Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η νεοελληνική μας διάρκεια

Loading...


Του Μιχάλη Γ. Τρίτου, Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Αν η κοσμοκαταλύτρα ροή του χρόνου παρασέρνει στο πέρασμά της τα πάντα και τα παραδίδει στης λησμονιάς τη μελαγχολική σιγαλιά, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις μεγάλες φυσιογνωμίες της ιστορίας, που σημαδεύουν τις εποχές, νικάνε τη λήθη και το χρόνο και γίνονται οι φωτεινοί οδοδείχτες του σωστού προσανατολισμού της ζωής.

Ένας από αυτούς που νίκησαν τη λήθη και το χρόνο και όσο απομακρυνόμαστε από το έτος του μαρτυρικού του θανάτου τόσο πιο πολύ τον πλησιάζουμε, είναι ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που υπήρξε το μεγαλύτερο κεφάλαιο της φυλής μας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η επιφανέστερη λαοπαιδευτική και νεοπατερική μορφή της νεοελληνικής εθνότητας, ο επιβλητικότερος λαϊκός αναγεννητής των τελευταίων χρόνων της σκλαβιάς και ένας από τους λίγους που έκαναν θετική προεργασία και εξασφάλισαν στον αγώνα του ’21 εγγυήσεις επιτυχίας. Ο πατρό-Κοσμάς ο Αιτωλός ήρθε λίγο πριν από την αυγή της λευτεριάς, όταν το σκοτάδι ήταν απελπιστικό για να ανάψει πυρκαϊές, να ξυπνήσει τις ναρκωμένες από το φόβο συνειδήσεις, να ανοίξει τα μάτια των ραγιάδων, που όπως ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά, είχαν «αγριέψει».

Το πολύπλευρο και πολυδιάστατο έργο του μπορούμε να το διακρίνουμε σε θρησκευτικό, εθνικό και κοινωνικό.

Το θρησκευτικό του έργο κατέχει την πρώτη θέση στην όλη δραστηριότητα του. Ο Χριστός υπήρξε γι’ αυτόν το θεμέλιο πάνω στο οποίο στήριξε τη ζωή και το έργο του. Γιατί έργα, κατορθώματα και πράξεις, ζωή, θυσίες και μόχθος σαν του Κοσμά του Αιτωλού δεν αντέχουν σε άλλη θεμελίωση.
Το πρόσωπο του Χριστού αναφέρεται συχνά στις Διδαχές του Αγίου, ιδίως στις αρχές των ομιλιών του. Για τον Χριστό ο άγιος Κοσμάς εκφράζεται με τις γλυκύτερες εκφράσεις. Ο Χριστός γι’ αυτόν είναι «ο γλυκύτατος αυθέντης και δεσπότης, ο ποιητής των αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως».
Η διαρκής επίκληση του ονόματος του Χριστού από τον άγιο Κοσμά είναι απόλυτα δικαιολογημένη , γιατί ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, «ενώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς»(Κολ.  β, 9). Είναι Εκείνος που θα έλθει στο τέλος της ιστορίας «μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος».

