Εκδήλωση για τον γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή της Πάτμου στη Βέροια (ΦΩΤΟ)

Loading...


Την Δευτέρα 8 Ιουνίου στο Παύλειο Πολιτιστικό Κέντρο Βεροίας στο πλαίσιο των ΚΑ Παυλείων και υπό τον τίτλο «Σύγχρονες Μορφές της Εκκλησίας», πραγματοποιήθηκε εκδήλωση αφιερωμένη στον μακαριστό γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή της Πάτμου. Την ευθύνη της παρουσίασης είχε ο Αρχιμ. Ιερεμίας Γεωργαλής, Αρχιερατικός Επίτροπος Βεργίνας. 

Την έναρξη της εκδηλώσεως επευλόγησε ο σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων, ο οποίος στην εμπνευσμένη ομιλία του αναφέρθηκε στην προσωπικότητα του μακαριστού γέροντος και στην γνωριμία μαζί του.
Στην συνέχεια ομίλησε η εκπρόσωπος της Ιεράς Μονής του Ευαγγελισμού Πάτμου, μοναχή Φιλαρέτη, η οποία κατέδειξε το νηπτικό και ησυχαστικό υπόβαθρο της οσιακής βιοτής του μακαριστού γέροντος αναφέροντας, μάλιστα, πολλά σημαντικά γεγονότα της πολυκύμαντης ζωής του.

Τρίτος ομιλητής ήταν ο Ιερομόναχος Αντίπας, Γέροντας του Ιβηρητικού Κελλίου της Αγ. Αννης του Αγίου Ορους, ο οποίος αναφέρθηκε διεξοδικά στην πνευματική καταγωγή του γέροντος Αμφιλοχίου της Πάτμου από το Κολλυβαδικό κίνημα του Αγίου Ορους.

Επίσης ακούσθηκε ηχητικό ντοκουμέντο του Μητροπολίτου Νέας Ζηλανδίας κ. Αμφιλοχίου, πνευματικού αναστήματος του μακαριστού γέροντος Αμφιλοχίου της Πάτμου, με αναφορές στη ζωή και τα οράματα του γέροντος.

H εισαγωγική ομιλία του αρχιμ. Ιερεμία Γεωργαλή

«Γέροντα που φέρνεις της ψυχής τους ρεμβασμούς, αλήθεια στη γη πατείς και είσαι στους ουρανούς».
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί Πατέρες, Οσιώτατες Μοναχές, αγαπητοί μου αδελφοί.

Σ’ αυτό το δίστιχο, ο πρωτογιός του οσίου Γέροντος Αμφιλοχίου της Πάτμου, ο μακαριστός Προηγούμενος της Μονής του Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, Αρχιμανδρίτης Παύλος Νικηταράς, συμπυκνώνει όλη την ηγιασμένη βιοτή του μακαρίου τούτου Γέροντος. Ο Γέροντας Αμφιλόχιος της Πάτμου υπήρξε σημείον μέγα για τον παρελθόντα πολύπαθο 20ο αιώνα. Ως ηγαπημένος του ηγαπημένου μαθητού Ιωάννου του Θεολόγου, ως εραστής της μοναχικής πολιτείας του Οσίου Πατρός ημών Χριστοδούλου του Λατρηνού, ως γνήσιο τέκνο και ακριβής συνεχιστής της Κολλυβαδικής παραδόσεως, ως συνέκδημος του Αγίου Νεκταρίου, ως φλογερός ιεραπόστολος και γενναίος πατριώτης, πορεύθηκε την στενή και τεθλιμένη οδό του Χριστού και εισήλθε νικητής και τροπαιοφόρος στην αιώνια Βασιλεία του Θεού, της οποίας ουκ εσται τέλος.

Ο όσιος Γέροντας Αμφιλόχιος της Πάτμου υπήρξε κυρίως και πρωτίστως νηπτικός Πατήρ της Εκκλησίας, κεκαθαρμένος των παθών της σαρκός και του πνεύματος, φωτισμένος υπό του Παναγίου Πνεύματος νούς, εργάτης και καθηγητής της νοεράς προσευχής, ορθόδοξος μοναχός διά τούτο και γνήσιος ιεραπόστολος. Έλεγε χαρακτηριστικά ο Γέροντας, αποκαλύπτοντας τον ησυχαστικό τρόπο της ζωής του:«Η ευχή είναι η βάσις της τελειότητος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος καθαρμού και αγιασμού από την νοερά προσευχή. Αυτή εγέμισε τον Παράδεισο από Αγίους ανθρώπους. Παρεκάλεσα τον Κύριο να σας δώσει το χάρισμα της ευχής. Δεν έχω άλλο δώρο να σας δώσω. Θέλω αυτό που θεωρώ το πιο πολύτιμο να σας το παραδώσω».

