα άλλο μέτρο καί μ’ αυτό τό θεϊκό μέτρο αξιολογούνται τά γεγονότα τής παρούσης ζωής. Αυτό τό μέτρο ανοίγει ένα διαφορετικό ορίζοντα δηλαδή από τά «βλεπόμενα» καί «πρόσκαιρα», στά «μή βλεπόμενα» καί «αιώνια εν ουρανοίς αγαθά». Έτσι, μέ τίς θλίψεις, ο άνθρωπος έρχεται σέ συναίσθηση τής μηδαμινότητός του καί αυτών τών προσκαίρων υλικών αγαθών του. Άλλωστε μή ξεχνάτε καί τό βιβλικό χωρίο «Ματαιότης ματαιοτήτων τά πάντα ματαιότης» (Εκκλ. α, 2). Έτσι, καθίστανται οι θλίψεις ευεργετικές, γιατί δέν μαραίνεται η πίστη καί δέν εξασθενεί η ευλάβεια. Γράφει, εν προκειμένω, ο Ι. Χρυσόστομος «όπερ γάρ χρυσώ τό πύρ τούτο αι θλίψεις ταίς ψυχαίς» (Ομιλία 26 Α’ Κορ.). Καθαρίζονται οι ψυχές μας καί αποδίδονται καθαρές στόν Κύριο. Ακριβώς αυτό βεβαιώνεται στό βιβλίο τών Παροιμιών ότι: «Ώσπερ δοκιμάζεται εν καμίνω άργυρος καί χρυσός, ούτως εκλεκταί καρδίαι παρά Κυρίω (Παροιμ. 1, ιζ, 3).

Ο θλιβόμενος άνθρωπος κατανοεί ότι ματαίως στηρίζει τίς ελπίδες του στά επίγεια αγαθά. Διαισθάνεται ότι είναι διαβάτης τού κόσμου τούτου καί όχι μόνιμος κάτοικος, πειθόμενος ότι «εν ουρανοίς» είναι τό πολίτευμά του, η αιώνια κατοικία του. Έλεγε ο άγιος Παίσιος ότι αυτοί οι οποίοι επόνεσαν στή γή δέν θά πονέσουν στόν Ουρανό. Γι’ αυτό υπομονή, ελπίδα καί εμπιστοσύνη στό Θεό.

Αυτή η στάση ζωής μπροστά στίς θλίψεις δέν σημαίνει βέβαια μοιρολατρική αυτοπαράδοση στήν κάθε δοκιμασία πού επιφέρει η ζωή. Δέν σημαίνει περιφρόνηση τής ιατρικής επιστήμης καί τής αποδοχής τών φαρμάκων γιά τό πολύτιμο αγαθό τής υγείας. Τουναντίον, ο βιβλικός λόγος λέγει: «Τίμα ιατρόν πρός τάς χρείας αυτού καί γάρ αυτόν έκτισε Κύριος καί εκ γής έκτισε φάρμακα. Αυτός έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοίς θαυμασίοις αυτού» (Σοφ. Σειράχ, κεφ. λη’, στιχ. 1-6).

Γι’ αυτό καί οι θλίψεις δοκιμάζουν τήν πίστη μας, δοκιμάζουν, τό άν θυμόμαστε τόν Θεό ή τόν λησμονήσαμε. Είναι ένα δοκιμαστήριο «μνήμης τού Θεού», ο κάθε πόνος, η κάθε δοκιμασία, ο κάθε πειρασμός.

Καί ακόμη, μπροστά στόν θάνατο άς σκεφθούμε τά τόσο παρηγορητικά σημεία τής ζωής τής Εκκλησίας. Η Υπεραγία Θεοτόκος όταν έλαβε τήν ουράνια θεία πληροφορία ότι θά έφευγε απ’ αυτόν τόν κόσμο, η ιδία αξίως προετοιμάσθηκε γιά τήν κοίμησή της εκεί στό ευλαβέστατο οίκημά της στή Γεθσημανή. Αυτό δηλώνει καί ο υπέροχος ύμνος: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τώ χωρίω, κηδεύσατέ μου τό σώμα, καί σύ, Υιέ καί Θεέ μου, παράλαβέ μου τό πνεύμα».

Ο Απ. Παύλος, πού υπέφερε τόσα πολλά στή ζωή του καί στίς περιοδείες του γιά νά κηρύξει τό Ευαγγέλιο τού Χριστού γράφει: «Εάν τε ούν ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν τού Κυρίου εσμέν» (Ρωμ. 14,8). Δηλαδή υποτασσόμεθα στό θείο θέλημα καί εάν ζούμε καί εάν πεθαίνουμε, ανήκουμε στόν Κύριο. Αυτός είναι ο Αρχηγός τής Ζωής καί κυρίαρχος καί νικητής τού θανάτου.

Ο Ι. Χρυσόστομος στά μακρυνά Κόμανα, εξόριστος παραδίδει τήν ψυχή του στό Θεό μέ τά λόγια: «Δόξα τώ Θεώ πάντων ένεκεν».

