Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 13 Ιουνίου 2021 – Αγία Ακυλίνη

: ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ/ 1 – 13 – 1 Ταύτα ελάλησεν Ιησούς, καί επήρε τούς οφθαλμούς αυτού εις τόν ουρανόν καί είπε Πάτερ, ελήλυθεν η ώρα δόξασόν σου τόν υιόν, ίνα καί ο υιός σου δοξάση σέ, …

2 καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός, ίνα πάν ό δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον. 3 αύτη δέ εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσιν σέ τόν μόνον αληθινόν Θεόν καί όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν. 4 εγώ σε εδόξασα επί τής γής, τό έργον ετελειώσα ό δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω 5 καί νύν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρά σεαυτώ τή δόξη ή είχον πρό τού τόν κόσμον είναι παρά σοί.

6 Εφανέρωσά σου τό όνομα τοίς ανθρώποις ούς δέδωκάς μοι εκ τού κόσμου. σοί ήσαν καί εμοί αυτούς δέδωκας, καί τόν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νύν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκάς μοι παρά σού εισιν 8 ότι τά ρήματα ά έδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, καί αυτοί έλαβον καί έγνωσαν αληθώς ότι παρά σού εξήλθον, καί επίστευσαν ότι σύ με απέστειλας. 9 εγώ περί αυτών ερωτώ ου περί τού κόσμου ερωτώ αλλά περί ών δέδωκάς μοι, ότι σοί εισι, 10 καί τά εμά πάντα σά εστιν καί τά σά εμά, καί δεδόξασμαι εν αυτοίς.

11 καί ουκέτι ειμί εν τώ κόσμω, καί αυτοί εν τώ κόσμω εισί, καί εγώ πρός σέ έρχομαι. Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τώ ονόματί σου ούς δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς. 12 ότε ήμην μετ αυτών εν τώ κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τώ ονόματί σου ούς δέδωκάς μοι εφύλαξα, καί ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μή ο υιός τής απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή. 13 νύν δέ πρός σέ έρχομαι, καί ταύτα λαλώ εν τώ κόσμω ίνα έχωσι τήν χαράν τήν εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ/ 1 – 13

1 Αυτά ωμίλησεν ο Ιησούς πρός τούς μαθητάς του. Καί έπειτα εσήκωσε τά μάτια του εις τόν ουρανόν καί είπε Πάτερ, ήλθεν η ώρα, τήν οποίαν η σοφία σου ώρισε διά νά πάθω καί θυσιασθώ κατ αυτήν. Δέχθητι τήν θυσίαν τού παθήματός μου καί δόξασε τόν Υιόν σου καί κατά τήν ανθρωπίνην φύσιν αυτού, διά νά σέ δοξάση καί ο Υιός σου διά τής απολυτρώσεως καί τής σωτηρίας τών ανθρώπων, η οποία θά αχθή εις πέρας διά τής θυσίας του ταύτης καί τής μετ αυτής αιωνίας αρχιερατικής μεσιτείας του.

2 Δόξασε τόν Υιόν σου σύμφωνα μέ τήν εξουσίαν, πού τού έδωκες επί όλης τής ανθρωπότητος, διά νά δώση ως αιώνιος αρχιερεύς εις τά δεξιά σου καθήμενος εις όλον τό πλήθος εκείνο πού τού έδωκες, καί οι οποίοι επίστευσαν εις αυτόν, ζωήν αιώνιον. 3 Αυτή δέ είναι η αιώνιος ζωή, τό νά προάγωνται συνεχώς διά τής ζώσης επικοινωνίας μετά σού καί τής απολαύσεως τών απείρων τελειοτήτων σου εις τήν γνώσιν Σού τού μόνου αληθινού Θεού καί τού Ιησού Χριστού, τόν οποίον απέστειλας εις τόν κόσμον. 4 Εγώ εγνωστοποίησα τό όνομά σου εις τούς ανθρώπους καί υπήκουσα τελείως εις τό θέλημά σου, έτσι δέ σέ εδόξασα επί τής γής, καί διά τής θυσίας μου, τήν οποίαν θά προσφέρω μετ ολίγον επί τού σταυρού, έφερα εις τέλειον πέρας τό έργον, πού μού έδωκες διά νά επιτελέσω.