Γεννημένος το 1889 στο ιερό νησί της Πάτμου, ανετράφει, υπό των αειμνήστων και θεοσεβών γονέων του, εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Συντόνισε την παιδική του καρδιά με τα ηδύλαλα σήμαντρα και τις μεγαλοπρεπείς καμπάνες της Μονής του Μεγάλου Θεολόγου. Το Μάρτιο του 1906 εισέρχεται, ως δόκιμος, στο Μεγάλο Μοναστήρι και στις 27 Αυγούστου του ιδίου έτους κείρεται μοναχός με το όνομα Αμφιλόχιος. Η φιλοκαλία, τα ασκητικά κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου και του Οσίου Εφραίμ του Σύρου ήταν το εντρύφημά του. Ελάχιστο ήταν το φαγητό του, συνεχείς οι μετάνοιες, μια σανίδα το κρεβάτι του, πρώτος στην ακολουθία, όρθιος στο στασίδι του, υπάκουος στους γεροντάδες, ευγενής στους τρόπους, σεμνός στο ήθος, ιεροπρεπής στο ύφος, ασκητικός στο φρόνημα.Το 1911 με λαχτάρα επισκέπτεται το Άγιον Όρος. Στις 23 Μαρτίου 1913 στο ερημητήριο του Απωλλού κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον αυστηρό Πνευματικό, Ιερομόναχο Μακάριο Αντωνιάδη.Τον Μάιο του 1913 γίνεται προσκυνητής των Αγίων Τόπων.

Συνδέεται μετά ιερού συνδέσμου με τον Άγιο Νεκτάριο. Μετά από απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής χειροτονείται Διάκονος και εν συνεχεία Πρεσβύτερος. Υπηρετεί ως εφημέριος της Μεγάλης Μονής, Προιστάμενος του Προσκυνήματος της Παναγίας της Διασωζούσης και του Ιερού Σπηλαίου της Αποκαλύψεως.

Το 1935 ψηφίζεται, υπό της Πατμιακής Αδελφότητος, Καθηγούμενος και Πατριαρχικός Έξαρχος Πάτμου. Αντιστέκεται με σθένος στα σχέδια των Ιταλών κατακτητών για τον εξιταλισμό της Δωδεκανήσου, αυτονόμησης των νησιών από την Μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και υπαγωγής στον Πάπα της Ρώμης. Γι’ αυτόν τον αγώνα του εξορίσθηκε από την Πάτμο, υπό των Ιταλών κατακτητών. Την ίδια περίοδο αρχίζει να οργανώνει το ιερό γυναικείο κοινόβιο του Ευαγγελισμού, υπό αντίξοες συνθήκες, με την άμεση συνεργασία της πνευματικής του κόρης, της δασκάλας από την Κάλυμνο, Καλλιόπης Γούναρη, της μετέπειτα πρώτης Ηγουμένης του Ευαγγελισμού, Ευστοχίας μοναχής.

Ο Γέροντας Αμφιλόχιος της Πάτμου ίδρυσε μονές, ανέστησε μοναστήρια, περιέθαλψε ορφανά, προσέφερε στην Εκκλησία πλειάδα πνευματικών του τέκνων κληρικών, μοναχών και λαικών. Δεν έπαψε ποτέ, μέχρι το τέλος της ζωής του, να περιδιαβαίνει τα ηγαπημένα του Δωδεκάνησα, και όχι μόνο, και ως φιλόστοργος Πατήρ να εξομολογεί, να θεραπεύει, να παρηγορεί, να ενισχύει, να ενθουσιάζει, να ευλογεί, να αγιάζει εις το όνομα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, του μοναδικού Σωτήρος του κόσμου. Στις 16 Απριλίου του 1970 η μακαρία του ψυχή, ολοφώτεινη και λαμπερή, απήλθε εκ των προσκαίρων και εισήλθε θριαμβευτικά εις τας ουρανίους μονάς. Τα σημεία των θεοδώρητων χαρισμάτων του και της αγιότητός του ήταν εμφανή και εγνωσμένα πριν, ακόμα, από την μακαρία κοίμησή του.

Ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων, είχε την ιδιαιτέρα ευλογία να γνωρίσει από κοντά τον μακαριστό Γέροντα Αμφιλόχιο της Πάτμου, να ακούσει τους θεόπνευστους λόγους του, να λάβει την αγία του ευχή. Διά τούτο είχε και την φωτισμένη πρωτοβουλία να συγκαλέσει απόψε τούτη την πνευματική πανήγυρη διά να γνωρίσουμε όλοι, για άλλη μια φορά, ότι όντως θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις Αυτού».

Η ομιλία του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βεροίας κ. Παντελεήμονος
Πριν από λίγους μήνες η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ενέταξε στη χορεία των οσίων της κατ᾽ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας δύο σύγχρονες οσιακές μορφές της Εκκλησίας μας, δύο πνευματοφόρους Γέροντες που έζησαν στην εποχή μας και στήριξαν τις ψυχές των ανθρώπων με τους λόγους τους και τις προσευχές του. Δύο χαριτωμένους ασκητές που η επαφή με τον κόσμο δεν έδιωξε από την ψυχή τους την ησυχία της ερήμου, που ο πόνος της ασθενείας αύξησε μέσα τους τη γλυκύτητα της παρηγορίας του Θεού, την οποία χάριζαν αφειδώλευτα στον κόσμο.

Οι δύο σύγχρονες αγιασμένες μορφές της Εκκλησίας μας που πέρασαν στη συνείδηση της Εκκλησίας και των ανθρώπων που τους γνώρισαν και αναπαύθηκαν κοντά τους είναι ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης και ο όσιος Παίσιος ο Αγιορείτης. Η χαρά της αγιοκατατάξεώς τους είναι χαρά όλης της Εκκλησίας που στις οσιακές μορφές τους βλέπει να επιβεβαιώνεται ο λόγος του πρωτοκορυφαίου αποστόλου Παύλου: «ου δε επλεόνασεν η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η χάρις».

Η χαρά της αγιοκατατάξεώς τους είναι χαρά για τον κάθε πιστό γιατί βλέπει ότι η ελπίς μένει, γιατί στον κόσμο αυτό που κραυγαλέα διακηρύσσει ότι θέλει να απομακρυνθεί από τον Θεό και να ζήσει σαν τον άσωτο της παραβολής· στον κόσμο αυτό που μεταξύ της αμαρτίας και της αγιότητος επιλέγει συχνά και χωρίς περίσκεψη την αμαρτία, υπάρχει ελπίδα, υπάρχει περιθώριο, υπάρχει δυνατότητα να ζήσει ο άνθρωπος την εν Χριστώ ζωή μέσα στον κόσμο, αυτόν τον κόσμο που βλέπουμε γύρω μας· υπάρχει δυνατότητα να ζήσει ο άνθρωπος μέσα στη χάρη του Ιησού Χριστού και να αγιασθεί εν αυτώ.

Καί την χαρά μας αυτή αυξάνει και ισχυροποιεί το γεγονός ότι οι δύο νέοι όσιοι της Εκκλησίας, οι όσιοι αυτοί της εποχής μας, δεν είναι οι μόνοι που διακρίθηκαν για την οσιότητα του βίου τους και τα χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος που ήταν εμφανή στον λόγο και τη ζωή τους. Στις δεκαετίες που πέρασαν αναδείχθηκαν με τη χάρη του Θεού πολλές οσιακές μορφές που άφησαν το στίγμα τους στη ζωή της Εκκλησίας και τη ζωή των πιστών. Καί ανάμεσά τους και η οσιακή μορφή του Γέροντος Αμφιλοχίου της Πάτμου, του Γέροντος Αμφιλοχίου Μακρή, στον οποίο η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας αφιερώνει την όγδοη Ημερίδα που διοργανώνει και πραγματοποιεί στα φετινά ΚΑ´ Παύλεια υπό τον γενικό τίτλο «Σύγχρονες μορφές της Εκκλησίας».

Η χάρη του Θεού τον έστειλε σε μία εποχή κρίσιμη για την Εκκλησία αλλά και για την Ελλάδα, και μέσα στην φιλάγαθη πρόνοιά του τον προίκισε με εκείνα τα χαρίσματα που ήταν αναγκαία για την αποστολή την οποία θα αναλάμβανε.