Η μητέρα τού Αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, η αγία Νόννα ζούσε μέ μεγάλη θεοσέβεια καί έφυγε αφού είχε κηδεύσει τά δύο της παιδιά μέσα στό ναό ενώ ετελείτο η Θ. Λειτουργία καί εκείνη προσευχόταν.

Αλλά καί ο Άγιος Νεκτάριος όταν θά μετέβαινε στό Αρεταίειο Νοσοκομείο γιά νοσηλεία, προσευχήθηκε στήν Παναγία, ευλόγησε τά τέσσερα σημεία τού ορίζοντα κατεβαίνοντας από τήν Ι. Μονή Παναγίας τής Χρυσολεόντισσας στήν Αίγινα καί ειρηνικά, ταπεινά μέ εμπιστοσύνη στό Θεό εισήλθε στό Νοσοκομείο καί μέ τήν προσευχή στά χείλη του έφυγε η ψυχή του γιά τόν θρόνο τού Θεού εν ουρανώ.

*

Πότε θά μάς πάρει απ’ αυτή τήν ζωή, μόνον ο Θεός τό γνωρίζει. Όλοι έχουμε στήν τσέπη μας τό πιστοποιητικό τού θανάτου. Υπάρχει όμως σ’ αυτό μία παράλειψις. Δέν έχει ημερομηνία. Αυτή θά τήν γράψει ο Θεός.

Έτσι νά προσευχόμεθα νά έχουμε «χριστιανά τά τέλη τής ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα ειρηνικά καί καλή απολογία επί τού φοβερού βήματος τού Χριστού». Δηλαδή, τά τέλη τής ζωής μας, τίς τελευταίες ημέρες, ώρες καί στιγμές νά είναι όντως χριστιανικά χωρίς πόνους καί έργα πού φέρουν ντροπή, μέ ειρήνη μέσα μας καί νά έχουμε καλή απολογία μπροστά στό φοβερό θρόνο τού Χριστού όταν θά κριθούμε κατά τήν Δευτέρα Παρουσία καί τήν Τελική κρίση από τόν Δικαιοκρίτη Κύριο. Μ’ αυτή τήν προσευχή θά είμαστε πάντοτε έτοιμοι γιά τήν άλλη ζωή. Αυτό είναι επίτευγμα, νίκη, ευλογία. Νά φύγουμε απ’ αυτό τόν κόσμο ως πιστοί χριστιανοί, μέ τήν μετάνοια καί τήν θεία Μετάληψη.

Είμεθα άνθρωποι πρόσκαιροι καί θνητοί. Τό ύψιστον αγαθόν είναι ο Παράδεισος. Αυτόν νά κερδίσουμε. Σ’ αυτόν νά ζήσουμε. Μάταια η ζωή τούτη καί αυτή η γή. Έρχεται καί παρέρχεται ο «νύν αιών». Ο επουράνιος μένει στόν αιώνα. Είναι τά σκηνώματα τού Θεού, η ευλογημένη αιωνιότητα.

Έτσι, τήν αιώνια σωτηρία μας, τήν ζωή κοντά στό Θεό, τήν ζωή στόν Παράδεισο, αυτό νά σκεπτώμεθα, αυτό νά επιδιώκουμε, αυτό νά ζητάμε. Μιά ζωή μέ τούς αγγέλους καί τούς αγίους. Γι’ αυτό «Υπομείνωμεν έτι ολίγον γιά τήν ουράνιον βασιλείαν. Ο γάρ υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται».

Καί πάλιν, θά επαναλάβουμε τήν μεγάλη φράση πού βρίσκουμε στήν προσευχή «Πάτερ ημών». Η φράση: «Γεννηθήτω τό θέλημά Σου». Νά γίνει τό θέλημα τού Θεού, οτιδήποτε καί άν συμβεί. Πόση γαλήνη καί ειρήνη φέρνει στίς ψυχές μας! Πόση εμπιστοσύνη στό Θεό Πατέρα μας! Τό θέλημα τού Θεού στή ζωή μας.

Μή, λοιπόν, στενοχωρούμεθα, μή απογοητευόμεθα. Εδώ στή πρόσκαιρη τούτη ζωή είναι η δοκιμασία. Στήν άλλη ζωή, στόν Παράδεισο, η χαρά κοντά στόν Κύριο. Άλλωστε όπως λέει καί ο Ιερός Χρυσόστομος «εδώ είμαστε οδίτες, πολίτες είμαστε στήν Άνω Ιερουσαλήμ». Αξία, επομένως, έχει ν’ αξιωθούμε τής μεγάλης αυτής χαράς καί νά υμνούμε στό διηνεκές τό όνομα τού Θεού, όπως τό κάνουν οι άγιοι άγγελοι. Γι’ αυτό νά σκεπτόμεθα: Ό,τι θέλει ο Θεός. Καί νά ειρηνεύουμε.­