Μονή Ιβήρων

Loading...


– The Holy Monastery of Iviron


Η ί­δρυ­ση τής μο­νής Ι­βή­ρων σχε­τί­ζε­ται μέ τήν πα­ρου­σί­α στό με­λών τής με­γά­λης ι­βη­ρι­κής α­ρι­στο­κρα­τι­κής οι­κο­γέ­νει­ας των Τορ­νι­κί­ων αλ­λά καί μέ τίς πο­λύ­τι­μες υ­πη­ρε­σί­ες πού πρό­σφε­ραν στή Βυ­ζαν­τι­νή αυ­το­κρα­το­ρί­α.

Ο Ι­ω­άν­νης ο Ί­βηρ καί ο γι­ός του Ευ­θύ­μι­ος, συγ­γε­νείς τής οι­κο­γέ­νει­ας τών Τορ­νι­κί­ων, ε­πι­κε­φα­λής ο­μά­δας γε­ωρ­γι­α­νών μο­να­χών, μαρ­τυ­ρούν­ται στόν Ά­θω με­τά τό 963, στή μο­νή τής Λαύ­ρας, ό­που γί­νον­ται μα­θη­τές τού α­γί­ου Α­θα­να­σί­ου τού Α­θω­νί­τη. Λίγα χρό­νι­α αρ­γό­τε­ρα θά τούς συ­ναν­τή­σει ε­κεί ο πα­τρί­κι­ος Τορ­νί­κι­ος, πού εί­χε εν τώ με­τα­ξύ κα­ρεί μο­να­χός μέ τό ό­νο­μα Ι­ω­άν­νης καί δι­α­τη­ρού­σε στε­νούς δε­σμούς μέ τούς αυ­το­κρα­το­ρι­κούς κύ­κλους τής Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ι­δι­αί­τε­ρα μέ τόν αυ­το­κρά­το­ρα Βα­σί­λει­ο Β τόν Μα­κε­δό­να. Ό­ταν ο στρα­τη­γός τής Α­να­το­λής Βάρ­δας Σκλη­ρός ε­πα­να­στά­τη­σε ε­ναν­τί­ον τού Βα­σι­λεί­ου, ο Τορ­νί­κι­ος κλή­θη­κε α­πό τόν αυ­το­κρά­το­ρα νά α­πεκ­δυ­θεί τόν μο­να­χι­κό τρί­βω­να καί νά με­τα­βή στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη γι­ά νά βο­η­θή­σει στήν αν­τι­με­τώ­πι­ση τής ε­πι­κίν­δυ­νης γι­ά τή δυ­να­στεί­α κα­τά­στα­σης.

Η ου­σι­α­στι­κή συμ­βο­λή του στήν ήτ­τα τού στα­σι­α­στή (979) αν­τα­με­ί­φθη­κε μέ πλου­σι­ο­πά­ρο­χες α­μοι­βές αλ­λά καί μέ τήν α­πο­δο­χή εκ μέ­ρους τού αυ­το­κρά­το­ρα τών σχε­δί­ων του νά οι­κο­δο­μή­σει μο­να­στή­ρι στό Ά­γι­ον Ό­ρος.

Η μο­νή τών Ι­βή­ρων ι­δρύ­θη­κε τό 979/980, α­μέ­σως με­τά τήν ε­πι­στρο­φή τού Τορ­νι­κί­ου (μο­να­χού Ι­ω­άν­νη), ο ο­ποί­ος έ­λα­βε τόν τί­τλο τού συγ­κέλ­λου. Η γε­ωρ­γι­α­νή α­δελ­φό­τη­τα, εγ­κα­τα­λεί­πον­τας τά κελ­λι­ά πού τούς εί­χε πα­ρα­χω­ρή­σει ο ά­γι­ος Α­θα­νά­σι­ος κον­τά στή Λαύ­ρα, εγ­κα­τα­στά­θη­κε στή μο­νή «τήν λε­γο­μέ­νην τού Κλή­μεν­τος» πού ή­ταν α­φι­ε­ρω­μέ­νη στόν Τί­μι­ο Πρό­δρο­μο. Η α­να­γνώ­ρι­ση τής πε­ρί­ο­πτης θέ­σης καί η τα­χύ­τα­τη α­νά­πτυ­ξη τού νέ­ου μο­να­στι­κού ι­δρύ­μα­τος ο­φεί­λε­ται στό συν­δυ­α­σμό τών ε­ξαι­ρε­τι­κών ι­κα­νο­τή­των τής μι­κρής α­ρι­στο­κρα­τι­κής ο­μά­δος: ο α­σκη­τι­κός Ι­ω­άν­νης ο Ί­βηρ υ­πήρ­ξε καί πνευ­μα­τι­κός η­γέ­της, ο Ευ­θύ­μι­ος κα­τέ­θε­σε τή βα­θι­ά ελ­λη­νι­κή παι­δεί­α καί φι­λο­λο­γι­κή κα­τάρ­τι­ση καί ο μο­να­χός Ι­ω­άν­νης (Τορ­νί­κι­ος) τίς ορ­γα­νω­τι­κές δε­ξι­ό­τη­τες αλ­λά καί τόν υ­λι­κό πλού­το πού κέρ­δι­σε στά πε­δί­α τών μα­χών. Οι πνευ­μα­τι­κοί δε­σμοί μέ τή Λαύ­ρα πα­ρέ­μει­ναν στε­νοί ο ά­γι­ος Α­θα­νά­σι­ος ό­ρι­σε τόν Ι­ω­άν­νη Ί­βη­ρα, μέ δι­ά­δο­χο τόν Ευ­θύ­μι­ο, ε­πί­τρο­πο τής μο­νής του, καί στό Τυ­πι­κό, πού συν­τά­χθη­κε α­πό τούς κτί­το­ρες κα­τ α­πο­μί­μη­ση ε­κεί­νου τής Λαύ­ρας, κα­θι­ε­ρώ­θη­κε τό μνη­μό­συ­νο τού α­γί­ου Α­θα­να­σί­ου.