Ο Γέροντας Αμφιλόχιος έζησε και έδρασε σε μία εποχή και σε ένα τόπο που τον είχε απόλυτα ανάγκη. Έζησε και έδρασε στο νησί της Αποκαλύψεως, στα χρόνια που η Πάτμος ήταν υποδουλωμένη αρχικά στους Τούρκους και στη συνέχεια στους Ιταλούς· σε χρόνια δύσκολα για τους Ορθοδόξους που υπέφεραν από τις απαγορεύσεις των Τούρκων και τη θρησκευτική προπαγάνδα των καθολικών κατακτητών τους, σε χρόνια που ο μοναχισμός διερχόταν κρίση, γιατί είχε εγκαταλείψει το κοινοβιακό σύστημα και είχε ακολουθήσει το ιδιόρρυθμο.

Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν εμπόδιο για τον νεαρό τότε απόφοιτο του Σχολαρχείου που έχει μεγάλη αγάπη για τον Χριστό και μεγάλο ζήλο για τη μοναχική ζωή. Γιατί το πνεύμα του Θεού «όπου θέλει πνεί», και το πνεύμα του Θεού ήθελε να πνεύσει διά του εκλεκτού δούλου του για άλλη μία φορά στην Πάτμο και από εκεί σε όλο τον κόσμο, για να παρακαλέσει τον λαό του και να τον καθοδηγήσει.

Ο Θεός προετοιμάζει τον νεαρό τότε μοναχό Αμφιλόχιο για τη μεγάλη αποστολή του, ανταποκρινόμενος και στις δικές του αναζητήσεις. Γιατί όταν ο άνθρωπος αναζητεί, ο Θεός δεν αρνείται να ικανοποιήσει τα αιτήματα των τέκνων του. Καί καθώς η ψυχή του π. Αμφιλοχίου φλέγεται από την αγάπη στον Θεό και να μυηθεί στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας, ο Θεός οδηγεί τα νεανικά βήματά του πρώτα σε ενάρετους ασκητές και ησυχαστές που ασκητεύουν στην Πάτμο, και στη συνέχεια, όταν εξαιτίας κάποιας ασθενείας του αναγκάσθηκε να πάει στην Αθήνα, στην Αίγινα, όπου γνώρισε και συνδέθηκε με τον άγιο Νεκτάριο, ο οποίος του δίδαξε την ησυχαστική παράδοση και τη νοερά προσευχή.

Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει ότι ήταν η πρόνοια του Θεού που οδήγησε τα βήματα του νεαρού μοναχού στον ασκητή Επίσκοπο της Εκκλησίας, στον άγιο του αιώνα μας, τον άγιο Νεκτάριο;

Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει ότι ήταν σχέδιο του Θεού να ποτισθεί με τα νάματα της Ορθοδόξου πνευματικότητος ο μοναχός που θα γινόταν πνευματικός πατέρας πολλών ψυχών, ο Γέροντας που θα ανανέωνε τον μοναχισμό στα Δωδεκάνησα, ο καλός ποιμένας που θα ενέπνεε τις ιεραποστολικές δράσεις εντός και εκτός Ελλάδος;

Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει ότι ήταν ο τρόπος με τον οποίο θέλησε ο Θεός να τον προετοιμάσει για τους πειρασμούς και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε, και να τον καθοδηγήσει δι᾽ υπομονής και καρτερίας όχι μόνο στον δρόμο των δοκιμασιών και των διωγμών αλλά και των ασθενειών, οι οποίες τον συνόδευαν σε όλη του τη ζωή.

Πολύ νωρίς καλείται να αναλάβει ευθύνες πνευματικές και διοικητικές στη Μονή του Θεολόγου, όπου ορίζεται αρχικά προιστάμενος του Ιερού Σπηλαίου της Αποκαλύψεως και στη συνέχεια εκλέγεται ηγούμενος της Μονής, ενώ ιδρύει και τη γυναικεία Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Μητρός του Ηγαπημένου.
Ο στόχος του είναι διπλός, όπως θα είναι και σε όλη του τη ζωή. Δεν βλέπει τον μοναχισμό αποκομμένο από τον κόσμο, ούτε όμως θέλει ένα μοναχισμό εκκοσμικευμένο, όπως είναι ο ιδιόρρυθμος μοναχισμός. Επιζητά ένα μοναχισμό γνήσια Ορθόδοξο, ένα μοναχισμό που ζεί συνειδητά την ορθόδοξη πνευματικότητα, τη νήψη, τη νοερά προσευχή, την παράδοση του κοινοβιακού πνεύματος, και μέσα από αυτά γίνεται φως, φως του κόσμου.
Καί αυτό το φως, επειδή δεν έχει καμία σχέση με το τεχνητό φως, δεν περιορίζεται από τίποτε και φωτίζει όπου και εάν βρεθεί, ακόμη και εάν κάποιοι επιχειρήσουν να το θέσουν «υπό τον μόδιον» και όχι «επί την λυχνίαν».

