Το θαύμα της επιβίωσης του Μικρασιατικού Ελληνισμού

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Χριστός Ανέστη! Ευχαριστώ από καρδιάς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ηλείας κ. Γερμανό για την τιμητική του πρόσκληση να σας μιλήσω για το θαύμα που πέτυχε ο Μικρασιατικός Ελληνισμός, να διατηρήσει υπό αιώνες απάνθρωπης δουλείας την ταυτότητά του.

Επίσης για το ιστορικό μυθιστόρημα που έγραψα για το θέμα με τίτλο «Μέρες Αποκάλυψης στην Ιωνία – Το δράμα των Ελλήνων της Ιωνίας (1914-1922).

Σε συντομία σας καλώ επιγραμματικά να διανύσουμε την ιστορική διαδρομή του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία προ του 1000 π.Χ. Από τότε οι πρόγονοί μας συνεχώς
έως το 1922 έζησαν εκεί και όταν ήσαν ελεύθεροι ανέπτυξαν σπουδαίο πολιτισμό. Ο Όμηρος στην ποίηση, οι σπουδαίοι προσωκρατικοί φιλόσοφοι Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης και Ηράκλειτος, ο ιστορικός Ηρόδοτος, ο πολεοδόμος Ιππόδαμος είναι μερικοί από τους Έλληνες Μικρασιάτες που προσέφεραν πολλά στον πολιτισμό.

Ειδικότερα η Μαγνησία, ιδιαίτερη πατρίδα της μητέρας μου και οι Σάρδεις της Λυδίας συνδέονται με την τραγική Νιόβη, με τον χρυσοφόρο ποταμό Πακτωλό και με τον γνωστόν διάλογο του Κροίσου με τον Σόλωνα, που το επιμύθιο ήταν το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε» από τον Αθηναίο σοφό νομοθέτη. Επίσης με το τέλος του Θεμιστοκλή, που ευρισκόμενος στη Μαγνησία, προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να προδώσει την Πατρίδα του στους Πέρσες.

Μετά περνάμε στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των επιγόνων του, όταν οι Έλληνες αναπτύχθηκαν σε όλους τους τομείς. Επί Ρωμαιοκρατίας οι Μικρασιάτες Έλληνες δέχονται τον Χριστιανισμό από
τον Απόστολο Παύλο και άλλους Αποστόλους και ιδρύουν τοπικές Εκκλησίες, από τις οποίες οι επτά αναφέρονται στην Αποκάλυψη του Ευαγγελιστού Ιωάννου (Εφέσου, Φιλαδελφείας, Σμύρνης, Περγάμου,
Θυατείρων, Λαοδικείας, Σάρδεων). Στη Μικρά Ασία χύνεται πολύ αίμα Μαρτύρων. Μεταξύ αυτών και εκ των πρώτων το αίμα των Αγίων Πολυκάρπου Επισκόπου Σμύρνης και Χαραλάμπους.

Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, που ακολουθεί, σε πόλεις της Μικράς Ασίας (Νίκαια, Έφεσο, Χαλκηδόνα, Λαοδίκεια, Νεοκαισάρεια, Γάγγρα, Άγκυρα) συγκαλούνται Οικουμενικές και τοπικές Σύνοδοι, που διαμόρφωσαν τα δόγματα της Εκκλησίας. Μικρασιάτες είναι ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης.

Ο Μικρασιατικός Ελληνισμός δοκιμάστηκε από τις επιθέσεις των Περσών πρώτα και στη συνέχεια των Αράβων. Οι Τούρκοι εμφανίστηκαν από τον 11 ο αιώνα. Μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία καταδυναστεύοντες τους Έλληνες.

