Εξι ύμνοι για την Παναγία

Loading...


Του Χρήστου Σιάφκου 

Μελωδίες και απόηχοι του κόσμου, φωνές και όργανα από κάθε γωνιά του πλανήτη ενώνονται και μεταμορφώνονται από τον Στέφαν Μίκους το ερχόμενο Σάββατο στο Ρωμαϊκό Ωδείο της Πάτρας

Αν η μουσική του κόσμου είχε πρόσωπο, αυτό θα μπορούσε να είναι του Στέφαν Μίκους, κάτι που θα ανακαλύψουν οι θεατές του Ρωμαϊκού Ωδείου της Πάτρας, το ερχόμενο Σαββατόβραδο.
Αγαπητός και στη χώρα μας, ο Μίκους ηχογραφεί ολομόναχος με πολυκάναλη πρακτική και παίζει παράξενα έγχορδα, πνευστά και κρουστά ιδιόφωνα. Μελωδίες και απόηχοι του κόσμου, φωνές και όργανα από κάθε γωνιά του πλανήτη ενώνονται και μεταμορφώνονται σε νέες οντότητες μέσα στο έργο του, διαμορφώνοντας το μουσικό του σύμπαν.

Γερμανός στην καταγωγή ο Μίκους, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιμπιθα της Ισπανίας. Σε ηλικία 16 ετών άρχισε τα ταξίδια του με πρώτο προορισμό το Μαρόκο, όπου εκείνη την περίοδο έτρεφε τις αναζητήσεις της μεγάλη μερίδα των χίπις. Λίγο καιρό αργότερα πρωτάκουγε από βινύλια τον άγνωστο ακόμα Ραβί Σανκάρ. Αυτές οι δύο εμπειρίες και η αποκάλυψη της ιαπωνικής παράδοσης στάθηκαν καθοριστικά βιώματα στη μετέπειτα διαδρομή του συνθέτη και πολυοργανίστα και στην περιπετειώδη περιπλάνησή του στις μουσικές του κόσμου. Το 1971 ταξίδεψε στην Ινδία και από τότε ταξιδεύει συνεχώς, αναζητώντας την ουσία και τη βαθύτερη σύνδεση με τις ρίζες των πολιτισμών του κόσμου στη φύση. Στο Μπενάρες της Ινδίας μαθαίνει σιτάρ, στην Ιαπωνία shakuhachi, στην Ταϊβάν σαντούρι, όπου και έκανε τις πρώτες ηχογραφήσεις του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ορίζει έμπρακτα και ουσιαστικά το μουσικό του κόσμο, ενώ ακολουθεί μια παραγωγή πρωτοφανής στο είδος της, με δίσκους, εμφανίσεις, διαρκή μελέτη, όχι μόνο στο «πώς» αλλά και στο «γιατί» της μουσικής. Γράφει αυθόρμητα, αφαιρώντας τη νοητική διαδικασία, πιστεύοντας στο συναίσθημα και στο ένστικτο.

Το τελευταίο του άλμπουμ με τίτλο «Panagia» περιλαμβάνει έξι ύμνους προς τη Θεοτόκο που επέλεξε ο Βασίλης Χατζηβασιλείου από το «Θεοτοκάριον», την «Ακολουθία του Ακαθίστου Υμνου» και τα «Προσωνύμια της Παναγίας». Εδώ ο συνθέτης προχωρά αρκετά βήματα παραπέρα και εξελίσσει την άποψη που εξέφρασε στο «Athos» το 1994, με το οποίο ήρθε τόσο κοντά στη χώρα μας με την ελληνόφωνη εκκλησιαστική μουσική και την αγιορείτικη παράδοση.

Την «Panagia» ακριβώς θ’ ακούσουν όσοι βρεθούν στο Ρωμαϊκό Ωδείο και να ένας από τους υπέροχους ύμνους που ντύθηκαν με μουσική: «Παναγία του κάλλους, Μακαρία Χελιδών/ Λυπητερή και Λυπημένη/ Ο γλυκασμός των Αγγέλων/ Ακριβή, Κρατίστη και Καλή/ Παναγία του πάθους και Παναγία της σαρκός/ Ροδινή, Ωραία και Μελαχρινή/ Κυρά της Πέτρας και Πελεκητή/ Αιματούσα, Αιματινή και Θρηνωδούσα/ Δέσποινα, Δέσποινα Μακαρία». Από το 1994 ο Μίκους επισκέφτηκε το Αγιον Ορος οκτώ φορές προσδοκώντας να ανακαλύψει και να εμβαθύνει στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας.