Αυτό συνέβη και με τον μακαριστό Γέροντα Αμφιλόχιο. Όταν οι Ιταλοί κατακτητές, αντίθετοι στην εκλογή του ως ηγουμένου της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και ενοχλημένοι από την ίδρυση της Ιεράς Μονής του Ευαγγελισμού, οι μοναχές της οποίας σύμφωνα με την επιθυμία του Γέροντος θα εργαζόταν «εν τη κοινωνία διά την διάδοσιν της χριστιανικής αληθείας και την εξάσκησιν της φιλανθρωπίας», τον εξόρισαν στην ηπειρωτική Ελλάδα και διέλυσαν τη Μονή, δεν θέτουν τον φωτισμένο πνευματικό «υπό τον μόδιον», αλλά χωρίς να το θέλουν τον θέτουν επί μία υψηλότερη λυχνία για να φωτίζει όχι μόνο την Πάτμο και τα Δωδεκάνησα, αλλά σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα, όπου αναπτύσσει σπουδαία ιεραποστολική δράση.
Το σχέδιο όμως του Θεού για τον μακαριστό Γέροντα Αμφιλόχιο είναι να επιστρέψει στην ιερή νήσο της Πάτμου, όπου έχει να επιτελέσει ένα πολύπλευρο έργο, βάση και θεμέλιο του οποίου είναιι η αληθινή και συνειδητή εν Χριστώ ζωή. Τα Δωδεκάνησα υποφέρουν από τις πιέσεις και τις επιδράσεις του καθολικισμού και της Ουνίας. Ο Γέροντας προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτή την προπαγάνδα δείχοντας στους ανθρώπους τον Ορθόδοξο τρόπο ζωής, καθοδηγώντας τους μέσα από το μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως, διδάσκοντάς τους με το παράδειγμα της αγίας βιοτής του, οδηγώντας τους με υπομονή στον δρόμο της προσευχής, της νοεράς προσευχής. Ο ίδιος, άλλωστε έλεγε για την προσευχή: «Όταν κάθομαι σε υψηλό βράχο προσευχής, όσα κύματα και να έλθουν δεν μου προξενούν τίποτε. Όταν όμως με βρούν χαμηλά, τότε με περιλούουν». Καί συνέχιζε «Η νοερά προσευχή αφομοιώνει, συνδέει, αγιάζει. Όταν στην ψυχή ανάψει η πυρκαιά της ευχής, όλα τρα ξηρά καίονται και εξαφανίζονται. Η νοερά προσευχή είναι η βάση της τελειότητος, είναι η πρώτη βαθμίδα της πνευματικής ανυψώσεως. Στην αρχή της ευχής αισθάνεσαι χαρά, έπειτα γλυκύτητα και στο τέλος σαν καρπός έρχονται τα δάκρυα. Διότι αισθάνεσαι πλέον την παρουσία του Ιησού.

Όταν θα καλλιεργήσετε την ευχή, δεν θα κουράζεστε, δεν θα ταράζεστε, δεν θα νυστάζετε στις ακολουθίες, διότι το σώμα σας θα είναι πλέον ένδυμα. Το φόρεμα ούτε λυπάται, ούτε κρυώνει, ούτε κουράζεται … Όσες ώρες και να στέκομαι δεν κουράζομαι. … Η νοερά προσευχή γέμισε τον Παράδεισο από τόσους αγίους ανθρώπους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος καθαρισμού και αγιασμού από την νοερά προσευχή. … Η υπακοή, όταν της αφαιρέσεις την κρυφή εργασία, την ευχή, δεν έχει αξία. Η ευχή είναι το σωσίβιο της ψυχής και του σώματός μας. Καί στον ωκεανό ακόμη να βρεθείς με βάρκα να ταξιδεύεις άφοβα.
Με την ευχή αγιάζεις τον τόπο που κάθεσαι και το έργο που κάνεις. Μεταλαμβάνετε συχνά», παρότρυνε τα πνευματικά του τέκνα ο Γέροντας, «προσεύχεσθε θερμά με την καρδιά σας, υπομένετε και θα δείτε χέρι δυνατό να σας κρατάει».
Η αγάπη του είναι τόσο μεγάλη προς όλους, ώστε όλους θέλει να τους σκεπάσει, όλους θέλει να τους προστατεύσει, όλους θέλει να τους στηρίξει. «Παράδεισο χωρίς εσάς, παιδιά μου, δεν τον θέλω», συνήθιζε να λέγει ο Γέροντας.
Η μορφή του εμπνέει όσους τον πλησιάζουν, και βρίσκουν στο πρόσωπό του τον στοργικό πατέρα, τον εμπνευσμένο διδάσκαλο, αυτόν που κατανοεί τις ανάγκες τους και βρίσκει τον τρόπο να αναπαύει τις ψυχές τους.

