Μνήμη κοιμήσεως 2 σύγχρονων αγιασμένων Γερόντων (4 Ιανουαρίου)

Loading...


Η 4η Ιανουαρίου είναι ημερομηνία της κοίμησης δύο συγχρόνων αγιασμένων αγωνιστών της Εκκλησίας μας που αγάπησαν πολύ το Χριστό και έκαναν πράξη τον ευαγγελικό λόγο. Ασκήθηκαν στην υπομονή, την αγάπη και παράλληλα διακρίθηκαν για την αρετή, την ταπείνωση και την αγιοπνευματική πορεία του βίου τους. Είναι ο όσιος Μοναχός Νικηφόρος Τζανακάκης εκ Σηρικαρίου Χανίων και ο σημειοφόρος Λευίτης Νικόλαος Πέττας εκ Πατρών. 
Mάλιστα ο πρώτος πρόσφατα κατατάχθηκε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου που συνήλθε από 1ης μέχρι 3ης Δεκεμβρίου 2012. Αξίζει και μας βοηθάει στον καθημερινό μας αγώνα, να πληροφορηθούμε κάποια στοιχεία για τη ζωή και των δύο.

Όσιος  Νικηφόρος  ο  Λεπρός  εκ  Σηρικαρίου  Κισάμου

 

Ο Όσιος Μοναχός Νικηφόρος γεννήθηκε το 1890 στο Σηρικάρι Χανίων, ένα πλούσιο σε φυσική ομορφιά ορεινό χωριό της Κρήτης. Το χωριό του είχε το εξής χαρακτηριστικό: ήταν χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές οι οποίες πήραν και την ονομασία τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί. Ο Άγιος γεννήθηκε στη γειτονιά των Κωστογιάννηδων.
Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικόλαος Τζανακάκης. Οι γονείς του ήταν άνθρωποι απλοί και ευλαβείς χωρικοί, αλλά πέθαναν όταν ήταν ακόμα μικρός στην ηλικία. Την ανατροφή του ανέλαβε πλέον ο παππούς του.

Στην ηλικία των 13 ετών ο παππούς του τον έστειλε σε κουρείο στα Χανιά για να μάθει την τέχνη και να εργαστεί εκεί. Τότε εμφανίστηκαν στον Άγιο τα πρώτα σημάδια της νόσου του Χάνσεν, τα οποία έγιναν εντονότερα όταν έγινε 16 ετών. Την εποχή εκείνη τους χανσενικούς, δηλαδή τους λεπρούς, τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόνγκα, γιατί η λέπρα ήταν μία μεταδοτική ασθένεια που δύσκολα αντιμετωπιζόταν, ενώ μόνο το άκουσμά της προξενούσε φόβο και αποτροπιασμό. Γιά να αποφύγει ο νεαρός Νικόλαος τον εγκλεισμό του στη Σπιναλόγκα, έφυγε με καράβι για την Αίγυπτο.

Έφτασε στην Αλεξάνδρεια, όπου ξεκίνησε να εργάζεται πάλι σε κουρείο. Εκεί γρήγορα έγινε αγαπητός σε όσους τον γνώριζαν ενώ απέκτησε επικοινωνία με κληρικούς της Αλεξάνδρειας, οι οποίοι τον στήριζαν και τον βοηθούσαν να προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Όμως, λίγα χρόνια αργότερα τα σημάδια της λέπρας έγιναν πολύ πιο έντονα και εμφανή, κυρίως στα χέρια και το πρόσωπο. Τότε ο Νικόλαος εμπιστεύτηκε το πρόβλημά του σε κληρικό του Πατριαρχείου, ο οποίος καταγόταν από τη Χίο. Εκείνος τον περιέβαλε με αγάπη και απευθύνθηκε στον π. Άνθιμο Βαγιάνο, μετέπειτα Άγιο Άνθιμο της Χίου, που ήταν ιερέας στο λεπροκομείο της Χίου προκειμένου να μεταβεί εκεί ο Νικόλαος.