Οι κτί­το­ρες, α­φού ε­πι­σκεύ­α­σαν τά υ­πάρ­χον­τα κτί­ρι­α, άρ­χι­σαν τήν ε­κτέ­λε­ση με­γά­λων έρ­γων με­τα­ξύ τών ο­ποί­ων καί τήν οι­κο­δό­μη­ση τού κα­θο­λι­κού πού α­φι­έ­ρω­σαν στή Θε­ο­τό­κο. Α­πό τά κύ­ρι­α με­λή­μα­τα τού πρώ­του η­γου­μέ­νου Ι­ω­άν­νου τού Ί­βη­ρος (980-1005) υ­πήρ­ξε η ορ­γά­νω­ση βι­βλι­ο­θή­κης καί βι­βλι­ο­γρα­φι­κού ερ­γα­στη­ρί­ου, ό­που αν­τι­γρά­φον­ταν χει­ρό­γρα­φα-με­τα­φρά­σεις έρ­γων τής ελ­λη­νι­κής εκ­κλη­σι­α­στι­κής γραμ­μα­τε­ί­ας πού εκ­πο­νού­σε συ­στη­μα­τι­κά ο Ευ­θύ­μι­ος α­πό τήν ελ­λη­νι­κή στή γε­ωρ­γι­α­νή γλώσ­σα. Τό με­τα­φρα­στι­κό έρ­γο, πού συ­νέ­χι­σε ο Ευ­θύ­μι­ος καί ως η­γο­ύ­με­νος (1005-1019), α­νέ­δει­ξε τή Μο­νή σέ κέν­τρο με­τα­λαμ­πά­δευ­σης τής ελ­λη­νι­κής χρι­στι­α­νι­κής παι­δε­ί­ας στή Γε­ωρ­γί­α.

Η πε­ρί­ο­δος τής η­γου­με­νί­ας τού Γε­ωρ­γί­ου τού Α­γι­ο­ρεί­του (1042-1056) υ­πήρ­ξε ε­ξαι­ρε­τι­κά δη­μι­ουρ­γι­κή. Μέ συ­χνά τα­ξί­δι­α στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ο Γε­ώρ­γι­ος ε­ξα­σφά­λι­σε α­πό τόν αυ­το­κρά­το­ρα Κων­σταν­τί­νο τόν Μο­νο­μά­χο πα­ρο­χές καί προ­νό­μι­α, κα­θι­έ­ρω­σε τήν τι­μή τών κτι­τό­ρων ως α­γί­ων καί α­να­ζω­ο­γό­νη­σε τή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τού βι­βλι­ο­γρα­φι­κού ερ­γα­στη­ρί­ου καί τού με­τα­φρα­στι­κού έρ­γου πού εί­χε αρ­χί­σει ο Ευ­θύ­μι­ος. Μέ­σα στόν Ά­θω η Μο­νή κα­τέ­χει στα­θε­ρά πε­ρί­ο­πτη θέ­ση στήν α­θω­νι­κή ι­ε­ραρ­χί­α: στό Τυ­πι­κό τού Μο­νο­μά­χου (1045) ο η­γού­με­νος τών Ι­βή­ρων έ­χει τό προ­νό­μι­ο νά συ­νο­δεύ­ε­ται στίς κοι­νές συ­νά­ξεις τών Α­γι­ο­ρει­τών α­πό τέσ­σε­ρις υ­πη­ρέ­τες καί ως τό 1366, πλήν ε­λα­χί­στων ε­ξαι­ρέ­σε­ων, κα­τέ­χει τή δεύ­τε­ρη θέ­ση στήν ι­ε­ραρ­χί­α τών η­γου­μέ­νων, με­τά τόν η­γού­με­νο τής Λαύ­ρας.

ΧΑΡΤΗΣ : ΠΩΣ ΘΑ ΠΑΤΕ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ

Η αί­γλη τής Μο­νής εί­ναι ά­με­σα συν­δε­δε­μέ­νη καί μέ τήν πα­ρου­σί­α τής ε­φέ­στι­ας θαυ­μα­τουρ­γής ει­κό­νας τής Θε­ο­τό­κου Πορ­τα­ί­τισ­σας, τό πα­ρεκ­κλή­σι­ο τής ο­πο­ί­ας κτί­σθη­κε πι­θα­νόν με­τά τά μέ­σα τού 11ου αι­ώ­να κον­τά στήν κεν­τρι­κή πύ­λη τού συγ­κρο­τή­μα­τος. Λίγο αρ­γό­τε­ρα καί η ί­δι­α η μο­νή τών Ι­βή­ρων θά ο­νο­μα­τί­ζε­ται πολ­λές φο­ρές στίς πη­γές ως η μο­νή τής Θε­ο­τό­κου Πορ­τα­ΐ­τισ­σας.