Δεν παραλείπει ποτέ να παρακινεί και να παροτρύνει τους ανθρώπους να καλλιεργούν την νοερά προσευχή, να στηρίζει τα παιδιά και τους νέους, να στηρίζει τις μοναχές και τα πνευματικά του τέκνα που εργάζονται στον κόσμο για να βοηθήσουν τους ανθρώπους, για να τους αφυπνήσουν από τον λήθαργο, για να τους επανασυνδέσουν με τη ζωή της Εκκλησίας.

Δεν φείδεται ούτε κόπων ούτε ταλαιπωρίας προκειμένου να συμπαρασταθεί στους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Σπεύδει για να βοηθήσει, για να παρηγορήσει, για να σώσει. «Ήταν Κυριακή μετά το πέρας της θείας Λειτουργίας», αφηγείται ο π. Παύλος Νικηταράς. «Ο Γέροντας είχε μία πάνινη καρέκλα αναπαύσεως και σε αυτή ήταν ανακεκλιμένος, προσηλωμένος στην καλλιέργεια της ευχής. Ακούει τότε καθαρά· «πήγαινε στην Ικαρία να βρείς την Ελένη». Δεν έδωσε σημασία στη φωνή, γιατί το θεώρησε πειρασμικό. Όταν όμως άκουσε τη φωνή και για δεύτερη και τρίτη φορά, χωρίς αναβολή σηκώνεται. Τρέχει και παίρνει το πρώτο σκάφος για την Ικαρία. Φθάνει στο λιμάνι και εκεί βλέπει μια γυναίκα να τρέχει. Φωνάζει την άγνωστη γυναίκα με το όνομά της «Παιδί μου, Ελένη, στάσου!». Η γυναίκα στρέφεται στον ιερωμένο:

«Συγχώρεσέ με, Πάτερ. Με προλάβατε, θα αυτοκτονούσα. Ήμουν απελπισμένη γιατί πέθανε ο άντρας μου». «Παιδί μου, δεν θέλω να απελπίζεσαι. Εγώ θα είμαι κοντά σου. Από δω και πέρα εγώ θα είμαι ο πνευματικός σου πατέρας».
Θεοδίδακτος στην αγάπη, σαν τον μαθητή της αγάπης, τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, στη Μονή του οποίου αφιέρωσε τη ζωή του και την ύπαρξή του από τα νεανικά του χρόνια.

«Από μικρό παιδί», είχε πεί ο ίδιος λίγο πριν από τη μακαρία κοίμησή του, για τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, «τον έβλεπα, τον αγαπούσα, προσευχόμουν και παρακαλούσα να γίνω μαθητής του και οπαδός του». Καί έγινε. Ο άγιος Ιωάννης εξεπλήρωσε την επιθυμία του Γέροντος, «ότι ηγάπησε πολύ».
Αυτή η απέραντη αγάπη του μακαριστού Γέροντος Αμφιλοχίου στον Θεό και τον άνθρωπο σε συνδυασμό με τη βαθειά του σχέση με την προσευχή, ήταν που τον οδηγούσαν στη ζωή και τις πράξεις του, ήταν αυτή που τον μετέβαλε σε σκεύος της εκλογής του Θεού για τη σωτηρία των ψυχών των ανθρώπων· ήταν αυτή που τον ανεδείκνυε χαρισματικό πνευματικό που είλκυε τις ψυχές των ανθρώπων κοντά στον Θεό.