                                                                                                                                         
Πράγματι, το 1914 ο Νικόλαος σε ηλικία 24 ετών φτάνει στη Χίο και εγκαθίσταται στο λεπροκομείο. Εκεί έδινε καθημερινή μάχη με την ασθένεια που προχωρούσε και εξελισσόταν και επέφερε πολλές αλλοιώσεις στο σώμα. Κατάλληλα φάρμακα για την αντιμετώπισή της δεν υπήρχαν, αφού το φάρμακο βρέθηκε αργότερα, το 1947.
Παράλληλα, ο Νικόλαος ασκούταν στην πνευματική ζωή με πνευματικό οδηγό τον π. Άνθιμο. Μετά από δύο χρόνια κι αφού ο γέροντάς του τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα, έγινε η μοναχική κουρά του και έλαβε το όνομα Νικηφόρος.

Ο π. Νικηφόρος εργαζόταν στους κήπους και ήταν ο κύριος ψάλτης στον Άγιο Λάζαρο, το εκκλησάκι του Λωβοκομείου όπου φυλασσόταν και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Ζούσε με αυστηρή νηστεία και προσευχόταν τη νύχτα πολλές ώρες κάνοντας πάρα πολλές μετάνοιες. Είχε αγάπη στην καρδιά του, δεν είχε λογοφέρει με κανέναν ούτε είχε κακοκαρδίσει κανέναν. Τηρούσε το τυπικό και έκανε τις ακολουθίες στον Άγιο Λάζαρο, ενώ πολλές φορές μαζί με άλλους ασθενείς έλεγαν το απόδειπνο και τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Είχε γνήσια υπακοή στον γέροντά του Άγιο Άνθιμο, θαύματα του οποίου κατέγραφε, όσα είδε με τα μάτια του. Τα περισσότερα από αυτά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζομένων.

Η ασθένεια του π. Νικηφόρου προχωρούσε και σιγά-σιγά έχανε το φως του. Έφτασε στο σημείο να ψέλνει τροπάρια και να απαγγέλει τους Αποστόλους από στήθους. Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον π. Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω.

Την εποχή αυτή, στον Αντιλεπρικό Σταθμό στο Αιγάλεω ζούσε και ο π. Ευμένιος, τον οποίο είχα την ευλογία να γνωρίσω και να συναντήσω επανειλημμένως. Είχε προσβληθεί κι αυτός από τη νόσο του Χάνσεν αλλά θεραπεύτηκε και παρέμεινε στο νοσοκομείο «Λοιμωδών», στον Αντιλεπρικό Σταθμό, διακονώντας με πολλή αγάπη τους συνασθενείς του. Ο π. Ευμένιος ανέλαβε και την φροντίδα του Οσίου Νικηφόρου που τότε ήταν 67 ετών, σχεδόν παράλυτος από την ασθένεια και τυφλός. Στο πρόσωπο του Αγίου βρήκε τον θεοφόρο γέροντα στον οποίο έκανε τέλεια υπακοή.

Σε αντίθεση με άλλους ασθενείς ο όσιος Νικηφόρος δεν είχε καθόλου απαιτήσεις. Ήταν πολύ πράος και ταπεινός. Καλλιεργούσε την αδιάλειπτη νοερά προσευχή. Ο Άγιος Άνθιμος αναφερόμενος για τον π. Νικηφόρο, σε επιστολή προς τον π. Ευμένιο, γράφει: «Σού στέλνω έναν θησαυρό, να σού διδάξει τη νοερά προσευχή».
                                                                                                                                  
Ως ανταμοιβή της υπομονής και της άσκησής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Υπήρξε μεγάλο πνευματικό ανάστημα. Πλήθος κόσμου συνέρεε στο κελάκι του π. Νικηφόρου στο νοσοκομείο «Λοιμωδών» για να πάρει την ευχή του και να ζητήσει την προσευχή του. Ο ίδιος είχε καταστεί δοχείο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που την μετέδιδε σε όποιον τον επισκεπτόταν. Είχε το χάρισμα της παρηγορίας των θλιβομένων, παρόλο που ο ίδιος ήταν κατάκοιτος με πληγές και πόνους. Μολονότι σήκωνε το σταυρό της δύσκολης ασθένειάς του, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία και δοξολογούσε τον Θεό. Είχε έντονο πνευματικό αγώνα και πάλη με τους δαίμονες, αλλά η χάρη του Θεού δεν τον εγκατέλειψε. Έβλεπε με τα μάτια της ψυχής το φως της Θείας Χάριτος. Το πρόσωπό του έλαμπε και μετέδιδε χαρά σε όσους τον έβλεπαν.