Την απώθησή τους ανέλαβαν οι Αυτοκρατορίες Νικαίας και Τραπεζούντος και το επέτυχαν έως τα τέλη του 13 ου αιώνα. Τότε οι Τουρκομάνοι και μετά οι Τούρκοι κατέλαβαν τα περισσότερα εδάφη της Μικράς Ασίας και με την άσκηση απάνθρωπης βίας πίεζαν τους Έλληνες να εξισλαμισθούν. Οι περισσότεροι Έλληνες άντεξαν, πολλοί μαρτύρησαν, αρκετοί εξισλαμίστηκαν, σημαντικός αριθμός τους έγιναν κρυπτοχριστιανοί… Έτσι ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, στο μεγάλο του μέρος, έμεινε σκλαβωμένος στους Οθωμανούς από τον 14 ου αιώνα έως το 1918, δηλαδή για έξι αιώνες περίπου.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως η διατήρηση της ταυτότητας των Ελλήνων, παρά τα δυσαρίθμητα βάσανα που υπέστησαν από τους Τούρκους, είναι ένα θαύμα, που οφείλεται στην καθοριστική παρουσία και στην εργώδη και θυσιαστική προσφορά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κλήρου και λαού. Η Εκκλησία όλους αυτούς τους αιώνες διατηρούσε άσβεστη τη φλόγα της ελληνικής συνείδησης και προετοίμαζε την εθνεγερσία. Αν δεν υπήρχε Εκκλησία το Έθνος θα είχε εξαλειφθεί και δεν θα υπήρχε η Επανάσταση του 1821.

Δύο ήσαν οι θανάσιμοι κίνδυνοι αφανισμού του Γένους. Ο ένας από την Ανατολή και τον Οθωμανό τύραννο, λόγω των συστηματικών διωγμών σε βάρος των Χριστιανών, του παιδομαζώματος και των εξισλαμισμών, των κινήτρων που έδιδε στους εξωμότες, των ταπεινώσεων και των υπερβολικών φορολογικών επιβαρύνσεων, που επέβαλλε σε όσους παρέμεναν Έλληνες, δηλαδή Ορθόδοξοι.

Ο άλλος κίνδυνος ήταν από τη Δύση και τον Πάπα, ο οποίος επιδίωκε τον βίαιο προσηλυτισμό και τον αφανισμό της ιδιοπροσωπίας των «αιρετικών» και «ανταρτών» Ελλήνων. Και τους δύο αυτούς κινδύνους αντιμετώπισε με πάρα πολλές θυσίες, αλλά τελικώς με επιτυχία η Εκκλησία και οδήγησε το Έθνος στην ελευθερία Του. Τέσσερα ήσαν τα σημαντικά στοιχεία που βοήθησαν τους Έλληνες να διατηρήσουν την ιδιοπροσωπία τους. Το πρώτο ήταν η ακράδαντη και ζέουσα Πίστη τους στον Ιησού Χριστό. Πίστη που συνοδευόταν με ανάλογη ζωή. Απόρροια αυτής της Πίστης ήταν το δεύτερο, η βίωση της Ελευθερίας ως ζωτικού στοιχείου της ψυχής τους. Τον 14 ο αιώνα χριστιανοί που αναγκάστηκαν από τους κατακτητές να εξισλαμισθούν φοβούνταν για τη σωτηρία της ψυχής τους και απευθύνθηκαν στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Η απάντησή του ήταν γεμάτη αγαπητική φροντίδα και κατανόηση: « Και όσοι αποφασίσουν να ζουν κρυφή ζωή διατηρώντας με τις πράξεις τους και στην καρδιά τους τον Χριστό και αυτοί θα σωθούν». Το 1340 ο Πατριάρχης γράφει στους κατοίκους της Νικαίας: «Ακόμα και αν σας κυβερνούν οι εχθροί εσείς είσαστε κύριοι της ψυχής και του νου σας και από εσάς εξαρτάται η διαφύλαξη ή όχι του καλού». Παρένθεση – σχόλιο: Σε τέτοιες καταστάσεις που έζησαν στους πολύ ζοφερούς αιώνες οι Έλληνες, πού
και πώς να γίνει σκέψη για ανοικτό σχολείο, αφού με το ζόρι διατηρήθηκαν μερικές εκκλησιές και δεν έγιναν όλες τζαμιά, ή δεν γκρεμίστηκαν…

