Ανορεξία – Βουλιμία: Κίνδυνοι και αντιμετώπιση…

Loading...


Η ινσουλινοαντίσταση, η οστεοπενία, η οστεοπόρωση, η διαταραχή της λειτουργίας του θυρεοειδούς, η υπερχοληστεριναιμία, η μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας και η κατάθλιψη είναι μόνο κάποιες από τις απειλές τις οποίες αντιμετωπίζει η υγεία των πασχόντων από ψυχογενή ανορεξία ή ψυχογενή βουλιμία.

Η ψυχογενής ανορεξία και η ψυχογενής βουλιμία είναι πολύπλοκες διαταραχές, με κοινό παρανομαστή την έμμονη ενασχόληση με το σωματικό βάρος και τα διατροφικά πρότυπα που συνδέονται με βαθιά σωματική και ψυχοκοινωνική νοσηρότητα.

«Η νευρογενής ανορεξία είναι μια επικίνδυνη διατροφική διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος, εμμονή με το φαγητό και το σωματικό βάρος, δραστική μείωση πρόσληψης τροφής- συχνά σε σημείο παρατεταμένης ασιτίας -και ακραίας απώλειας βάρους.

Η νευρογενής βουλιμία είναι μια διατροφική διαταραχή που περισσότερο χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια ανεξέλεγκτης υπερφαγίας που ακολουθείται από πρόκληση εμετού ή κατάχρηση καθαρτικών ή διουρητικών» εξηγεί η προϊσταμένη του Τμήματος Διατροφής Ιατρικού Διαβαλκανικού, διαιτολόγος- διατροφολόγος Μαρία Κοκκίνου τονίζοντας παράλληλα ότι πολλά όργανα επηρεάζονται από την παρατεταμένη ασιτία.

Στους ασθενείς με διατροφικές διαταραχές παρατηρούνται βιοχημικές ανισορροπίες, οι κυριότερες από τις οποίες, όπως αναφέρει η κ. Κοκκίνου, είναι:

* Η ανισορροπία επιπέδων γλυκόζης στο αίμα και ινσουλινοαντίσταση λόγω αποφυγής γευμάτων ή υπερφαγίας με τροφές πλούσιες σε ζάχαρη και επεξεργασμένους υδατάνθρακες.

* Οι ανισορροπίες των νευροδιαβιβαστών λόγω ελλιπούς πρόσληψης πρωτεΐνης, με συνέπεια όχι μόνο τη μείωση της ικανότητας τους σώματος να επιδιορθώσει τους κατεστραμμένους ιστούς, αλλά και τη διαταραχή παραγωγής και μεταβολισμού της σεροτονίνης.

* Η διαταραχή των ηλεκτρολυτών λόγων συχνών εμετών σε βουλιμικούς ασθενείς, με συνέπεια την υποκαλιαιαμεία, τη μεταβολική αλκάλωση και την υπονατριαιμία.

* Η αλλαγή της λειτουργίας του θυρεοειδή. Ο οργανισμός, στην προσπάθειά του να προστατέψει το σώμα από τον υποσιτισμό, μειώνει τον μεταβολικό του ρυθμό, ελαττώνοντας την παραγωγή Τ3 για να εξοικονομεί όσο το δυνατόν την ενεργειακή διαθεσιμότητα.

* Οι εξαντλητικές δίαιτες στερούν τον οργανισμό από τα απαραίτητα λιπαρά οξέα, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος να μην λειτουργεί αποτελεσματικά και το σώμα να αδυνατεί να παράγει ικανοποιητικά επίπεδα σεξουαλικών και άλλων ορμονών, να μειώνεται η σεξουαλική επιθυμία και να εξαφανίζονται τα σημάδια της σεξουαλικής ωρίμανσης, δηλαδή η έμμηνος ρύση στις γυναίκες και η στύση στους άντρες.

* Η διαταραχή της ισορροπίας του ασβεστίου μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση οστεοπενίας ή οστεροπόρωση. Εάν λόγω της κακής διατροφής η ποιότητα των οστών δεν είναι καλή κατά την εφηβική ηλικία, δεν μπορεί να διορθωθεί μεταγενέστερα.

* Η ενδογενής αύξηση παραγωγής χοληστερόλης, δηλαδή η υπερχοληστεριναιμία λόγω ασιτίας και χαμηλής πρόσληψης λιπαρών, είναι ένα συχνό εύρημα, κυρίως στη νευρική ανορεξία, αλλά η σημασία του για τον καρδιαγγειακό κίνδυνο είναι αβέβαιη.

* Η μη σωστή λειτουργία των επινεφριδίων αδένων, που καταπονούνται από τις εναλλαγές μεταξύ δίαιτας και υπερφαγίας. Η υπερφαγία και οι εμετοί είναι στρεσογόνες καταστάσεις για τα επινεφρίδια, με συνέπεια πολλά άτομα με βουλιμία να έχουν είτε πολύ υψηλά είτε πολύ χαμηλά επίπεδα κορτιζόνης ακόμη και όταν σταματήσουν την υπερφαγία. Να σημειωθεί ότι υψηλά επίπεδα κορτιζόλης παρατηρούνται σε περιπτώσεις νευρικής ανορεξίας και κατάθλιψης.

Στο ερώτημα αν όλα αυτά είναι αναστρέψιμα, η κ. Κοκκίνου απαντά:

«Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες αλλαγές είναι αναστρέψιμες, όταν το άτομο ξεκινήσει να τρώει φυσιολογικά και αποκτήσει ένα υγιές σωματικό βάρος, αλλά ορισμένες δεν είναι και μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Από αυτή την άποψη, ο σκελετός, ιδιαίτερα η οστεοπόρωση και η καθυστέρηση της ανάπτυξης, τα δόντια, το αναπαραγωγικό σύστημα και ο εγκέφαλος είναι ιδιαζόντως ευάλωτα. Το χαμηλό ανάστημα, η οστεοπόρωση, και η υπογονιμότητα μπορεί να είναι επιπλοκές μακράς διάρκειας.