Ο Κύριος τον κάλεσε κοντά Του στις 4 Ιανουαρίου του 1964. Μετά την εκταφή τα άγια λείψανά του ευωδίαζαν. Έκτοτε τα διαφύλατε με ευλάβεια ο π. Ευμένιος δίπλα από το κελλί του, κατ’ εντολή του οσίου Νικηφόρου.

Ο π. Ευμένιος πολλές φορές αναφερόταν στον γέροντά του με πολύ σεβασμό. Χαρακτηριστικά είχε αναφέρει ότι κάποιο βράδυ που πήγε να τον δεί στο κελλί του, τον βρήκε προσευχόμενο με το πρόσωπό του λουσμένο στο φως να κατηγορεί τον εαυτό του. Τότε του είχε πεί: «Στην προσευχή σου να κατηγορείς τον εαυτό σου, παιδί μου». Τόσο ο π. Ευμένιος όσο και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών του Οσίου Νικηφόρου προς το Θεό. Ας έχουμε τις πρεσβείες του.


 
Απολυτίκιον Αγίου Νικηφόρου του λεπρού ( Ήχος α´)
 

Νικηφόρου Οσίου, του λεπρού τα παλαίσματα,* και την εν ασκήσει ανδρείαν, κατεπλάγησαν Άγγελοι* ως άλλος γαρ Ιώβ τα αλγεινά, * υπέμεινε δοξάζων τον Θεόν,* νυν δε δόξη εστεφάνωται παρ’ Αυτού,* θαυμάτων διακρίσεσιν.* Χαίροις των Μοναστών χειραγωγέ,* χαίροις φωτός ο μέτοχος* Χαίροις ο ευωδίας χαρμονήν, προχέων εκ λειψάνων σου.
(Ποίημα Καθηγουμένης Ισιδώρας Μοναχής Αγιεροθειτίσσης)

Ο ηγιασμένος ιερέας  Νικόλαος Α.  Πέττας  εκ  Πατρών
 

Πρόκειται για έναν σύγχρονό μας ταπεινό και άξιο ιερέα, πνευματικό, οικογενειάρχη και καθηγητή τεχνικής εκπαίδευσης, ο οποίος είχε αφήσει τον εαυτό του στα χέρια του Χριστού για να τον χρησιμοποιεί ως μέσον για τη σωτηρία των ανθρώπων. Κι Εκείνος τον είχε καταστήσει δοχείο της Χάρης Του, χορηγώντας του χαρίσματα-δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Διότι ως γνωστόν «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Η οικογένειά μου συνδεόταν τόσο με τον ίδιο, όσο και την πρεσβυτέρα του Ανθή.

Ο π. Νικόλαος Α. Πέττας γεννήθηκε το 1941 στην Πάτρα. Ήταν επτανησιακής καταγωγής, γόνος επιφανών οικογενειών. Οι γονείς του ήρθαν στην Πάτρα μετά τους μεγάλους σεισμούς στα Επτάνησα το 1928. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ανδρέας -του Νικολάου- Πέτρακας ή Πέττας από την πόλη της Ζακύνθου και ήταν γνωστός βιομήχανος σαπωνοποιίας στην Πάτρα. Μητέρα του ήταν η Σοφία Παναγή Τζάκη από τα Φραγκάτα της Κεφαλλονιάς. Ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας. Η ευλαβής μητέρα του έφυγε σε νεαρή ηλικία. Από μικρό τον νουθετούσε εν Κυρίω, ενώ του έλεγε προφητικά: «Νικολάκη μου θέλω να γευθώ μία μπουκιά από το αγιασμένο ρασάκι σου!», γιατί της είχε κάνει εντύπωση το γεγονός ότι σαν βρέφος δεν θήλαζε το γάλα Τετάρτη και Παρασκευή.