Τόν 11ο αι­ώ­να η μο­νή Ι­βή­ρων εί­ναι ή­δη έ­να μο­να­στή­ρι μέ 300 μο­να­χο­ύς. Στούς πο­λυ­ά­ριθ­μους Ί­βη­ρες πού τήν ε­πάν­δρω­σαν α­πό τήν ί­δρυ­σή της, ή­δη α­πό τά τέ­λη τού 10ου αι­ώ­να, προ­στέ­θη­καν καί πολ­λοί Έλ­λη­νες ώ­στε πρίν α­πό τά μέ­σα τού 11ου αι­ώ­να νά υ­φί­σταν­ται δύ­ο μο­να­στι­κές ο­μά­δες, πού α­κο­λου­θούν ξε­χω­ρι­στό λει­τουρ­γι­κό Τυ­πι­κό καί τε­λούν τίς α­κο­λου­θί­ες σέ δι­α­φο­ρε­τι­κές εκ­κλη­σί­ες, στό κα­θο­λι­κό τής Θε­ο­τό­κου οι Γε­ωρ­γι­α­νοί καί στό να­ό τού Προ­δρό­μου, δη­λα­δή στό πα­λαι­ό κα­θο­λι­κό τού Κλή­μεν­τος, οι Έλ­λη­νες. Οι τε­λευ­ταί­οι, α­πό τόν 12ο αι­ώ­να, πρέ­πει νά α­πο­τε­λούν τήν πλει­ο­νό­τη­τα στό μο­να­στή­ρι, καί μο­λο­νό­τι οι η­γού­με­νοι συ­νε­χί­ζουν νά εί­ναι Ί­βη­ρες, η δι­α­νο­μή τών δι­οι­κη­τι­κών αρ­μο­δι­ο­τή­των με­τα­ξύ τών δύ­ο ο­μά­δων εί­ναι εν­δει­κτι­κή.

Στόν 12ο αι­ώ­να, ξε­χω­ρι­στή θέ­ση κα­τέ­χει η πε­ρί­ο­δος τής η­γου­με­νί­ας τού Παύ­λου (1170-1183/84). Με­γά­λα έρ­γα ε­κτε­λούν­ται στό κτι­ρι­α­κό συγ­κρό­τη­μα τήν ε­πο­χή αυ­τή: μαρ­τυ­ρεί­ται ε­πέμ­βα­ση στό να­ό τής Πορ­τα­ΐ­τισ­σας, ε­πι­σκευ­ά­ζε­ται καί δι­α­κο­σμεί­ται τό κα­θο­λι­κό τής Θε­ο­τό­κου, ε­νι­σχι­σχύ­ε­ται η ο­χύ­ρω­ση τής Μο­νής, κτί­ζε­ται νο­σο­κο­μεί­ο, ε­κτε­λούν­ται με­γά­λα έρ­γα ύ­δρευ­σης, ε­πι­σκευ­ά­ζον­ται κα­τε­στραμ­μέ­νες πτέ­ρυ­γες κελ­λί­ων καί ι­δι­αί­τε­ρη φρον­τί­δα ε­πι­δει­κνύ­ε­ται γι­ά τά με­τό­χι­α.

Στό πρώ­το μι­σό τού 14ου αι­ώ­να, ό­πως άλ­λω­στε συμ­βαί­νει καί μέ τά πε­ρισ­σό­τε­ρα α­θω­νι­κά μο­να­στή­ρι­α, η Μο­νή φαί­νε­ται νά δι­έρ­χε­ται πε­ρί­ο­δο με­γά­λης α­κμής. Ε­πι­κυ­ρώ­σεις τής κα­το­χής τής α­κί­νη­της πε­ρι­ου­σί­ας καί πα­ρα­χω­ρή­σεις προ­νο­μί­ων καί φο­ρο­α­παλ­λα­γών α­πό βυ­ζαν­τι­νούς αυ­το­κρά­το­ρες, ό­πως ο Αν­δρό­νι­κος Β΄, ο Ι­ω­άν­νης Καν­τα­κου­ζη­νός, ο Ι­ω­άν­νης Ε΄, υ­πο­δει­κνύ­ουν τήν ι­δι­αί­τε­ρα θε­τι­κή πο­λι­τι­κή τής δυ­να­στεί­ας τών Πα­λαι­ο­λό­γων γι­ά τό Ά­γι­ον Ό­ρος.