«Αν το «Αθως» ήταν μια αναφορά στο χώρο και την πνευματικότητα που υποβάλλει», λέει ο ίδιος, «η αναφορά στη Παναγία είναι κάτι ακόμη ευρύτερο. Η Παναγία, η μάνα του Χριστού, η Μαρία, δεν νοείται και δεν βιώνεται μόνο ως ένα πανίερο λατρευτικό πρόσωπο, αλλά ως κάτι πολύ οικείο στον απλό άνθρωπο. Είναι η μάνα που μεγαλώνει ένα παιδί, η μάνα που πονά για τα μαρτύριά του, η τραγική μάνα που σπαράζει την ώρα του μεγάλου πένθους. Γίνεται μια καθημερινή, συνηθισμένη μάνα της ζωής, χωρίς να χάνει την ιερή της υπόσταση. Με αυτή την ένοια η Παναγία είναι ένα παναθρώπινο σύμβολο».

Η «Panagia» είναι η 20ή δισκογραφική δουλειά του.

«Για μένα κάθε ηχογράφηση είναι μια περιπέτεια, ένα ταξίδι το οποίο προσκαλώ τους ακροατές να μοιραστούμε μέσα από τη σκέψη και τα συναισθήματά μου. Είναι πράγματι παράδοξο ότι ερμηνεύω κείμενα μιας γλώσσας που δεν μιλάω, όμως ακούω τη γλώσσα στην ηχητική της διάσταση και απολαμβάνω το λόγο για τη μουσικότητά του, θαυμάζοντας παράλληλα τον πλούτο και την αξία του», θα πει.

Η επιλογή των οργάνων και των ηχοχρωμάτων που κάθε ένα προσφέρει ήταν ανέκαθεν μια καθοριστική επιλογή για τον Mίκουs.

«Το κάθε όργανο συνοδεύεται από μια ιστορία που παίζει ένα σημαντικό ρόλο στον τρόπο που συγκροτώ την ηχητική μου μνήμη. Συλλέγω όργανα από κάθε περιοχή του κόσμου που δεν είναι απλά παραδοσιακά όργανα μαζικής παραγωγής, αλλά όργανα που συνδέονται με τον τόπο και εμένα προσωπικά. Απέκτησα τα αλογοκούδουνα του Ζανσκάρ στη διάρκεια μιας εβδομαδιαίας περιήγησής μου στα Ιμαλάια, στα 5.000 μέτρα, ενώ αντιμετωπίζαμε χιονοθύελλα. Ζήτησα από τον οδηγό μου να αγοράσω αυτά τα κουδουνάκια που ηχούσαν στ’ αυτιά μου επί μία εβδομάδα, γνωρίζοντας πως κανένα άλλο κουδούνι δεν θα ηχούσε το ίδιο, σημαίνοντας τόσα πολλά», επισημαίνει.

Ο μηχανισμός αυτής της πλούσιας προσωπικής ηχητικής μνήμης ενεργοποιείται κάθε φορά με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Λέει σχετικά: «Την εποχή που ασχολήθηκα με το «Αθως»» ήρθα σε επαφή με ένα μεσογειακό τοπίο αλλά και έναν πολιτισμό που έχει διατηρηθεί ανέπαφος πάνω από μια χιλιετία. Αυτόματα ήρθε στο μυαλό μου το φλάουτο του Πανός και ένιωσα πως τα ξύλινα πνευστά ήταν ο κατάλληλος ηχητικός κόσμος που απέδιδαν το βίωμα που ήθελα να περιγράψω μέσω της μουσικής».

Αντίστοιχα στο «Panagia» ο Mίκουs επιλέγει τα έγχορδα. Είναι όργανα από τη Βαυαρία, την Ινδία, το Πακιστάν και τη βορειοδυτική Κίνα, καθώς και μια 14χορδη κιθάρα δικής του επινόησης.

«Δεν προσπαθώ να αναπαραγάγω τη μουσική των λαών, αλλά να δημιουργήσω κάτι νέο, που θα επικοινωνεί με τους ανθρώπους σε παγκόσμιο επίπεδο. Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα το γεγονός ότι τα όργανα από την Κίνα, το Πακιστάν και την Ινδία ακούγονται για πρώτη φορά μαζί συνοδεύοντας έξι ποιητικά ελληνικά κείμενα της βυζαντινής παράδοσης», ολοκληρώνει.