Τον π. Νικόλαο τον βάπτισαν τρεις αφιερωμένες κοπέλες, δίνοντάς του δύο ονόματα, Νικόλαο-Εμμανουήλ. Από μικρή ηλικία ασχολείτο με την οικογενειακή επιχείρηση ενώ παράλληλα οι γονείς του φρόντιζαν να λαμβάνει μόρφωση σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Υπάρχουν περιστατικά που μαρτυρούν ότι από μικρός είχε βιώσει ζωντανά την θεία προστασία. Ένα ενδεικτικό είναι τούτο: μία μέρα που η αδελφή του Ελένη τον είχε πάει στον ενοριακό τους ναό του Αγ. Γερασίμου στην Παραλία Πατρών, στο δρόμο καθώς επέστρεφαν εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους μία ψηλή μαυροφόρα επιβλητική γυναίκα και είπε αυστηρά στην αδερφή του: «Πάρε το παιδί και κρύψου στις καλαμιές γιατί σε λίγο θα περάσει στρατιωτικό τανκ και θα σας πατήσει!». Πράγματι, από τον στενό αυτό δρόμο πέρασε ένα γερμανικό τανκ και σώθηκαν χάρη στην επέμβαση της Παναγίας μας.
Καθώς μεγάλωνε ο Νικόλαος-Εμμανουήλ είχε εξομολόγο και πνευματικό καθοδηγητή τον γνωστό οσιωθέντα αρχιμ. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο στην Πάτρα. Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, επειδή η οικογένειά του ήταν εύπορη και είχε την οικονομική δυνατότητα και επειδή η μητέρα του ήταν ελεήμων, συγκέντρωναν στο σπίτι τους πτωχούς και τους οικονομούσαν. Την ίδια δύσκολη περίοδο, συγκεντρώνονταν στο σπίτι οι οικείοι του Νικολάου με πρόσωπα από τον κύκλο του π. Γερβασίου και έκαναν εποικοδομητικές πνευματικές συζητήσεις.

Συνήθως ο Νικόλαος συναναστρεφόταν με μεγαλύτερους από την ηλικία του ανθρώπους, σοφούς, αλλά είχε και μεγάλη ευαισθησία στα παιδιά. Ιδιαίτερη φροντίδα είχε σε αυτά του Ορφανοτροφείου του Σκιαγιοπούλειου που βρισκόταν στη γειτονιά του. Χαρακτηριστικά, στις μέρες των εορτών έπαιρναν με τους δικούς του ορφανά παιδιά από το ίδρυμα στο σπίτι τους. Παράλληλα, ασχολήθηκε με την κατήχηση παιδιών, ενώ πολλά από τα παιδιά που κατηχούσε έγιναν ρασοφόροι.

Όταν ήρθε η ώρα, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και έγινε Λοχίας στη Μοίρα πυραύλων στο Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Την πίστη του και ο,τι είχε βιώσει από μικρός τα μετέδιδε στους στρατιώτες. Πολλούς τους οδήγησε σε γέροντες και πνευματικούς. Στο στρατόπεδο τελούσαν καθημερινά όλες τις ακολουθίες μέσα από το Ωρολόγιο. Την περίοδο που υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη, γνώρισε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ τον γνωστό μας γέροντα Παίσιο τον Αγιορείτη. Στις επισκέψεις που έκανε στο νοσοκομείο προκειμένου να δεί τον γνωστό Μοναχό Παίσιο, έπαιρνε μαζί του και φαντάρους. Αρκετοί από αυτούς ομολογούν ότι γνώρισαν τον Χριστό και την μυστηριακή ζωή από το νεαρό λοχία τους Νικόλαο, ενώ κάποιοι έγιναν ρασοφόροι.

Αξιοθαύμαστη είναι η πλούσια και πολύπλευρη μόρφωση που είχε ο π. Νικόλαος. Συνδύαζε κάτι πολύ σπάνιο, τις θετικές και τις θεωρητικές επιστήμες. Συγκεκριμένα είχε τα εξής πτυχία: Μηχανολόγου, Ραδιοτεχνίτου, Εργοδηγού Μηχανουργικών Εγκαταστάσεων, Θεολόγου, Τεχνολόγων Μηχανικών, Εκπαιδευτικού Λειτουργού Παιδαγωγικής Επιμόρφωσης. Ήταν άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα, φιλόμουσος, αγαπούσε το διάβασμα και μελετούσε εγχειρίδια πολλών επιστημών.