Εξίσου σημαντικό είναι το εθνικό έργο του άγιου Κοσμά, που εστιάζεται σε τρία σημεία: στην ίδρυση σχολείων, στην καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας και στην αναστολή του εξισλαμισμού.
Στα χρόνια του η παιδεία δεν βρισκόταν στην άθλια κατάσταση των δύο πρώτων μετά την άλωση αιώνων, αφού στις πόλεις λειτουργούσαν πολλά Ελληνοσχολεία. Όμως στην ύπαιθρο η κατάσταση ήταν διαφορετική. Εκεί το Γένος «ήτο βυθισμένο εις απόλυτον αγγραματείαν», όπως έγραφε ο Κων/νος Κούμας. Ο άγιος Κοσμάς σε μία φράση της Γ’ Διδαχής του περιγράφει παραστατικά την τραγικότητα της καταστάσεως: «Δεν βλέπετε, έλεγε, πως αγρίεψε το γένος μας από την αμάθειαν και εγινήκαμεν ωσάν τα θηρία;». Γι’ αυτό ο άγιος μας , βλέποντας ότι η έλλειψη οργανωμένης παιδείας είχε συντελέσει στη γενικότερη κατάπτωση του πολιτικού και ηθικού επιπέδου, δίνει προτεραιότητα σε αυτήν.
Στη μάθηση και στην πρόοδο στήριζε το λυτρωμό του Γένους.
Πριν από το Ρήγα, τον Κοραή και τον Καποδίστρια πρώτος ο Κοσμάς είδε αυτή την ανάγκη. Από το  σύνολο των επιστολών του μονάχα τρείς δεν είναι αφιερωμένες στην παιδεία. Όλες οι άλλες ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την ίδρυση και λειτουργία σχολείων και την εδραίωση της ελληνικής γλώσσας. Η προσφορά του Κοσμά, στον τομέα αυτό υπήρξε ηρωική και γιγάντια.
Ο άγιος Κοσμάς θεωρούσε την μόρφωση θεμέλιο της εθνικής αναγεννήσεως. Η πνευματική ανόρθωση της εθνότητας ήταν γι’ αυτόν συνάρτηση της εκπαιδεύσεως της νέας γενιάς. «Τα σχολεία, έλεγε, φωτίζουν τους ανθρώπους. Ανοίγουν τα ομμάτια των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών να μαθαίνουν τα μυστήρια».
Ο μεγάλος αυτός παιδαγωγός του δούλου Γένους πίστευε ότι χωρίς παιδεία ο άνθρωπος εξαγριώνεται. Μονάχα η παιδεία αμβλύνει την τραχύτητα των ανθρωπίνων ενστίκτων, ανεβάζει τον άνθρωπο πάνω από το υλικό και το ζωώδες και καλλιεργεί τον ενδιάθετο κόσμο του ανθρώπου.

Για τον Κοσμά ο Χριστός και η Εκκλησία πρέπει να κατέχουν κεντρική θέση στο ελληνικό σχολείο. Το παιδευτικό του αίτημα ήταν σαφές: η μόρφωση πρέπει να οδηγεί στην Εκκλησία, στο Θεό, στη θέωση που αποτελεί το δεοντολογικό στόχο της ανθρώπινης υπάρξεως.

Ο αριθμός των σχολείων που ίδρυσε ο άγιος Κοσμάς, είναι πράγματι εκπληκτικός. Τον απολογισμό του έργου του στον τομέα αυτό μας τον δίνει ο ίδιος σε γράμμα του προς τον αδελφό του Χρύσανθο, γραμμένο λίγο πριν από το μαρτυρικό του τέλος: « έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον μου βεβαιούντος δια των επακολουθησάντων σημείων». Πρόκειται για έναν πραγματικό άθλο για την εποχή εκείνη. Φρόντιζε επίσης για δασκάλους, για ανεύεση χρημάτων, για διδακτήρια. Ήθελε μορφωμένο λαό ο άγιος Κοσμάς γιατί πίστευε απόλυτα ότι πριν από την εθνική αποκατάσταση πρέπει να προηγηθεί η πνευματική του αναγέννηση.

Ένας άλλος στόχος του αγίου Κοσμά ήταν η σπουδή της ελληνικής γλώσσας και η ισχυροποίηση των ασθενών εθνολογικά και γλωσσικά διαμερισμάτων της εθνότητας, ιδίως των βορειοτέρων. Και τούτο, όπως ο ίδιος έλεγε: « Η Εκκλησία μας είναι εις την ελληνικήν και αν δε σπουδάξεις εις το Ελληνικόν, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβεις εκείνα όπου ομολογά η Εκκλησία μας».

Αναγνωρίζοντας τον πολιτισμικό χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας επέκρινε επιμελώς όσους μιλούσαν βλάχικα ή αρβανίτικα και σύσταινε παντού τη χρήση της ελληνικής, ως γλώσσας επίσημης της Εκκλησίας και των ιδιωτικών σχέσεων.
Ήταν τόσο δυνατή η προσπάθεια για την κατάργηση της διγλωσσίας, ώστε οι Ρουμάνοι αντέδρασαν στην κατάταξη στο ορθόδοξο αγιολόγιο της μνήμης του με Πατριαρχική και Συνοδική πράξη.

