Δίαιτα: Δείτε αν χρειάζεστε διάλειμμα 2 εβδομάδων

Loading...


Εάν κάνετε δίαιτα, ίσως πρέπει να την διακόψετε για δύο εβδομάδες, διότι κάτι τέτοιο βοηθάει να χάσετε κιλά και να τα κρατήσετε για πάντα μακριά σας. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας μελέτης, η οποία έδειξε, ότι η συνεχής δίαιτα μπορεί στην πραγματικότητα να εμποδίσει την απώλεια βάρους.

Η επικεφαλής της μελέτης, Nuala Byrne, καθηγήτρια στη Σχολή Επιστημών Υγείας του πανεπιστημίου της Τασμανίας στην Αυστραλία, δημοσίευσε μαζί με τους συνεργάτες της τα αποτελέσματα της έρευνάς τους στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Obesity.

Όπως πολλοί που έχουν κάνει δίαιτες στο παρελθόν γνωρίζουν καλά, η διατήρηση ενός προγράμματος διατροφής 7-ημέρες-την-εβδομάδα είναι κάτι δύσκολο. Η νέα μελέτη, ωστόσο, υποδηλώνει ότι δεν πρέπει να αισθανόμαστε ένοχοι να κάνουμε ένα σύντομο διάλειμμα από τη δίαιτα, καθώς αυτό μπορεί να μας βοηθήσει στην απώλεια βάρους.

Η Byrne και οι συνάδελφοί της κατέληξαν στα ευρήματά τους, μετά από παρακολούθηση 51 παχύσαρκων ανδρών ηλικίας 25 έως 54 ετών, οι οποίοι συμμετείχαν στην ευρύτερη μελέτη Minimizing Adaptive Thermogenesis and Deactivating Obesity Rebound.

Στο πλαίσιο της μελέτης, οι άνδρες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες διατροφής. Η πρώτη ακολούθησε διατροφή με περιορισμένη θερμιδική κατανάλωση για συνολικά 16 εβδομάδες.

Η δεύτερη ακολούθησε την ίδια διατροφή με μειωμένη θερμιδική αξία, αλλά τα μέλη της έκαναν ένα διάλειμμα 2 εβδομάδων κατά τη διάρκεια του οποίου αύξησαν την πρόσληψη θερμίδων τους αρκετά, ώστε να διατηρήσουν το βάρος, που είχαν φτάσει μέχρι εκείνο το σημείο της δίαιτας, σταθερό. Αυτός ο κύκλος επαναλήφθηκε για 30 εβδομάδες, πράγμα που σημαίνει ότι συμμετείχαν επίσης σε 16 εβδομάδες δίαιτας συνολικά.

Μεγαλύτερη απώλεια βάρους με διαλείπουσα δίαιτα

Στο τέλος της περιόδου μελέτης, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι άνδρες που έκαναν διάλειμμα 2 εβδομάδων από τη δίαιτα έχασαν περισσότερο βάρος από εκείνους της ομάδας που έκανε συνεχή και αδιάκοπη δίαιτα.

Επιπλέον, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι 6 μήνες μετά την παύση της δίαιτας με μειωμένες θερμίδες, οι άνδρες που είχαν κάνει διαλείπουσα δίαιτα είχαν διατηρήσει μια απώλεια βάρους περίπου 8 κιλών κατά μέσο περισσότερο από τους άνδρες που έκαναν αδιάκοπη δίαιτα.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν, ότι τα ευρήματά τους δείχνουν πως ένα πρόγραμμα “δίαιτα-για-2-εβδομάδες και μετά διάλειμμα-για-2-εβδομάδες” μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικό για την απώλεια βάρους και τη συντήρηση αυτού, σε σχέση με την συνεχή δίαιτα.

Διαβάστε εδώ:  Καρκίνος του αίματος: Ποια είναι τα συμπτώματα

Η Byrne και οι συνεργάτες της εκτιμούν, ότι η μειωμένη απώλεια βάρους ως αποτέλεσμα της συνεχούς δίαιτας μπορεί να οφείλεται σε μια αναταραχή των βιολογικών μηχανισμών, που προκαλούνται από τον περιορισμό των θερμίδων.

“Όταν μειώνουμε την πρόσληψη ενέργειας (φαγητού) κατά τη διάρκεια της δίαιτας, ο μεταβολισμός σε κατάσταση ηρεμίας μειώνεται σε μεγαλύτερο βαθμό από τον αναμενόμενο”, εξηγεί η Byrne, και προσθέτει:

“Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται ‘προσαρμοστική θερμογένεση’ (adaptive thermogenesis) και καθιστά την απώλεια βάρους πιο δύσκολη (…) Αυτή η ‘αντίδραση κατά της πείνας’ είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης που βοήθησε τους πρώτους ανθρώπους να επιβιώσουν ως είδος, όταν υπήρχε ένδεια τροφής. Αυτός ο ίδιος μηχανισμός ενεργοποιείται στον οργανισμό και του σύγχρονου ανθρώπου, όταν η κατανάλωση θερμίδων μειώνεται δραστικά”.

Μια “ανώτερη εναλλακτική λύση” στη συνεχή δίαιτα;

Η Byrne σημειώνει ότι προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι οι διαλείπουσες δίαιτες, που χρησιμοποιούν περιόδους 1-7 ημερών μερικής ή ολικής νηστείας, μπορεί να μην είναι περισσότερο αποτελεσματικές στην απώλεια βάρους από τη συνεχή δίαιτα.

Μία μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Internal Medicine φέτος, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι οι παχύσαρκοι ενήλικες που έκαναν δίαιτα “μέρα-παρά-μέρα”, δεν έχαναν περισσότερο βάρος σε σύγκριση με όσους ακολουθούσαν μια σταθερή δίαιτα με καθημερινό περιορισμό θερμίδων.

Με αυτό το σκεπτικό, η Byrne προτείνει ότι η περίοδος διάρκειας δύο εβδομάδων, που χρησιμοποιείται στην τελευταία μελέτη, μπορεί να είναι η “κατάλληλη” για την αυξημένη απώλεια βάρους που παρατηρήθηκε.