Πρωτοδιορίστηκε ως καθηγητής Μηχανολογίας στις τεχνικές σχολές της Ναυπάκτου. Αργότερα πήρε μετάθεση και δίδασκε σε τεχνικά σχολεία στην Πάτρα. Ως εκπαιδευτικός φερόταν στα παιδιά με αγάπη και επιείκεια. Γνώριζε καλά τα παιδαγωγικά και την ψυχολογία των παιδιών, ενώ οι ενέργειές του δήλωναν ότι ήταν λεπτός άνθρωπος. «Η όλη παρουσία του στο σχολείο ήταν μετρημένη και με ιεροπρέπεια. Σού ενέπνεε σεβασμό σε τέτοιο βαθμό που και ως συνάδελφο λαικό ακόμα, τον φανταζόμασταν με ράσο» γράφει ο επί σειρά ετών συνάδελφός του, κ. Χαράλαμπος Λ. Κοντοχρήστου και συνεχίζει: «Γιά εμάς τους καθηγητές ήταν ένας ιδιαίτερος και σπάνιος άνθρωπος, υπόδειγμα κληρικού και καθηγητή με την συνέπειά του και την πνευματικότητά του. Αρχικά προξενούσε εντύπωση στους μαθητές το γεγονός ότι ένας ρασοφόρος ήταν παράλληλα και καθηγητής τους στη Μηχανολογία και έμπαινε με τα ράσα στο εργαστήριο να τους διδάξει στην πράξη. Η σκέψη αυτή τους έκανε στην αρχή να τον χλευάζουν, ενώ εκείνος έκανε ότι δεν καταλάβαινε. Μετά τις πρώτες μέρες αναπτυσσόταν ένα παράξενο πνευματικό δέσιμο μεταξύ τους και γινόταν για εκείνους ο πατέρας τους, ο δάσκαλός τους, η παρηγοριά τους. Όταν ορισμένοι συνάδελφοι ταλαιπωρούσαν τα παιδιά, μεσολαβούσε ο π. Νικόλαος και τα βοηθούσε να πάρουν το πτυχίο τους. Βοηθούσε τα παιδιά χωρίς διακρίσεις. Ακόμα και άνθρωποι που του δήλωναν ότι δεν τον συμπαθούσαν επειδή φορούσε το ράσο, συχνά τον πλησίαζαν και ζητούσαν τη συμβουλή του για διάφορα θέματά τους. Γιατί ο π. Νικόλαος δεν τους περιφρονούσε και δεν τους απέφευγε, αλλά τους τραβούσε κοντά του γιατί δεν φοβόταν. Με την σεμνότητά του που συνδυαζόταν με γενναιότητα, κέρδιζε την εκτίμηση και τον θαυμασμό ανθρώπων που δεν περίμενε κανείς να σεβαστούν ποτέ ένα ρασοφόρο. Εμείς πολλές φορές κάναμε κάποια πράγματα διοικητικά ή προσωπικά κρυφά από εκείνον. Όμως ο π. Νικόλαος μ’ ένα άλλο τρόπο, πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό, τα γνώριζε όλα! Μέσα στην απέραντη ηρεμία που τον χαρακτήριζε, αντιλαμβανόταν κάθε κίνηση και, με μίαν εξαιρετική θεόσδοτη χάρη, καταλάβαινε όχι μόνο όσα του λέγαμε μα και όσα σκεφτόμασταν».

Στις 7-5-1970 νυμφεύθηκε την πιστή και άξια σύζυγό του Ανθή Χ. Κατριμπούζα από το Φράγκα της Αχαίας. Ήταν πολύ αγαπημένο ζευγάρι και απέκτησαν κατόπιν πολλής προσευχής δώδεκα παιδιά, έξι αγόρια και έξι κορίτσια.

Ως οικογενειάρχης και καθηγητής ο Νικόλαος συνέχιζε την αυστηρή πνευματική ζωή. Στο σχολείο, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν άξιος συνεχιστής της αγωγής των γονιών στα παιδιά. Τον ενδιέφερε οι σπουδαστές να λάβουν γνώσεις επιστημονικές, αλλά και πνευματικές και ηθικές ώστε να είναι χρήσιμοι στην κοινωνία και να κάνουν σωστές οικογένειες.