Το τρίτο σημαντικό στοιχείο ήταν η με την πάροδο του χρόνου αναπτυσσόμενη φιλοπατρία στις συνειδήσεις των Ελλήνων. Οι αρχιερείς, οι ιερείς και οι απλοί λαϊκοί υπό ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες μάθαιναν στα ελληνόπουλα, την Πίστη τους, λίγα γράμματα και, κυρίως, τους υπενθύμιζαν την καταγωγή τους από τους αρχαίους και τους μεσαιωνικούς (βυζαντινούς) Έλληνες. Καλλιεργούσαν έτσι στην ψυχή τους την επιθυμία να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Το 1593 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός συνεκάλεσε Σύνοδο, η οποία, μεταξύ άλλων, αποφάσισε: «Επιτάσσεται εις έκαστον επίσκοπον τη εαυτού φροντίδι και δαπάνη ποιείν ούτως ώστε τα θεία και ιερά γράμματα διδάσκεσθαι βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τους μαθείν προαιρουμένοις εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσιν».

Τα ελληνικά γράμματα και την εθνική συνείδηση προώθησαν υπό τεράστιες αντιξοότητες, μεταξύ πολλών άλλων, οι Πατριάρχες Μελέτιος Πηγάς και Κύριλλος Λούκαρης, οι Αρχιεπίσκοποι Ευγένιος Βούλγαρης και Νικηφόρος Θεοτόκης και οι ιερομόναχοι Νεκτάριος Τέρπος και Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ Οικονόμων, μιλώντας προς τους νέους των Κυδωνιών, το 1819, τόνισε, μεταξύ των άλλων: « Λέγω πρώτον, ότι χρεωστείς χριστιανέ, καθό χριστιανός, να αγαπάς και να ευεργετής την πατρίδα… Τόσον ιερόν και θείον δώρον είναι η Πατρίς αγαπητοί, ώστε έν των μεγίστων σημείων της κατά των ανθρώπων δικαίας οργής του Θεού γίνεται πολλάκις η στέρησις της Πατρίδος».

Τα τρία προηγούμενα στοιχεία οδηγούν στο τέταρτο, που είναι η θέληση και η διάθεση του Έλληνα να θυσιαστεί για την αγάπη του προς τον Χριστό και την Πατρίδα. Αυτή η θέληση για θυσία προϋποθέτει την
Πίστη, την Φιλοπατρία και την αγάπη στην Ελευθερία. Οι νεομάρτυρες εκτελούντο μετά από φρικτά βασανιστήρια λέγοντας «Προτιμώ τον θάνατο, παρά να αλλαξοπιστήσω» ή « εγώ γραικός γεννήθηκα και
γραικός θε να πεθάνω».

Ας επανέλθωμε στις αλησμόνητες Πατρίδες. Μελετώντας την πορεία του εκεί Ελληνισμού κατανοούμε ότι τα γεγονότα του 1922 είναι πράγματι η μεγαλύτερη έως σήμερα καταστροφή στην 3000ετή Ιστορία
του. Μετά το 1850 και ενώ μικρό μέρος του Ελληνισμού είχε απελευθερωθεί ο πολυπληθής αιχμάλωτος Ελληνισμός της Μικράς Ασίας αναπτύσσεται ραγδαία χάρη στην Εκκλησία. Για τους Μικρασιάτες
Έλληνες άλλος θεσμός, πλην της Εκκλησίας, δεν υπήρχε για να τους προστατεύσει και να τους καθοδηγήσει.

Αυτή ένωνε προς την πρόοδο και την ανάπτυξη όλους τους Έλληνες: πλούσιους, πτωχούς, προεστούς,
αγρότες, εμπόρους, γραμματισμένους, αγράμματους. Η Εκκλησία για τους Μικρασιάτες Έλληνες ήταν ταυτόχρονα Υπουργείο Παιδείας,  Συντονισμού, Υγείας, Προνοίας, Πολιτισμού… Όταν άρχισαν οι διωγμοί από τους Νεότουρκους οι αρχιερείς και οι ιερείς φρόντισαν να προστατεύσουν το ποίμνιό τους. Οι από το 1914
αναφορές του Αγίου ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Σμύρνης, προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που διασώθηκαν, αποτελούν αψευδές στοιχείο περί αυτής της μερίμνης. Και πρώτοι οι Αρχιερείς και οι ιερείς θυσιάστηκαν για το ποίμνιό τους. Στο ιστορικό μου μυθιστόρημα «Μέρες αποκάλυψης στην Ιωνία – Το δράμα των Ελλήνων της Ιωνίας 1914-1918» (Έκδοση «Αρχονταρίκι») πρωταγωνιστεί ένας από αυτούς τους ιερείς, ο παππούς μου, ο παπά Γιώργης.

