Η συγκλονιστική ιστορία της Κασσιανής και το τροπάριο που ψάλλεται (ΒΙΝΤΕΟ)

Loading...


Στην προνοητικότητα και την εγρήγορση είναι αφιερωμένη η Μεγάλη Τρίτη, με την παραβολή των δέκα παρθένων και το υπέροχης ποιητικής ομορφιάς, τροπάριο της Κασσιανής.

Το βράδυ ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης στην υμνολογία του οποίου κεντρικό γεγονός είναι η μεταστροφή της πόρνης που ήρθε και άλειψε με τα μαλλιά της τα πόδια του Ιησού. Το γεγονός αυτό περιλαμβάνει και ένα από τα πλέον όμορφα τροπάρια, αυτό της Κασσιανής, το οποίο είναι από τα πιο δημοφιλή.

Η Κασσιανή ήταν βυζαντινή ποιήτρια που έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Επειδή δεν την επέλεξε ως σύζυγό του ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, έγινε μοναχή και αφιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και την ποίηση.

Το ιστορικό, όπως περιγράφεται από τους βυζαντινούς χρονικογράφους Συμεών Μάγιστρο, Ιωάννη Ζωναρά και Λέοντα Γραμματικό αναφέρει πως η μητέρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση για την εκλογή νύφης, προσκάλεσε το 820 μ.Χ. στην Αυλή τις ωραιότερες και επιφανέστερες κόρες της αυτοκρατορίας. Δώδεκα «κάλλιστοι παρθέναι» ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και κατέφθασαν στο Παλάτι. Μετά την υποδοχή τους από τη μητέρα του αυτοκράτορα, η μητέρα του Ευφροσύνη του έδωσε εντολή να δώσει το χρυσό μήλο σ’ εκείνη που θα επέλεγε για σύζυγό του.

Ο νεαρός αυτοκράτωρ θαμπώθηκε από την ομορφιά της Κασσιανής και θέλοντας να δοκιμάσει την ευφυΐα της τη ρώτησε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» δηλαδή ότι «από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα», υπονοώντας την Εύα και το προπατορικό αμάρτημα. Ομως η Κασσιανή αποστόμωσε τον Θεόφιλο ανταπαντώντας του «αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττω», δηλαδή ότι «και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα», υπονοώντας την Παναγία και τη γέννηση του Χριστού.

Η απάντηση κακοφάνηκε στον αυτοκράτορα που αποφάσισε να «τιμωρήσει» την Κασσιανή, δίνοντας το χρυσό μήλο στην ωραία, αλλά σεμνή Θεοδώρα.

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,

την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,

οδυρομένη, μύρα σοι, προ του ενταφιασμού κομίζει.

Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,

ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.

Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,

ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ

κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,

ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.

Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,

αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις

ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν,

κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.

Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους

τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;

Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος.



Ετικέτες