Στόν πνευ­μα­τι­κό το­μέ­α, η συμ­με­το­χή τών Ι­βη­ρι­τών στό Η­συ­χα­στι­κό κί­νη­μα, πού ε­πέ­δρα­σε κα­τα­λυ­τι­κά στήν α­να­μόρ­φω­ση τού μο­να­στι­κού βί­ου, υ­πήρ­ξε δρα­στή­ρι­α καί σχε­τί­ζε­ται μέ τήν πα­ρα­μο­νή με­γά­λων η­συ­χα­στι­κών μορ­φών στήν ευ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χή δι­και­ο­δο­σί­ας τής Μο­νής. Ο ά­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ο Συ­να­ΐ­της καί ο μα­θη­τής του Κάλ­λι­στος, με­τέ­πει­τα πα­τρι­άρ­χης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, εγ­κα­τα­βί­ω­σαν γι­ά με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα στή σκή­τη τού Μα­γου­λά. Ο τε­λευ­ταί­ος, με­τά α­πό μα­κρά πα­ρα­μο­νή στή σκή­τη, εν­τά­χθη­κε τε­λι­κά στήν α­δελ­φό­τη­τα τών Ι­βη­ρι­τών ως τήν α­νάρ­ρη­σή του στόν πα­τρι­αρ­χι­κό θρό­νο.

Στά μέ­σα τού 14ου αι­ώ­να έ­λα­βε καί τυ­πι­κά τέ­λος η πα­ρου­σί­α γε­ωρ­γι­α­νών μο­να­χών στήν η­γε­σί­α τής Μο­νής, καί η πο­δη­γέ­τη­ση τής πλει­ο­ψη­φί­ας τών ελ­λή­νων μο­να­χών α­πό μι­ί­α συ­νε­χώς ε­λατ­τού­με­νη μει­ο­ψη­φί­α. Ή­δη α­πό τόν 13ο αι­ώ­να η ά­φι­ξη γε­ωρ­γι­α­νών μο­να­χών μει­ώ­νε­ται ση­μαν­τι­κά, καί οι σχέ­σεις μέ τήν Ι­βη­ρί­α α­ραι­ώ­νουν, ε­νώ α­κό­μη πα­λαι­ό­τε­ρα, στόν 12ο αι­ώ­να, φαί­νε­ται νά φθί­νει η δρα­στη­ρι­ό­τη­τα με­τά­φρα­σης έρ­γων τής εκ­κλη­σι­α­στι­κής γραμ­μα­τεί­ας α­πό τήν ελ­λη­νι­κή στή γε­ωρ­γι­α­νή γλώσ­σα. Μέ πα­τρι­αρ­χι­κό σι­γίλ­λι­ο τού πα­τρι­άρ­χη Καλ­λί­στου Α, τού 1355-56, ο­ρί­ζε­ται ό­τι ο η­γού­με­νος καί ο εκ­κλη­σι­άρ­χης πρέ­πει νά ε­κλέ­γον­ται με­τα­ξύ τών ελ­λή­νων μο­να­χών τής Μο­νής. Συγ­χρό­νως, οι Γε­ωρ­γι­α­νοί α­πώ­λε­σαν τό δι­καί­ω­μα νά λει­τουρ­γούν στό κα­θο­λι­κό τής Θε­ο­τό­κου καί, στό ε­ξής, τε­λούν τίς α­κο­λου­θί­ες σέ μι­κρό­τε­ρο να­ό, πι­θα­νόν στό να­ό τού Προ­δρό­μου.

Με­τά τήν ο­θω­μα­νι­κή κα­τά­κτη­ση, καί ι­δι­αί­τε­ρα στίς τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες τού 15ου αι­ώ­να, η Μο­νή φαί­νε­ται νά δι­έρ­χε­ται σο­βα­ρή οι­κο­νο­μι­κή καί δη­μο­γρα­φι­κή κρί­ση. Η κτη­μα­τι­κή πε­ρι­ου­σί­α, μο­λο­νό­τι δέν γνω­ρί­ζου­με τό μέ­γε­θος τών α­πω­λει­ών, συρ­ρι­κνώ­νε­ται, οι φθο­ρές στό κτι­ρι­α­κό συγ­κρό­τη­μα εί­ναι με­γά­λες καί ο α­ριθ­μός τών μο­να­χών μει­ώ­νε­ται δρα­μα­τι­κά. Ο Η­σα­ΐ­ας Χι­λαν­δα­ρι­νός στό Ο­δοι­πο­ρι­κό τού 1489 μνη­μο­νεύ­ει μό­νο 50 μο­να­χούς (σέ αν­τί­θε­ση μέ τά άλ­λα δύ­ο με­γά­λα μο­να­στή­ρι­α, Λαύ­ρας καί Βα­το­πε­δί­ου, πού δι­α­τη­ρούν 300 καί 330 μο­να­χούς αν­τί­στοι­χα). Συγ­χρό­νως, ό­πως συμ­βαί­νει μέ ό­λες σχε­δόν τίς μο­νές, οι θε­σμοί χα­λα­ρώ­νουν καί η ι­δι­ορ­ρυθ­μί­α κα­θι­ε­ρώ­νε­ται στα­δι­α­κά ως ε­σω­τε­ρι­κό κα­θε­στώς ορ­γά­νω­σης τού μο­να­στι­κού βί­ου. Στή δύ­σκο­λη αυ­τή συγ­κυ­ρί­α οι Ι­βη­ρί­τες στρέ­φον­ται πρός τούς η­γε­μό­νες τής Γε­ωρ­γί­ας. Τά τα­ξί­δι­α τών μο­να­χών στήν Ι­βη­ρί­α έ­χουν ως α­πο­τέ­λε­σμα τή γεν­ναί­α οι­κο­νο­μι­κή α­ρω­γή πρός τή Μο­νή. Τά τεί­χη ε­πι­σκευ­ά­ζον­ται, κτί­ζε­ται πύρ­γος καί ε­ξο­πλί­ζε­ται μέ κα­νό­νι, οι­κο­δο­μεί­ται νο­σο­κο­μεί­ο, ε­πι­σκευ­ά­ζε­ται τό κα­θο­λι­κό καί η ει­κό­να τής Πορ­τα­ΐ­τισ­σας ε­πεν­δύ­ε­ται μέ βα­ρύ­τι­μο κά­λυμ­μα.