Κάποια στιγμή, ανάμεσα στη γέννα των δύο παιδιών τους, του Παναγιώτη και της Μαρίας, ένιωσε να φουντώνει περισσότερο από ποτέ, μέσα του η φλόγα που τον πρόσταζε να ιερωθεί. Αυτό το εμπιστεύτηκε στον πνευματικό του ώστε να δούν που θα οδηγήσει. Επί τρία χρόνια δεχόταν ουράνιο κάλεσμα να γίνει λειτουργός του Υψίστου και τελικά ο πνευματικός του π. Γεώργιος Παπασταύρου και άλλοι αγιορείτες πατέρες, όπως ο π. Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο γέροντας Παίσιος, ο π. Εφραίμ της Φιλοθέου και οι Διονυσιάτες Γαβριήλ, Θεόκλητος και Χαράλαμπος, τον έπεισαν να δεχθεί την θεία κλήση.

Αποκαλυπτικά για το πρόσωπο του π. Νικολάου είναι τα λόγια του μακαριστού Επισκόπου Πατρών κυρού Νικοδήμου Βαληνδρά, ο οποίος στις 8 Απριλίου του 1979 τον χειροτόνησε Διάκονο και στις 15 Απριλίου του ίδιου έτους τον χειροτόνησε Πρεσβύτερο, δίνοντάς του το όνομα Νικόλαος. Είχε πεί: «Πολλές χειροτονίες έχω τελέσει, αλλά αυτό που ένιωσα στην χειροτονία αυτή είναι κάτι το μοναδικό». Ανέφερε ο αρχιερέας ότι και στις δύο χειροτονίες ένιωσε ότι ζούσε μία Πεντηκοστή και ότι κατάλαβε πως ο π. Νικόλαος είναι πράγματι ελεημένος από τον Θεό. Ο τότε Επίσκοπος έκλεισε το λόγο του λέγοντας: «π. Νικόλαε, νιώθω ότι ελεήθηκα από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος αφότου έβαλα τας χείρας μου στην κεφαλή σου για να σού μεταδώσω τη χάρη της ιερωσύνης. Να με θυμάσαι και να με μνημονεύεις σε παρακαλώ, και σε αυτήν τη ζωή και στην άλλη, όταν σε καλέσει ο Κύριος».
Αρχικά, ο τόπος διακονίας του ήταν η ενορία του Αγίου Γεωργίου Κρύα Ιτεών Πάτρας. Αργότερα μετατέθηκε ως εφημέριος στον ναό του Αγίου Βασιλείου Ζαρουχλείκων, όπου διαμένει και η οικογένειά του. Ως ιερέας ήταν ασκητικός και ακόμα πιο φιλακόλουθος από πριν. Τελούσε κατανυκτικές Θείες Λειτουργίες ενώ πολλοί πιστοί είχαν παρατηρήσει ότι αρκετές φορές δεν πατούσε στο έδαφος. Παράλληλα ήταν διάκονος των Μυστηρίων, προσεκτικός, αφιλοχρήματος, με συναίσθηση της ευθύνης της αποστολής του και μεγάλο ενδιαφέρον για την πνευματική και πρακτική στήριξη του ποιμνίου του. Χαρακτηριστικά, ο ευλαβέστατος κληρικός της Πάτρας Αρχιμ. Νικόδημος Πετρόπουλος, σε γραπτό του κείμενο για τον π. Νικόλαο (με ημερομηνία Πάτρα, 23/10/2011), μεταξύ άλλων σημειώνει ότι ήταν ένας ιερέας-άνθρωπος του Θεού, άκακος, απλός, σεμνός, άνθρωπος της υπομονής και της ταπείνωσης που έχαιρε εκτίμησης από τους πιστούς