Η αντίδραση αυτή των Ρουμάνων οφείλεται στο μίσος, που έτρεφαν κατά του Κοσμά, επειδή με τους αγώνες του χτύπησε το βλάχικο ιδίωμα, το οποίο η Ρουμανία θέλησε να το εκμεταλλευτεί εθνικιστικά. Όπως παρατηρεί ο ακαδημαϊκός Αντώνιος Κεραμόπουλος, «Οι έξω των συνόρων της Ελλάδος ιστοριογραφούντες Κουτσόβλαχοι κακολογούσαν τον «μαύρον εκβιαστήν» Κοσμάν Αιτωλόν και το Πατριαρχείο  Κωνσταντινουπόλεως, διότι τούτο, ασκούν αντιρουμανικήν πολιτικήν κατά τον ιή αι. έστειλε τον ενάρετο ιεροκήρυκα Κοσμάν, ον λατρεύουσι ως άγιον η Δυτική Στερεά και Μακεδονία και όλη η Ήπειρος και Θεσσαλία, όχι εις την καρδίαν της Ρουμανίας, ην κυβερνά εκκλησιαστικώς, αλλ’ εις τα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου, άτινα ακούοντα φιλιππικούς κατά της επεισάκτου και χρόνους δουλείας αναμιμνησκούσης λατινογενούς γλώσσης, επανήλθον εις την ελληνικήν γλώσσαν αμέσως από της μιάς ημέρας μέχρι της άλλης.»

Η αγάπη του πατρό-Κοσμά για την ελληνική γλώσσα ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία, «που είναι εις την ελληνικήν». Η ελληνική γλώσσα ήταν για τον Κοσμά: Ευαγγέλιο, υμνολογία, λατρεία, θεολογικοί όροι που δεν αντικαθίστανται και δεν αποδίδονται, όταν μεταφραστούν. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ο άγιος Κοσμάς χτυπούσε τη διγλωσσία.

Το εθνικό έργο του αγίου Κοσμά ολοκληρώνεται με την αναχαίτιση του κύματος του εξισλαμισμού που ήταν ταυτόχρονα και αναχαίτιση του εκτουρκισμού, αφού σ’ αυτήν την τραγική για το Γένος μας περίοδο  θρησκευτικότητα και εθνικισμός είχαν ταυτισθεί.

Οι εξισλαμισμοί σ’ αυτήν την περίοδο απέβησαν θρησκευτική και εθνική αιμορραγία. Το μεγαλύτερο μέρος του μικρασιατικού πληθυσμού εξισλαμίστηκε και εκτουρκίστηκε. Το ίδιο συνέβη στη Μακεδονία, Ήπειρο, Βοσνία, Ερζεγοβίνη, Θράκη και κυρίως στην Αλβανία, όπου ο αριθμός των Χριστιανών από 550 χιλ. κατέβηκε στις 50 χιλ. Ολόκληρες περιοχές, επειδή  δεν μπορούσαν να υποφέρουν τις καταθλιπτικές φορολογίες, εξισλαμίζονταν ομαδικά μαζί με τους ιερείς τους και έχαναν μαζί με τη θρησκεία την εθνική τους συνείδηση και γλώσσα.
Οι εξισλαμισμοί κυρίως στην Αλβανία θα ήταν μεγαλύτεροι, αν κατά την τραγική για το Γένος μας περίοδο δεν εμφανίζονταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος με τις διδαχές και τον μαρτυρικό του θάνατο έγινε σύμβολο αντιστάσεως του λαού, στέριωσε την πίστη των ραγιάδων και έδωσε ελπίδες καινούργιας ζωής.
Αλλά και η κοινωνική διάσταση του έργου του αγίου Κοσμά παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ο πατρό-Κοσμάς δεν ήταν μονάχα ο ασκητής με τις μονοδιάστατες πτήσεις, αλλά και ο γνήσιος φορέας του ορθοδόξου πνεύματος στο κοινωνικό πεδίο κατά τους νεώτερους χρόνους. Το παράδειγμά του μας δείχνει με ποιο τρόπο η ορθόδοξη μεταφυσική μπορεί να υλοποιηθεί σε κοινωνικώς δέον.