Αναρίθμητοι είναι όσοι τον γνώρισαν ως πνευματικό και πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι μαρτυρούν ότι ο μακαριστός Γέροντας Αμφιλόχιος ήταν ο αίτιος αγαθών αποφάσεων στη ζωή τους, γιατί είχε τον κατάλληλο τρόπο για να απευθύνεται στον κάθε άνθρωπο και να τον βοηθά να προσεγγίσει τον Θεό.
«Όταν το 1969», αφηγείται ένα πνευματικό του τέκνο, «είχαμε πάει στην Πάτμο, ήταν εκεί μία Αγγλίδα καθηγήτρια Πανεπιστημίου, η οποία είχε γνωρίσει προηγουμένως τον Γέροντα και χάρη σ᾽ αυτόν είχε γίνει Ορθόδοξη. Όταν τη ρωτήσαμε τι ήταν αυτό που την έκανε να μεταστραφεί στην Ορθοδοξία, μας απάντησε: «Δύσκολη η ερώτησή σας. Αν όμως επιμένετε να σας την απαντήσω, σας λέω ότι για μένα Ορθοδοξία είναι αυτός ο Γέροντας».

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, γράφοντας σε ένα βιβλίο του για την πνευματική ζωή στην Ελλάδα, λέει ότι ο Γέρων Αμφιλόχιος Μακρής υπήρξε ο μεγαλύτερος πνευματικός της Ελλάδος του εικοστού αιώνος.

Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και η μαρτυρία ενός άλλου διακεκριμένου ιεράρχου, του Μητροπολίτου Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, ο οποίος διηγείται: «Ότα πρωτοπήγα στην Ελλάδα, το 1966-67, πήγα στην Πάτμο και συνάντησα τον Γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή … Ήταν ψηλός, το πρόσωπό του είχε μία ωραία όψη, ήταν μειλίχιος, με πολλή αγάπη, πάρα πολλή αγάπη. Αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Εξομολογήθηκα. Θα μου μείνει αλησμόνητη εκείνη η εξομολόγηση. Είχα πάει κοντά του με πολλές φοβερές πληγές από τον κόσμο. Είχα ήδη στραφεί προς τον μοναχισμό, αλλά δεν είχα πάρει ακόμη την τελική μου απόφαση κι είχα ανάγκη ακριβώς από έναν άνθρωπο για να με τονώσει. Πήγα κοντά του με κάποια διστακτικότητα, γιατί δεν γνώριζα ακόμη καλά την ελληνική γλώσσα. Κι όμως από την πρώτη στιγμή της εξομολογήσεως, αισθάνθηκα ότι μπορούσα να πω τα πάντα σ᾽ αυτό τον άνθρωπο. Η παρουσία του και ο τρόπος με τον οποίο με αντιμετώπισε, διέλυσαν όλους τους δισταγμούς μου.

Όταν του είπα όλα όσα είχα να πω και ενώ περίμενα να μου βάλει κάποιο επιτίμιο, εκείνος με αγκάλιασε, με προσφώνησε με το βαπτιστικό μου όνομα και μου είπε: Αδελφέ Χρήστο, να κοινωνήσουμε αύριο; Περίμενα χίλια δύο άλλα πράγματα και το μόνο που δεν περίμενα ήταν αυτό. Τόση ήταν η αγάπη που είχε μέσα του. Με αγκάλιασε με την αγάπη του, εμένα, τον ερχόμενον προς αυτόν. Με την αγάπη του αυτή καταλάβαινες το πνεύμα της Εκκλησίας και την πραγματική πατρότητα. Εγώ, ένας ξένος, ένας άγνωστος, να πηγαίνω σε έναν άγνωστο τόπο, σε έναν άγνωστο άνθρωπο και να αισθάνομαι ωσάν ο άνθρωπος αυτός να με γνώριζε από την παιδική μου ηλικίας και να με αγαπούσε ωσάν να με είχε γεννήσει ο ίδιος.

Η μεγάλη αγάπη που είχε ο Γέροντας Αμφιλόχιος αλλά και η ταπείνωση και η απλότητά του φαίνεται και από ένα άλλο περιστατικό που αφηγείται ένα πνευματικό του τέκνο. «Όταν κάποτε πήγαμε στη Μονή του Ευαγγελισμού, ο Γέροντας μας είπε να πάμε και «στον Χριστό», στο κελί στο οποίο έμενε, για να προσκυνήσουμε. Η ηγουμένη είπε σε μία μοναχή να μας οδηγήσει εκεί. Εκείνη απάντησε ότι δεν μπορούσε να μας συνοδεύει εκείνη την ώρα, διότι κάτι ετοίμαζε. Η ηγουμένη της εξήγησε ότι δεν ήταν σωστό και θα έπρεπε να μας συνοδεύσει, κάνοντας συγχρόνως και υπακοή. Καί τότε προς έκπληξη όλων μας ακούσαμε τον Γέροντα Αμφιλόχιος, ο οποίος δεν μπορούσε καλά-καλά να σύρει τα βήματά του, να λέει: «Δεν πειράζει, παιδί μου. Πηγαίνω εγώ να τους συνοδεύσω», δίνοντας με πολλή απλότητα ένα σπουδαίο μάθημα σε όλους μας.