και που εν πολλοίς θύμιζε τον παπα-Πλανά. Μάλιστα, δηλωτικό των πνευματικών χαρισμάτων του π. Νικολάου είναι το εξής περιστατικό που αναφέρει ο π. Νικόδημος Πετρόπουλος: «Ο Θεός στην ενορία που διακονώ επέτρεψε κάποτε δεινό πειρασμό υπό ψευδαδέλφων. Τις στιγμές εκείνες που με υπομονή και πολλή σιωπή υπέμεινα αυτήν την δοκιμασία, προς αποφυγή του σκανδαλισμού των πιστών κι ενώ βρισκόμουν στο ναό μαζί με πνευματικά μου παιδιά, προσήλθε ο ταπεινός αυτός λευίτης και ένδακρυς απευθυνόμενος σε μένα, μου είπε: «Αδελφέ μου, ήρθα να σε δω γιατί μου είπε ο Χριστός να πας στον Άγιο Παύλο, στο Νικόδημο, διότι διέρχεται έναν μεγάλο πειρασμό…».
Άλλες φορές πάλι, όπως αναφέρει σε βιβλίο του ο πατερικός π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος, εκεί που έτρωγε στο οικογενειακό τραπέζι, σηκωνόταν ξαφνικά και νηστικός έφευγε. Έπαιρνε το αυτοκίνητο και πήγαινε σε συγκεκριμένο σπίτι όπου το ζευγάρι καυγάδιζε έντονα. Τότε έμπαινε μέσα και εξομάλυνε τα πράγματα και τους συμφιλίωνε. Είναι πολλές οι μαρτυρίες ανθρώπων που καταθέτουν ότι ο π. Νικόλαος προέλεγε δοκιμασίες, ασθένειες, και άλλα που θα συνέβαιναν και αναλόγως την περίπτωση, έδινε τις κατάλληλες συμβουλές. Όμως πάντα σε αυτά που αποκάλυπτε είχε σκοπό σωτηριολογικό. Πολλά περιστατικά που αποκαλύπτουν το διορατικό του χάρισμα αναφέρει ο π. Χαράλαμπος Πανουτσακόπουλος από την Πάτρα στο προσωπικό του ιστολόγιο.
Αγαπούσε πολύ την προσευχή και ποθούσε την άσκηση. Είχε διαμορφώσει σε ένα γιαπί οικοδομής πλησίον της οικίας του, ένα ασκητήριο και εκεί είχε πολλές εικόνες, καντήλι, το πετραχήλι του. Ήταν για τον π. Νικόλαο τόπος προσευχής και άσκησης. Εκεί συχνά εξομολογούσε ενώ είχε πολλές επισκέψεις και εμφανίσεις της Παναγίας και άλλων Αγίων.
Βίωνε πολλές αποκαλυπτικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας που είναι δύσκολο να περιγραφούν και να αναφερθούν επί της παρούσης. Το σίγουρο είναι ότι βίωνε καταστάσεις Χάριτος. Κατά μαρτυρία του διακριτικού π. Αντωνίου Ρουμελιώτη από την Πάτρα, στις περισσότερος Θείες Λειτουργίες έβλεπε πάνω στην Αγία Τράπεζα, τη στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, τον ίδιο τον Κύριο. Κι όταν εξομολογούταν με διάκριση αυτές τις εμπειρίες του, θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο για τέτοια θεωρία. Επιπλέον, μετά το πέρας της αναίμακτης θυσίας δεν μπορούσε να βγεί αμέσως από το ιερό βήμα.