Ο άγιος Κοσμάς σε μια δύσκολη περίοδο για το Γένος εμφανίζεται ως πρωτοπόρος στον ορίζοντα των κοινωνικών αναγεννητών του Ελληνισμού. Οι διδαχές του αναφέρονται στην κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα των δύο φύλων, την κατάργηση της πολυτέλειας, την ολιγάρκεια, την ίδρυση κοινωφελών έργων. Ο πατρό-Κοσμάς πολέμησε το απάνθρωπο φαινόμενο της ληστείας. Μίλησε για την αξία της εργασίας, την τήρηση της αργίας της Κυριακής, την ιερότητα του γάμου, τη σπουδαιότητα του συζυγικού βίου και της εγκράτειας. Αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις για την ανακούφιση της ανθρώπινης δυστυχίας, την περίθαλψη των φτωχών, τον σεβασμό του ανθρωπίνου προσώπου. Συνιστούσε την αποφυγή της «αρπαγής και αδικίας» και προέτρεπε να δίδεται «το άδικον οπίσω» σε όποιον και αν είχε γίνει η αδικία. Παράλληλα προέτρεπε τους Χριστιανούς να δραστηριοποιούνται συλλογικά για εθνωφελείς σκοπούς και να τιμούν τους προεστούς και τους γεροντότερους.

Γενικά το κήρυγμά του ήταν ένα κήρυγμα αγάπης, ανθρωπιάς, δικαιοσύνης και ομόνοιας. Ένα κήρυγμα κοινωνικής ενότητας, που στηρίζεται στον αλληλοσεβασμό «αρχόντων και αρχόμενων». Γι’ αυτό μπορούν άριστα να αποτελέσουν τη βάση μιας ορθόδοξης κοινωνιολογίας, αφού εκφράζουν την αυθεντική αγιοπατερική αντίληψη της  Εκκλησίας, η οποία δεν έχει καμία σχέση ούτε με τον καπιταλισμό, ούτε με τον μαρξισμό.
Ο άγιος Κοσμάς με τις Διδαχές και το παράδειγμά του μας δείχνει το δρόμο της σωστής κοινωνικοποιήσεως που στηρίζεται στην  χριστοποίηση και την εκκλησιοποίηση του κόσμου. Πρόκειται για ένα όραμα όχι μονάχα μεταφυσικό, αλλά και ενδοκοσμικό, αφού η ζωή της αιωνιότητας περνάει από την χριστοποίηση των θεσμών και των δομών του παρόντος.

Αυτός ήταν ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Ένας κόσμος ολόκληρος. Ένας θερμός κήρυκας πνευματικού διαφωτισμού, κοινωνικής αλληλεγγύης, δικαιοσύνης και ελευθερίας. Ένα από τα εκλεκτότερα όργανα της θείας Πρόνοιας για την περιστολή του κακού και τη πνευματική αναγέννηση του Έθνους.

Αν θα θέλαμε να εκτιμήσουμε την σημερινή θέση της ελληνορθοδόξου παραδόσεως στη νεοελληνική μας πραγματικότητα για την οποία αγωνίστηκε ο άγιος Κοσμάς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ενώ θεωρητικά είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, στην πράξη διακωμωδείται και περιφρονείται. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια προσπάθεια αποχριστιανοποιήσεως του Έθνους και της Παιδείας, η οποία επιχειρείται με πολιτειακά μέτρα που αποδομούν όχι μόνο τον εκκλησιαστικό, αλλά και τον εθνικό μας βίο. Αυτά είναι η πλαστογράφηση της ιστορίας, η αποκοπή από τις ρίζες του Έθνους, η περιφρόνηση της παραδόσεως, ο παραμερισμός της μακραίωνης πολιτιστικής κληρονομιάς, η μειοδοσία στα εθνικά μας θέματα και η απεμπόληση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων μας. Κυκλοφορούν διδακτικά βιβλία διαποτισμένα από τον ιστορικό υλισμό. Ο εκκλησιασμός των μαθητών καθίσταται προβληματικός. Ενθαρρύνονται οι εκτρεπόμενοι εκπαιδευτικοί.