Θεωρώ μεγάλη ευλογία ότι αξιώθηκα να γνωρίσω τον μακαριστό Γέροντα Αμφιλόχιο, όταν νέος είχα επισκεφθεί την Πάτμο μαζί με τον μακαριστό Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Παπαγεωργίου και να τον συναντήσω στο Κάθισμα όπου διέμενε. Ήταν λίγους μήνες πριν από τη μακαρία κοίμησή του, την οποία πληροφορήθηκα ενώ βρισκόμουν νεαρός διάκονος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων στο Λονδίνο. Τότε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων Αθηναγόρας, ο οποίος ήταν αδελφός της Μονής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και συνδεόταν με τον Γέροντα Αμφιλόχιο, μου είχε αφηγηθεί ένα πραγματικά συγκλονιστικό περιστατικό.

Λίγο πριν από την κοίμησή του χρειάσθηκε να κάνει μία εξέταση αίματος. Μικροβιολόγος δεν υπήρχε στην Πάτμο και έτσι του πήραν αίμα και το μετέφεραν σε ένα μικροβιολόγο στη Λέρο για να πραγματοποιήσει την εξέταση. Όταν έφθασε το αίμα στο ιατρείο και ο ιατρός το άνοιξε, βρέθηκε προ εκπλήξεως τόσο ο ίδιος όσο και αυτός που το μετέφερε. Το αίμα ευωδίαζε, ανεξήγητα για την ανθρώπινη λογική, όχι όμως και για τη θεία, που οικονομεί τα πάντα ώστε να μαρτυρεί, κατά την υπόσχεση του Θεού, και να αναδεικνύει όλους τους εκλεκτούς δούλους του, με τον τρόπο που Εκείνος γνωρίζει.

Το επόμενο καλοκαίρι, ως κληρικός πλέον, είχα και πάλι την ευκαιρία να επισκεφθώ την Πάτμο μαζί με τον μακαριστό Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα και να συλλειτουργήσουμε, ως διάκονος εγώ, στη Μονή του Ευαγγελισμού και να τελέσουμε το μνημόσυνο του Γέροντος Αμφιλοχίου.
Η ανάμνηση της γλυκύτητος της ευγενικής του μορφής, της καθαγιασμένης από την άσκηση, την υπομονή και καρτερία, της φωτισμένης από το φως της θείας Χάριτος και τη μυστική επικοινωνία με τον Θεό, μένει από τότε χαραγμένη στη σκέψη και την ψυχή μου. Καί θεωρώ ότι η αφιέρωση αυτής της Ημερίδος στη σπουδαία μορφή του σύγχρονου μοναχισμού, στην σπουδαία αυτή μορφή της Εκκλησίας, στον μακαριστό Γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή, στον μακαριστό Γέροντα της Πάτμου, είναι όχι μόνο ένα δίκαιο όφλημα, αλλά και μία διδακτική αφορμή για όλους μας, για να εντρυφήσουμε στην αγάπη, για να εντρυφήσουμε στην προσευχή, ώστε να προσεγγίσουμε και εμείς τον Θεό, ακολουθώντας το παράδειγμα της ζωής και των λόγων του μακαριστού Γέροντος.

Δεν θα προχωρήσω όμως περισσότερο αναφέροντας παραδείγματα από τη ζωή του Γέροντος Αμφιλοχίου, γιατί θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε πολλά και ωφέλιμα από τους ομιλητές μας, τον π. Αντίπα Αγιορείτη και την Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής του Ευαγγελισμού, Μητρός του Ηγιασμένου, της Πάτμου που είναι σήμερα κοντά για να μας μιλήσουν για τον μακαριστό Γέροντα Αμφιλόχιο.

Πριν να παραχωρήσω το βήμα θα ήθελα να τους ευχαριστήσω και τους δύο θερμά, για τον κόπο στον οποίο υποβλήθηκαν να έρθουν στη Βέροια, αλλά και για όσα θα μας μεταφέρουν από τη ζωή και τη διδασκαλία του μακαριστού Γέροντος Αμφιλοχίου.