Οι υπηρεσίες της Εκκλησίας στον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας φαίνονται από το ότι η περιοχή της Ιωνίας, ξεκινώντας από το μηδέν, όταν αυτή απελευθερώθηκε, το 1919, διέθετε 698 Σχολές, στις οποίες φοιτούσαν 91.935 μαθητές και μαθήτριες και δίδασκαν 1.805 δάσκαλοι και δασκάλες. Επίσης στις περί τη Σμύρνη εκκλησιαστικές επαρχίες λειτουργούσαν τα ακόλουθα ευαγή ιδρύματα, που όλα τα κατέστρεψαν οι Τούρκοι:

20 Νοσοκομεία, 2 Βρεφοκομεία, 2 Φρενοκομεία, 3 Γηροκομεία, 1 Άσυλο Ανιάτων, 1 Στέγη Συσσιτίου, 2 Λαϊκά Κέντρα, 19 Θρησκευτικές Αδελφότητες, 18 Γυμναστικοί Σύλλογοι, 88 Οργανώσεις Αμύνης, 21 Φιλαρμονικοί Σύλλογοι, 6 Ορφανοτροφεία, 3 Ιδιωτικά Γυμνάσια, 4 Διδασκαλεία Αρρένων και Θηλέων, 1 Εμπορική Σχολή, 225 Συντεχνίες, 209 Σύλλογοι και Αδελφότητες, 27 Φιλόπτωχα Ταμεία, 19 Βιβλιοθήκες και Μουσεία, 2 Οικοτροφεία, 4 Γεωργικές Ενώσεις.

Το ιστορικό μου μυθιστόρημα, που μνημόνευσα προηγουμένως, αναφέρεται στα γεγονότα της Μικράς Ασίας από το 1914, που εντείνονται οι διωγμοί από τους Νεότουρκους, έως το 1922. Στην τρίτη έκδοση, που προ ολίγων ημερών κυκλοφορήθηκε, το φτάνω έως τη δεκαετία του 1950. Το έγραψα για να υπάρχει η ιστορία των Ελλήνων της Μαγνησίας της Μικράς Ασίας, για την οποία δεν έχουν πολλά γραφεί αν και είναι αξιόλογη. Την απέδωσα ως ιστορικό μυθιστόρημα, που σημαίνει ότι γράφω ιστορία δοσμένη με μυθιστορηματικά στοιχεία.

Είναι ο καλύτερος τρόπος για να είναι ευκολοδιάβαστη. Πρότυπά μου η Πηνελόπη Δέλτα, ο Θανάσης Πετσάλης Διομήδης και ο Ηλίας Βενέζης από την Ελλάδα, ο Ουγκό και οι Δουμά, πατέρας και γιός, από την Γαλλία, ο Ουόλτερ Σκότ από τη Σκωτία. Ένας ακόμη λόγος με έκαμε να γράψω αυτό το μυθιστόρημα.
Θέλησα να είναι πρωταγωνιστής του ένας καλός, ένας άγιος για μένα, έγγαμος ιερέας, ο παππούς μου, που φέρω το όνομά του. Έτσι έμμεσα πλην σαφώς προβάλλω τον ρόλο του παπά στον Μικρασιατικό
Ελληνισμό.

Στον ιερέα συσπειρώνονταν οι Έλληνες στις λύπες και στα προβλήματά τους, μαζί του και στις χαρές τους, κοντά του στις συζητήσεις και στους προβληματισμούς τους. Ο καλός παπάς εμπνέει, αγιάζει, είναι η ζωντανή ελπίδα, είναι ο πατέρας με πάντοτε ανοικτή την αγκαλιά του, ο ανάργυρος και ο έτοιμος να θυσιαστεί για το ποίμνιό του.