Ο π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος αναφέρει ότι όταν ο π. Νικόλαος είχε αποκαλύψεις κατά την Θεία Λειτουργία, συχνά «αφαιρούταν» διότι συνεπαίρνετο στα Ουράνια. Αυτό αποτελούσε αφορμή να τον παρεξηγούν άλλοι κληρικοί και οι ψάλτες, θεωρώντας ότι έχει «σαλέψει» ή ότι έχει κάποιο νοητικό πρόβλημα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ζούσε την απαξίωση και την επικριτική ως και μειωτική στάση προς το πρόσωπό του, ακόμα και από ανθρώπους εκκλησιαστικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, είναι πολλοί αυτοί που θεωρούν ότι μετά το θάνατό του αντιλαμβάνονται τα σημεία του π. Νικολάου και νιώθουν ότι ο Κύριος τους είχε κλείσει τη διάνοια, διότι δεν θα τα άντεχαν ή ότι δεν είχαν την πνευματικότητα να τα κατανοήσουν.

Ακόμα και τον άδικο χαμό του πρώτου του παιδιού, της Σοφίας, το 1992 ανήμερα της γιορτής της από τροχαίο δυστύχημα, είχε δεί κατά την προσκομιδή όταν λειτουργούσε. Ο ίδιος ομολόγησε ότι είδε μπροστά στα μάτια του όλο το χαμό του παιδιού του.

Γιά την κοίμησή του έλαβε πληροφορία από το Μ. Βασίλειο, όταν τελούσε την Θεία Λειτουργία προς τιμήν του την πρωτοχρονιά του 2000. Συγκεκριμένα πληροφορήθηκε ότι μετά από τρεις μέρες θα βρισκόταν στην ουράνια πολιτεία, όπως και έγινε.

Μετά την κοίμηση του π. Νικολάου, πλήθος πιστών συνέτρεξε να τον αποχαιρετήσει θεωρώντας τον αληθινό κληρικό, μεγάλο αγωνιστή και άνθρωπο του Θεού. Το σκήνωμά του είχε ευκαμψία και διατηρούσε φυσιολογική θερμοκρασία, ενώ το πρόσωπό του διακρινόταν ιλαρό. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι, μετά την κοίμησή του, άνθρωποι τον επικαλούνται και τους βοηθά επιτελώντας θαυμαστά σημεία και ιάσεις.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο π. Νικόλαος είχε προείπει ότι πρώτα θα έφευγε εκείνος για την άλλη ζωή και μετά η πρεσβυτέρα του σε σημαδιακή χρονολογία και ημέρα και ότι τα παιδιά τους θα πονέσουν περισσότερο για την απώλεια της μητέρας τους. Επίσης, ότι κατά την κοίμησή της θα αντιληφθούν περισσότερα για το πνευματικό ύψος της. Πράγματι, ο π. Νικόλαος έφυγε 4 Ιανουαρίου 2000 και η πρεσβυτέρα του Ανθή στις 6 Δεκεμβρίου 2012, μετά από δώδεκα έτη από την κοίμηση του π. Νικολάου. Μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρίες πνευματικών πατέρων, και ενδεικτικά καταγράφεται του π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου, επτά μήνες πριν την κοίμησή της η πρεσβυτέρα ενώ βρισκόταν καθηλωμένη στο κρεβάτι με βαριά προβλήματα κινητικά και αναπνευστικά, άκουγε ουράνιες Λειτουργίες και αγγελικές ψαλμωδίες, μεταξύ αυτών άκουσε και τη φωνή του κεκοιμημένου συζύγου της ο οποίος την προετοίμασε λέγοντας: «Πρεσβυτέρα μου Ανθούλα, επειδή περνάς πολλά βάσανα όπως ο πολύαθλος Ιώβ, είναι απόφαση του Χριστού μας φέτος στην εορτή μου (δηλαδή του Αγ. Νικολάου 6 Δεκεμβρίου) να σε πάρω στα ουράνια για να ξεκουραστείς!». Ο λόγος αυτός επαληθεύτηκε όταν συνέβη το γεγονός της κοιμήσεώς της στις 6 Δεκεμβρίου που μας πέρασε. Η ευλαβέστατη πρεσβυτέρα Ανθή έφυγε στο «Σοφία, ορθοί» του Ευαγγελίου του Όρθρου, το πρωί του Αγίου Νικολάου, ευρισκόμενη στην εντατική του Γ.Ν.Α.

Ας έχουμε την αγία ευχή και των δύο σύγχρονων σπάνιων Γερόντων.
Ιωάννα Κ. Λυμπεροπούλου,
Θεολόγος-Υποψήφια Μεταπτυχιακού Διπλώματος Θεολογίας

Οικογενειακή φωτογραφία της πολυμελούς οικογενείας του π. Νικολάου Α. Πέττα  και της πρεσβυτέρας Ανθής, με τα παιδιά τους και τον μακαριστό Αρχιεπ. Χριστόδουλο.

Παρασκευή 04 Ιανουαρίου 2013.
Συντάχθηκε από την Θεολόγο – Υποψήφια Μεταπτυχιακού
Διπλώματος Θεολογίας, Ιωάννα Κ. Λυμπεροπούλου.



Ετικέτες