Οι διατροφικοί στόχοι της θεραπείας ασθενών με διατροφικές διαταραχές είναι η διόρθωση των βιοχημικών ανωμαλιών, η επαρκής κυτταρική λειτουργία, π.χ. επιδιόρθωση διατροφικών ελλείψεων και η αναδόμηση της σύστασης του σώματος σε βιοχημικό επίπεδο.

Οι ανισορροπίες μπορεί να παρεμποδίζουν τη συνολική πρόοδο του ατόμου, π.χ. ο κακός έλεγχος της γλυκόζης μπορεί να ωθεί σε υπερφαγία. Όμως είναι περισσότερο σημαντικό να καθιερωθούν υγιεινές διατροφικές συνήθειες προτού η θεραπεία επικεντρωθεί στις βιοχημικές ανισορροπίες του ατόμου. Επιπλέον, η βελτίωση της γενικότερης διατροφικής κατάστασης του ατόμου μπορεί από μόνη της να επαναφέρει κάποιες ισορροπίες».

Στο ερώτημα ποιες διατροφικές συμβουλές θα έδινε σε άτομα με νευρογενή ανορεξία ή βουλιμία, η κ. Κοκκίνου απαντά:

«Θα ήταν χρήσιμο, τα άτομα με νευρογενή ανορεξία ή νευρογενή βουλιμία να ξεκινούν καταγραφή της διατροφής και των συναισθημάτων τους σε ημερολόγιο. Οι στόχοι όσον αφορά τη διατροφή καλό θα ήταν να είναι πολύ μικροί- π.χ. αποφυγή κατανάλωσης light αναψυκτικών για μια ημέρα.

Το αρχικό πλάνο διατροφής προτείνεται να γίνει μαζί με τους ασθενείς, να είναι απλό, λιτό και εφικτό, αρχικά χαμηλών θερμίδων με την πρόταση να τρώνε όσο έτρωγαν και λίγο παραπάνω, να περιλαμβάνει ‘ασφαλή’ τρόφιμα για να μην νιώσουν ότι χάνουν τον έλεγχο και να αποφευχθεί η χρήση ‘απαγορευμένων’ τροφών.

Οι ‘απαγορευμένες’ τροφές θα πρέπει να επανεισαχθούν στο διαιτολόγιό τους, σταδιακά και με αργό ρυθμό, ξεκινώντας από τις τροφές με τον μικρότερο ‘βαθμό φόβου’. Επιπλέον συστήνεται, τα άτομα με διατροφικές διαταραχές, να μην καταναλώνουν τέτοιες τροφές σε καταστάσεις που είναι στρεσαρισμένα ή πολύ πεινασμένα. Καλό θα ήταν να καταναλωθούν τρία κύρια γεύματα και δύο μικρά σνακ ενδιάμεσα για την ισορροπία της γλυκόζης και της ενέργειας.

Τα σνακ θα μπορούσε να είναι φρούτα ή λαχανικά συνδυασμένα με μία μικρή δόση πρωτεΐνης- π.χ. ξηρούς καρπούς, σπόρους ή τυρί -και αποφυγή επεξεργασμένων υδατανθράκων. Η κατανάλωση γευμάτων θα πρέπει να γίνεται κάθε 3-4 ώρες. Έτσι θα ισορροπήσουν τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης.

Κάθε ένα από τα κύρια γεύματα θα πρέπει να περιλαμβάνει περίπου 20 γραμμάρια πρωτεΐνης από πουλερικά, ψάρι, αυγά, γαλακτοκομικά, όσπρια και ξηρούς καρπούς. Με αυτό τον τρόπο θα υπάρξει έλεγχος στην επιθυμία για υδατάνθρακες.

Με την επαρκή πρωτεΐνη, το σώμα θα μπορέσει να δημιουργήσει μύες, ορμόνες και νευροδιαβιβαστές. Το καθημερινό διαιτολόγιο θα πρέπει να περιλαμβάνει κάποια ποσότητα απαραίτητων λιπαρών οξέων- π.χ. ψάρια, ξηρούς καρπούς, σπόρους και ελαιόλαδο -για να πετύχουμε ορμονική ισορροπία. Μπορούμε να προτείνουμε δύο κουταλιές σούπας τριμμένους ξηρούς καρπούς την ημέρα μέσα σε σαλάτα ή μέσα σε γάλα με δημητριακά.

Η κατανάλωση λαχανικών και φρούτων, που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, βιταμίνες και μέταλλα,είναι απαραίτητη για της διατήρηση της αλκαλικής ισορροπίας στο σώμα και για την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας. Η επαρκής κατανάλωση νερού, 1-2 λίτρα την ημέρα, είναι απαραίτητη για ενυδάτωση και ανακούφιση από τη δυσκοιλιότητα. Γενικά, καλό θα ήταν να επιλεχθούν τροφές πλούσιες σε τρυπτοφάνη- π.χ. κοτόπουλο, γαλοπούλα, τόνος, φασόλια, βρώμη, φακές ρεβίθια και σπόροι για αύξηση των επιπέδων σεροτονίνης.

Προτείνεται, επίσης, η αποφυγή προϊόντων light, καφέ, ζάχαρης και σοκολάτας. Τέλος, προτείνεται η κατανάλωση τουλάχιστον 600 ml γάλακτος, κυρίως λόγω της περιεκτικότητάς του σε φώσφορο. Έτσι αποφεύγουμε υποσφαταιμία και βοηθούμε τον μεταβολισμό των υδατανθράκων».