Η α­νά­καμ­ψη, α­πό τίς πρώ­τες δε­κα­ε­τί­ες τού 16ου αι­ώ­να, εί­ναι τα­χύ­τα­τη καί αν­τα­να­κλά­ται στήν αύ­ξη­ση τού α­ριθ­μού τών μο­να­χών. Ο­θω­μα­νι­κή α­πο­γρα­φή τού 1520 α­νε­βά­ζει τόν α­ριθ­μό τών μο­να­χών σέ 151, α­ριθ­μό τρι­πλά­σι­ο σέ σχέ­ση μέ ε­κεί­νον τού 1489. Στό ε­ξής η α­δελ­φό­τη­τα τών Ι­βή­ρων θά αυ­ξά­νε­ται συ­νε­χώς καί ως τόν 19ο αι­ώ­να θά συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στίς τρείς πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες τού Α­γί­ου Ό­ρους. Τό 1560 μνη­μο­νεύ­ον­ται 250 μο­να­χοί καί τό 1583 193. Τόν 17ο καί 18ο αι­ώ­να θά υ­περ­βούν τούς 300 (1648: 365, 1677: 400, 1761: 337). Μο­λο­νό­τι η α­πό­λυ­τη α­κρί­βει­α τών α­ριθ­μών μπο­ρεί νά τε­θεί υ­πό αμ­βι­σβή­τη­ση, η τά­ξη τών με­γε­θών πρέ­πει νά α­πει­κο­νί­ζει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στήν οι­κο­νο­μι­κή α­νόρ­θω­ση με­γά­λως συ­νέ­βα­λαν οι η­γε­μό­νες τής Μολ­δο­βλα­χί­ας, μέ τήν α­φι­έ­ρω­ση με­γά­λων μο­νών-με­το­χί­ων στή Ρου­μα­νί­α, αλ­λά καί η α­ξι­ο­ποί­η­ση τών με­το­χί­ων στή Μα­κε­δο­νί­α.

Η πι­ό ση­μαν­τι­κή ό­μως πτυ­χή τής ι­στο­ρί­ας τής Μο­νής στά με­τα­βυ­ζαν­τι­νά χρό­νι­α εί­ναι η α­νά­δει­ξή της σέ μεί­ζον πνευ­μα­τι­κό κέν­τρο τού Ελ­λη­νι­σμού τής Ορ­θό­δο­ξης Α­να­το­λής. Α­πό τίς αρ­χές τού 16ου αι­ώ­να, πολ­λοί γνω­στοί λό­γι­οι εν­τάσ­σον­ται στή Ι­βη­ρι­τι­κή α­δελ­φό­τη­τα, αν­τι­γρά­φουν χει­ρό­γρα­φα, συγ­γρά­φουν έρ­γα καί εμ­πλου­τί­ζουν τή βι­βλι­ο­θή­κη της μέ τά προ­σω­πι­κά τους βι­βλί­α. Α­πό τό 1511 καί ως τό 1523 ερ­γά­ζε­ται στό μο­να­στή­ρι ο ι­ε­ρο­μό­να­χος Θε­ο­δό­σι­ος, γνω­στός ως ό­σι­ος Θε­ό­φι­λος ο Μυ­ρο­βλύ­της, ο­νο­μα­στός καλ­λι­γρά­φος. Πα­ρα­κι­νού­με­νος α­πό τόν άλ­λως ά­γνω­στο, αλ­λά ση­μαν­τι­κή μορ­φή τής ε­πο­χής, η­γού­με­νο Δι­ο­νύ­σι­ο, θά α­φή­σει στή Μο­νή πλή­θος χει­ρο­γρά­φων αν­τι­γραμ­μέ­νων μέ τό χέ­ρι του. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, πρίν α­πό τό 1535 καί γι­ά αρ­κε­τά χρό­νι­α, η Μο­νή θά φι­λο­ξε­νή­σει τόν γνω­στό Ζα­κύν­θι­ο λό­γι­ο τού 16ου αι­ώ­να Πα­χώ­μι­ο Ρου­σά­νο καί πρίν α­πό τό 1540 θά δε­χθεί ως α­δελ­φό τόν Θε­ο­φά­νη Ε­λε­α­βούλ­κο, με­γά­λο ρή­το­ρα τού πα­τρι­αρ­χεί­ου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ο ο­ποί­ος καί θά α­φή­σει στή Μο­νή τά βι­βλί­α του. Στό δεύ­τε­ρο μι­σό τού αι­ώ­να θά εγ­κα­τα­βι­ώ­σει ο λό­γι­ος καί δι­δά­σκα­λος στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη Συ­με­ών Καβά­σι­λας ε­νώ, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, η Μο­νή θά α­πο­κτή­σει τήν πο­λύ­τι­μη συλ­λο­γή χει­ρο­γρά­φων καί εν­τύ­πων τού ε­πι­σκό­που Κυ­θή­ρων Μα­ξί­μου Μαρ­γου­νί­ου.