Στα διδακτικά βιβλία διοχετεύονται αντιθρησκευτικές θέσεις. Το Βυζάντιο και ο πολιτισμός του υποτιμούνται . Η συμβολή της Εκκλησίας στους αγώνες του Έθνους αποσιωπάται. Στα αναγνωστικά βιβλία λείπει κάθε αναφορά στη θρησκεία, την πίστη και την εκκλησία με μακροπρόθεσμο στόχο την αλλοίωση της Ελληνορθόδοξης ταυτότητος του Έθνους. Γενικά, όπως επισημαίνει η εγκύκλιος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, «επιχειρείται αλλοίωση του παραδοσιακού μορφωτικού ιδεώδους μέσα στους χώρους της εκπαιδεύσεως για να υποβαθμιστούν τα χριστιανικά του στοιχεία».

Όλοι αυτοί οι εισηγητές  τέτοιων νομοθετημάτων, επηρεασμένων από τον άθεο διαφωτισμό της Εσπερίας, οι ημιμαθείς, οι σνομπ, οι ξεθυμασμένοι φυλετικά Έλληνες, όπως θα τους αποκαλούσε ο αείμνηστος Στράτης Μυριβήλης δεν είναι σε θέση να εννοήσουν τη βιολογική δύναμη που έχει η Ελληνορθόδοξη παράδοση στη διατήρηση της εθνικής ζωής και φθάνουν στο σημείο είτε από αμάθεια είτε από σκοπιμότητα προπαγανδιστική να συγχέουν την έννοια «παράδοση» με την έννοια «αντίδραση» και «οπισθοδρόμηση» και να θέλουν να βάλουν βέβηλο χέρι στη μεγαλύτερη πολιτιστική σύνθεση της ανθρωπότητας.

Αγνοούν ή θέλουν να αγνοούν ότι αυτή η παράδοση είναι συστατικό στοιχείο του Γένους μας. Τη ζούμε καθημερινά στην Εκκλησία, στην Τέχνη στη Λογοτεχνία, στα ήθη και τα έθιμα του λαού μας. Πολιτιστικά είμαστε απόγονοι του βυζαντινού πολιτισμού.
Για μας τους Νεοέλληνες δεν υπάρχει άλλος δρόμος από κείνον που μας δείχνει η φωτεινή μορφή του μεγάλου Ιεραποστόλου και Εθναποστόλου Κοσμά του Αιτωλού. Είναι ο δρόμος της δοκιμασμένης ελληνορθοδόξου παραδόσεως, η οποία δεν είναι μια στείρα παρελθοντολογία, ούτε μια άγονη επιστροφή σε παρωχημένες μορφές ζωής, αλλά ένας συσσωρευτής πείρας ζωής, ένα δυναμικό γίγνεσθαι και μια ζωντανή παρουσία, που γονιμοποιεί και τρέφει τη νεοελληνική μας διάρκεια.

Η ελληνορθόδοξη παράδοση αποτελεί γεγονός και απόλυτη πραγματικότητα, απέναντι στην οποία πρέπει να σταθούμε γονυκλινείς. Κάθε προσπάθεια απεμπολίσεώς της από τη ζωή του Έθνους είναι εθνική αυτοκτονία και έγκλημα εσχάτης προδοσίας.
Αυτήν την παράδοση έχουμε χρέος να τη διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την εθνική μας αυτοσυνειδησία και ταυτότητα και να μη γίνουμε ένας λαός άχρωμος, κοσμοπολίτικος, χωρίς ιδανικά, που δεν έχει τίποτε το διαφορετικό από τους άλλους.