Τέτοιος ήταν ο παππούς μου, όπως μου τον περιέγραψαν και οι εκ Μαγνησίας «θείες» και οι «θείοι» μου – έτσι μου είχε πει η μητέρα μου να προσφωνώ όλους και όλες τους Μαγνησαλήδες, όταν έρχονταν να
επισκεφθούν την γιαγιά μου, την παπαδιά, ανεξάρτητα αν ήσαν συγγενείς ή όχι. Στο σεβάσμιο πρόσωπό της έβλεπαν και τον παπά Γιώργη… Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι το μυθιστόρημα γράφτηκε με
πολλή συγκίνηση. Πολλές φορές γράφοντας έχυνα δάκρυα αναπολώντας το τι είχαμε και τι χάσαμε. Αναπολώντας τις τραγικές στιγμές που έζησαν οι δικοί μου άνθρωποι κατά την καταστροφή, στη Μαγνησία, κατά τη φυγή προς τη Σμύρνη και την εναγώνια αναμονή σε νεκροταφείο κοντά στην προκυμαία της, να έρθει κάποιο πλοίο να τους σώσει από τον θάνατο και να τους πάει σε άγνωστο καταφύγιο… Συνταρακτική και η σκηνή του λυντσαρίσματος του Αγίου Χρυσοστόμου Μητροπολίτου Σμύρνης, που βίωσε η γιαγιά μου.

Πάντα ο κλήρος ήταν πρώτος στόχοςγια τους Τούρκους… Περιγράφω ακόμη τις πολύ δύσκολες μέρες που
πέρασαν ως πρόσφυγες οι δικοί μου άνθρωποι, έως ότου ενσωματωθούν στον εθνικό κορμό. Συγκινητική είναι και η θυσία του παππού μου ιερέα, πριν από την καταστροφή, όταν στην καταιγίδα δεν σκέφθηκε τον εαυτό του, αλλά την ετοιμοθάνατη Χριστιανή, που ήθελε να την κοινωνήσει…

Οι Έλληνες ζούμε στις μέρες μας κατάσταση χειρότερη από αυτές της Αλώσεως του 1453 και της Καταστροφής του 1922. Το 1453 χάσαμε την ελευθερία μας, αλλά διατηρήσαμε την ταυτότητά μας, τη γη μας.

Το 1922 χάσαμε τη γη μας, το βιός μας, τους ιερούς τόπους μας, αλλά διατηρήσαμε την ταυτότητά μας και μεταφέραμε όσα όσια και ιερά μπορέσαμε στην ελεύθερη Ελλάδα. Τώρα όλοι μαζί οι Έλληνες κινδυνεύουμε να χάσουμε την ταυτότητά μας, δηλαδή το είναι μας, την ψυχή μας! Ας έχουμε όμως Πίστη και Ελπίδα, υπάρχουν ακόμη εστίες πνευματικής αντίστασης, υπάρχουν ακόμη Έλληνες που δεν έχουν προσκυνήσει τον Βάαλ του υλισμού και του κοσμοπολιτισμού.

Και κάτι τελευταίο. Ο αείμνηστος παλαιοελλαδίτης, από την Άνδρο, εξαίρετος καθηγητής και άνθρωπος Βασίλειος Τατάκης έγραψε:

«Η ζωντανή αγάπη ύψωσε τις πατρίδες των προσφύγων σε ιδανικά, σε αψεγάδιαστα πρότυπα, που ωθούν τον καθένα μας να τις τιμήσει, με τη δράση του, να μην φανεί κατώτερός τους, να τις κρατήσει στη ζωή…Έτσι ο πόνος για την πατρίδα που χάθηκε γίνεται δημιουργικός. Χάθηκαν όμως αλήθεια οι πατρίδες; Όχι! Γιατί ό, τι
αγαπάμε δεν πεθαίνει». Εμείς όλοι αγαπάμε την Ελλάδα, αγαπάμε τις Πατρίδες που άφησαν πίσω οι γονείς μας, οι συμπατριώτες μας, γι’ αυτό και μας είναι αλησμόνητες.

*Ομιλία εις τον Πύργο, έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας, την Κυριακή 1 η Μαΐου 2022, παρουσία του Μητροπολίτου Ηλείας κ. Γερμανού, των Επισκόπων Ανδρούσης και Ωλένης, των πολιτικών, αυτοδιοικητικών και στρατιωτικών αρχών, των μελών του Συνδέσμου Γορτυνίων «Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄» και πλήθους κόσμου.