Η πνευ­μα­τι­κή εμ­βέ­λει­α τής Μο­νής αλ­λά καί η φή­μη τής Πορ­τα­ΐ­τισ­σας ξε­πέ­ρα­σε τά ό­ρι­α τής Βαλ­κα­νι­κής. Άν­τί­γρα­φο τής ει­κό­νας, φι­λο­τε­χνη­μέ­νο τό 1648, κα­τό­πιν πα­ρα­κλή­σε­ως τού με­τέ­πει­τα πα­τρι­άρ­χη Μό­σχας Νί­κω­νος, γί­νε­ται με­γά­λο προ­σκύ­νη­μα τού βα­σι­λεί­ου τής Μο­σχο­βί­ας. Α­πό τό 1653 στε­γά­σθη­κε στό μο­να­στή­ρι τού Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου στό κέν­τρο τής Μό­σχας, τό ο­ποί­ο πα­ρα­χω­ρή­θη­κε ως με­τό­χι στή Μο­νή. Η πα­ρα­χώ­ρη­ση πρέ­πει νά θε­ω­ρη­θεί έν­δει­ξη ι­δι­αί­τε­ρης εύ­νοι­ας, ε­φό­σον, μέ ε­ξαί­ρε­ση τήν α­φι­έ­ρω­ση ε­νός με­το­χί­ου-ξε­νώ­να ήσ­σο­νος ση­μα­σί­ας στή μο­νή Χι­λαν­δα­ρί­ου α­πό τόν τσά­ρο Ι­βάν Δ΄ (τόν Τρο­με­ρό), ο Ά­γι­ος Νι­κό­λα­ος εί­ναι τό μο­να­δι­κό με­τό­χι πού πα­ρα­χω­ρή­θη­κε α­πό τίς ρω­σι­κές αρ­χές σέ α­θω­νι­κή μο­νή έ­ως καί τόν 18ο αι­ώ­να. Η εύ­νοι­α αυ­τή συμ­πί­πτει μέ τήν πα­ρου­σί­α τού δι­ά­ση­μου έλ­λη­να λο­γί­ου Δι­ο­νυ­σί­ου Ι­βη­ρί­του στήν πό­λη, μέ τήν α­πο­στο­λή τού Αρ­σε­νί­ου Σου­χά­νωφ στό Ά­γι­ον Ό­ρος πρός συλ­λο­γή χει­ρο­γρά­φων (μό­νο α­πό τή μο­νή Ι­βή­ρων με­τέ­φε­ρε στή Μό­σχα 158 πο­λύ­τι­μα χει­ρό­γρα­φα) καί μέ τήν ε­νερ­γό α­νά­μει­ξη τών Ελ­λή­νων στά δρώ­με­να τής θρη­σκευ­τι­κής καί πο­λι­τι­σμι­κής ζω­ής τής Ρω­σί­ας. Τό με­τό­χι, τού ο­ποί­ου οι ε­πί­ση­μοι τί­τλοι ι­δι­ο­κτη­σί­ας εκ­δό­θη­καν τό 1669 α­πό τόν τσά­ρο Α­λέ­ξι­ο Μι­χα­ή­λο­βιτς, ε­ξε­λίσ­σε­ται σέ τό­πο δι­α­μο­νής ό­λων τών πα­ρε­πι­δη­μούν­των στή Μό­σχα ελ­λή­νων κλη­ρι­κών καί σέ χώ­ρο ό­που συν­τε­λούν­ται οι ζυ­μώ­σεις τής πνευ­μα­τι­κής ζω­ής τής ρω­σι­κής πρω­τεύ­ου­σας.