5 Καί τώρα, ότε η επί γής αποστολή μου ήλθεν εις πέρας, ανάδειξόν με διά τής αναστάσεως καί αναλήψεώς μου αιώνιον αρχιερέα καί δόξασέ με καί ως άνθρωπον σύ, Πάτερ, πλησίον σου, μέ τήν δόξαν τήν οποίαν είχον κοντά σου, προτού νά δημιουργηθή ο κόσμος. 6 Εφανέρωσα τό όνομά σου καί έκαμα γνωστάς τάς απείρους τελειότητάς σου εις τούς ανθρώπους, τούς οποίους απέσπασες από τούς κόλπους τού κόσμου καί τούς έδωκες εις εμέ. Η πρόθεσίς των ήτο αγαθή καί ως εκ τούτου ήσαν ιδικοί σου. Καί σύ έδωκες αυτούς εις εμέ, καί ετήρησαν τόν λόγον σου, τόν οποίον απεκάλυψα εις αυτούς.

7 Τώρα έμαθαν τελειότερον καί επείσθησαν, ότι η διδασκαλία μου καί τά έργα μου καί όλα εν γένει όσα μού έδωκες, προέρχονται από σέ. 8 Απόδειξις δέ τού ότι έλαβαν τήν πληροφορίαν καί γνώσιν αυτήν, είναι τό ότι παρέδωκα μέ τήν διδασκαλίαν μου εις αυτούς τούς λόγους, τούς οποίους μού έδωκες διά νά αποκαλύψω εις τούς ανθρώπους, καί αυτοί τούς παρέλαβον καί τούς απεδέχθησαν. Καί εσχημάτισαν εν αληθεία τήν πεποίθησιν, ότι εγεννήθην καί εβγήκα από τούς κόλπους σου καί επίστευσαν, ότι σύ μέ απέστειλας εις τόν κόσμον.

9 Εγώ, πού τόσον ειργάσθην διά νά τούς οδηγήσω εις τήν αληθή αυτήν γνώσιν καί πίστιν, σέ παρακαλώ ως μέγας αρχιερεύς καί μεσίτης δι αυτούς δέν σέ παρακαλώ τήν στιγμήν αυτήν διά τόν κόσμον τής απιστίας καί τής αμαρτίας, αλλά σέ παρακαλώ υπέρ εκείνων, τούς οποίους μού έδωκες, διότι μολονότι μού τούς έδωκες, δέν παύουν νά είναι ιδικοί σου. 10 Καί όλα όσα ανήκουν εις εμέ, ειναι ιδικά σου, καθώς καί τά ιδικά σου είναι ιδικά μου. Καί αυτοί λοιπόν ιδικοί σου ήσαν καί έγιναν ιδικοί μου, αλλά καί ως ιδικοί μου εξακολουθούν νά είναι ιδικοί σου. Καί έχω δοξασθή δι αυτών, διότι ανεγνώρισαν τήν θείαν μου φύσιν καί επίστευσαν εις εμέ.

11 Καί δέν θά είμαι πλέον όπως μέχρι τούδε εν τώ κόσμω διά τής σωματικής μου παρουσίας, διά νά τούς ενθαρρύνω καί ενισχύω δι αυτής. Αυτοί όμως θά είναι εν τώ κόσμω, διότι δέν επετέλεσαν ακόμη τήν αποστολήν των. Καί εγώ έρχομαι πρός σέ. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους διά τής πατρικής προστασίας καί δυνάμεώς σου, τήν οποίαν έδωκες καί εις εμέ, ώστε νά παραμείνουν ενωμένοι μετ εμού καί μεταξύ των καί νά είναι διά τής αγάπης καί τής ομοφροσύνης ένα ηθικόν σώμα, όπως είμεθα ένα ημείς, πού έχομεν τήν αυτήν ουσίαν καί φύσιν.

12 Όταν ήμουν μαζί τους εις τόν κόσμον, εγώ εφύλαττα αυτούς διά τής πατρικής καί ισχυράς προστασίας σου. Αυτούς πού μού έδωκες, τούς εφύλαξα καί κανείς από αυτούς δέν εχάθη παρά μόνον ο υιός τής απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος εχάθη διά νά πληρωθούν καί επαληθεύσουν αι προφητείαι τής Γραφής. 13 Τώρα όμως έρχομαι πρός σέ. Καί μέ φωνήν ακουομένην καί από αυτούς λέγω ταύτα, ενώ ευρίσκομαι ακόμη εις τόν κόσμον αυτόν, ώστε μέ τήν πεποίθησιν ότι σύ πλέον θά προστατεύης αυτούς νά έχουν καί αυτοί μέσα τους τελείαν τήν χαράν, πού αισθάνομαι τώρα καί εγώ, διότι επανέρχομαι πλησίον σου.