Η πα­ρά­δο­ση α­φι­έ­ρω­σης βι­βλι­ο­θη­κών καί πα­ρα­μο­νής λο­γί­ων θά συ­νε­χι­σθεί καί στόν 17ο αι­ώ­να. Τό 1678, ο πα­τρι­άρ­χης Δι­ο­νύ­σι­ος Δ΄ Μου­σε­λί­μης δω­ρί­ζει τήν ογ­κώ­δη βι­βλι­ο­θή­κη του, στήν ο­ποί­α τό 1722 θά προ­στε­θούν τά βι­βλί­α τού Νε­ο­φύ­του Μαυ­ρομ­μά­τη, πρώ­ην μη­τρο­πο­λί­τη Άρ­τας. Ο τε­λευ­ταί­ος συ­νό­δευ­σε τήν α­φι­έ­ρω­ση μέ τήν οι­κο­δό­μη­ση πα­ρεκ­κλη­σί­ου, προ­σαρ­τη­μέ­νου στό κα­θο­λι­κό, α­φι­ε­ρω­μέ­νου στόν ά­γι­ο Νε­ό­φυ­το καί βι­βλι­ο­θή­κης, ό­που τέ­θη­καν τά βι­βλί­α. Τήν ί­δι­α πε­ρί­ο­δο α­κμά­ζει στή Μο­νή ο δι­α­κρι­θείς γι­ά τήν ο­σι­ό­τη­τα τού βί­ου Ι­ε­ρό­θε­ος ο Πε­λο­πον­νή­σι­ος, βα­θύς γνώ­στης τής φι­λο­σο­φί­ας, τής ελ­λη­νι­κής καί λα­τι­νι­κής φι­λο­λο­γί­ας καί δά­σκα­λος στή σχο­λή τής Σκο­πέ­λου, καί λί­γο αρ­γό­τε­ρα ο μα­θη­τής του Με­λέ­τι­ος, γνω­στός γι­ά τή σχέ­ση του μέ τόν Ευ­γέ­νι­ο Βούλ­γα­ρη καί τήν Α­θω­νι­ά­δα Σχο­λή. Στά τέ­λη τού 18ου αι­ώ­να ο Χρι­στό­φο­ρος Προ­δρο­μί­της α­πό τήν Άρτα, μα­θη­τής τού Ευ­γε­νί­ου Βουλ­γά­ρε­ως, πα­ρα­μέ­νει στή σκή­τη τού Προ­δρό­μου, ση­μαν­τι­κό ε­ξάρ­τη­μα τής Μο­νής πού βρί­σκε­ται σέ πλή­ρη α­κμή ή­δη α­πό τό πρώ­το μι­σό τού 18ου αι­ώ­να καί συγ­γρά­φει με­γά­λο α­ριθ­μό κυ­ρί­ως υ­μνο­λο­γι­κών έρ­γων. Στά ό­ρι­α τής Μο­νής εγ­κα­τα­βι­ώ­νει, ε­πί­σης, κα­τά τό δι­ά­στη­μα τής α­πο­μά­κρυν­σής του α­πό τόν πα­τρι­αρ­χι­κό θρό­νο, ο Γρη­γό­ρι­ος Ε΄.

Η συμ­με­το­χή τής Μο­νής στήν Ε­πα­νά­στα­ση κα­τά τών Ο­θω­μα­νών τό 1821 συν­δέ­ε­ται μέ τή δρα­στή­ρι­α μορ­φή τού Ι­βη­ρί­τη Νι­κη­φό­ρου χαρ­το­φύ­λα­κος, πού συν­δέ-

θη­κε μέ τούς κύ­κλους τής Φι­λι­κής Ε­ται­ρεί­ας, ι­δι­αί­τε­ρα μέ τόν Εμ­μα­νου­ήλ Πα­πά, καί δι­ο­ρί­σθη­κε, κα­τά τή δι­άρ­κει­α τών πο­λε­μι­κών γε­γο­νό­των, «δι­οι­κη­τής καί κρι­τής τού Α­γί­ου Ό­ρους». Οι αλ­λε­πάλ­λη­λες δη­μεύ­σεις τών μο­να­στη­ρι­α­κών κτη­μά­των, α­πό τή ρου­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση τό 1863 καί α­πό τή ρω­σι­κή στή δε­κα­ε­τί­α τού 1880 καί οι α­παλ­λο­τρι­ώ­σεις στόν ελ­λα­δι­κό χώ­ρο κα­τά τόν 20ό αι­ώ­να ο­δή­γη­σαν στα­δι­α­κά τή Μο­νή σέ οι­κο­νο­μι­κό μα­ρα­σμό, πα­ρέ­μει­νε ό­μως κέν­τρο μο­να­στι­κής λο­γι­ο­σύ­νης.

Κρί­των Χρυ­σο­χο­ΐ­δης -imiviron.gr

The monastery was founded in 980 by the Iberian noble and distinguished general John Thornic, who essentially enlarged and renamed the old monastery of Clementos granted to him by the emperor Basil II. Of this earlier monastery’ only part of the katholikon seems to have survived, incorporated into die chapel of the Forerunner behind the present katholikon.

The katholikon. dedicated to the Dormition of the Virgin and built between 980 and 983, contains the tombs of the founders and seems to be the oldest surviving katholikon among the mountain’s twenty ruling monasteries. The wonderful marble pavement is of the 11th century, and the church’s watt-paintings belong to various phases from the 16th to the 19th centuries. The chapel of the Portaitissa, or Virgin of the Gate, houses the icon of the same name, one of the most revered on Mount Athos. In the chapel’s narthex are murals of the ancient Greek philosophers (1683). The votive offerings kept in the treasury are worth a visit. Iviron has jurisdiction over the Skete of Prodromou. also known as the Iviritic skete.

Σύντομο ιστορικό τής ιεράς εικόνος τής Πορταϊτίσσης

Η ιερά καί θαυματουργός εικόνα τής είναι η παλαιοτέρα καί η περισσότερο τιμωμένη από όλους τούς μοναχούς καί τούς προσκυνητές τού Αγίου Ορους.
Η Θεομητορική καί κατανύσσουσα τίς ψυχές μορφή Της έλκει όλες τίς γενεές τών πιστών, πού ευλαβούνται τήν χάρι Της, εμπιστεύονται σ’ Αυτήν τήν ζωή τους καί δέχονται τήν ευλογία Της.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΟΡΤΑΙΤΙΣΣΑ : ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΕΙ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ

Η αρχή τής ιστορίας τής Πορταϊτίσσης χάνεται στά βάθη τών ταραγμένων καιρών τής εικονομαχίας. Τότε μία ευσεβής χήρα γυναίκα στήν περιοχή τής Νίκαιας τής Βιθυνίας, γιά νά σώση τήν εικόνα τής Θεοτόκου από τή μανία τών εικονομάχων, τήν εναπέθεσε στή θάλασσα. ‘Εκείνη δέ, αφού στάθηκε όρθια, άρχισε νά κατευθύνεται πρός τό Αγιον Ορος. Μετά από χρόνια πολλά παρουσιάστηκε ανοιχτά στή θάλασσα τής Μονής ‘Ιβήρων ως εξαστράπτουσα μορφή εντοπιζομένη από μιά ουρανομήκη στήλη φωτός. Οταν έκπληκτοι οι μοναχοί προσπάθησαν νά τήν πλησιάσουν, αυτή απομακρυνόταν. Καί μόνο ο όσιος Γαβριήλ, μέ εντολή τής Παναγίας, βάδισε πάνω στή θάλασσα, πλησίασε, παρέλαβε τήν αγία Της μορφή καί τήν μετέφερε στήν ξηρά. Στό σημείο ακριβώς εκείνο ανέβρυσε τότε πηγή αγιάσματος, τό οποίο ρέει αδιάκοπα μέχρι σήμερα καί αγιάζει τούς προσερχομένους σ’ αυτό μέ πίστι.

 

Αφού οι μοναχοί τήν μετέφεραν επίσημα καί εν πομπή στό Καθολικό τής Μονής, τήν τοποθέτησαν σέ ειδικό προσκυνητάριο. Τήν επομένη όμως βρέθηκε η αγία εικόνα μέ τρόπο ανερμήνευτο στήν πόρτα τής Μονής. Οι μοναχοί τήν επανέφεραν στό προσκυνητάριό Της. ‘Αλλά τό ίδιο συνέβη τρείς φορές. Τότε παρουσιάστηκε πάλι η Παναγία στόν όσιο Γαβριήλ καί τού είπε νά μήν τήν πάρουν από τήν Πόρτα, γιατί δέν ήλθε γιά νά φυλάσσεται, αλλά νά φυλάσση ‘Εκείνη τήν Μονή καί ολόκληρο τό Αγιον Ορος. Τότε έκτισαν κοντά στήν πόρτα τό γνωστό παρεκκλήσιο, όπου τοποθέτησαν, κατά τό θέλημά Της, τήν αγία εικόνα, η οποία γι’ αυτό ονομάστηκε Πορταΐτισσα. Καί μένει εκεί, χωρίς ποτέ νά απομακρύνεται από τά όρια τής Μονής.

Από τότε η ευλογία Της προχέεται πλουσιοπάροχα, ως παραμυθία πνευματική καί ως ποικίλη ενίσχυσι σέ όλες τίς ανάγκες τής Μονής, ολοκλήρου τού Αγίου Ορους καί όλων τών πιστών προσκυνητών πού συρρέουν καθημερινά στό παρεκκλήσιό Της.

Η χάρι τής Παναγίας τής Πορταϊτίσσης έχει απλωθή σέ όλο τόν κόσμο. Είναι αναρίθμητα τά αντίγραφα τής εικόνος Της πού τιμώνται παντού, όπως επίσης καί πολλοί οι ναοί καί τά μοναστήρια πού έχουν αφιερωθή στό όνομά Της. ‘Ιδιαίτερα όμως ονομαστό είναι τό αντίγραφο τής Παναγίας τής Πορταϊτίσσης πού μεταφέρθηκε τό 1648 στή Ρωσία καί βρίσκεται στήν είσοδο τής Κόκκινης Πλατείας στό κέντρο τής Μόσχας, στήν καρδιά τής απέραντης ρωσικής γής, όπου χιλιάδες καί εκατομμύρια ευλαβών προσκυνητών προσέρχονται καί δέχονται στήν πονεμένη τους καρδιά τήν ευλογία τής Μητέρας τού Θεού.

Ευχόμαστε Αυτή πού γέννησε καί κράτησε στά χέρια Της ως βρέφος τόν Υιό καί Λόγο τού Θεού, νά περιβάλλη πάντοτε τήν ζωή σας ολόκληρη μέ τή θεία Της στοργή καί νά κατευθύνη τά διαβήματά σας στήν οδό τής αληθινής χαράς καί σωτηρίας, πού είναι ο Υιός καί Θεός Της.

 

Φιλοξενία στην Μονή

Ἡ Μονή μας παρέχει φιλοξενία μιᾶς διανυκτερεύσεως στοὺς προσκυνητὲς ποὺ ἔχουν κάνει κράτηση μέσῳ τηλεφώνου ἢ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου, πλὴν τῆς περιόδου πρὸ τῆς πανηγύρεως (ἀπὸ 14 ἕως 26 Αὐγούστου ἑκάστου ἔτους).

 

Άγιο Όρος – ΤΗΛΕΦΩΝΟ
+30 23770 23643

ΦΑΞ +30 23770 23248

EMAIL –  imiviron@gmail.com







tilegrafima.gr