Ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω (23/1)

Loading...


του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

Ο Όσιος γεννήθηκε πριν το 1500 στο χωριό Σκλάταινα (Δρακότρυπα) της Καρδίτσας.

Οι φτωχοί μα ευσεβείς γονείς του, Νικόλαος και Θεοδώρα, του έδωσαν το όνομα Δημήτριος. Μετά το θάνατο των γονέων του, σε ηλικία 18 ετών, εκάρη μοναχός (δόκιμος) στην Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου από το γέροντα Άνθιμο που του έδωσε το όνομα Δανιήλ. Αναζητώντας περισσότερη ησυχία μετέβη στην Ι. Μ. Καρακάλλου, όπου ως μεγαλόσχημος ιερομόναχος, πια, πήρε το όνομα Διονύσιος, εγκαταβιώνοντας για μια δεκαετία εκεί. Ζώντας με αυστηρή άσκηση και νηστεία που θύμιζε άγγελο, επιβλήθηκε με τα χαρίσματά του σε όλους τους πατέρες του Αγίου Όρους και εξελέγη ηγούμενος της βουλγαρικής τότε Μονής Φιλοθέου.

Όμως εξαιτίας των πλειοψηφούντων στη Μονή Βουλγάρων, που αντιδρούσαν στην παρουσία του, εγκατέλειψε την αγιορείτικη πολιτεία και λίγο μετά το 1520 εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Βέροιας όπου ανακαίνισε εκ βάθρων την Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, καθιστώντας την πνευματικό φάρο για όλη την κεντρική και δυτική Μακεδονία. Η παράδοση θέλει τους Βελβεντινούς να επισκέπτονται με τα ζώα το Μοναστήρι του Προδρόμου Βέροιας, να λειτουργούνται και να κοινωνούν σ’ αυτό. Αλλά και αργότερα, όταν ο Άγιος θα πάει στον Όλυμπο, οι Βελβεντινοί θα τον ακολουθήσουν και θα επισκέπτονται με τα πόδια και με τα ζώα τους, το Μοναστήρι στον Όλυμπο, για να ζητήσουν τη βοήθεια του Αγίου.

Στη Μακεδονία ο Άγιος γνωρίστηκε με έναν άλλο μεγάλο ασκητή, τον Άγιο Νικάνορα, στο Μοναστήρι της Ζάβορδας. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο κόσμος, θαυμάζοντας την ισάγγελη πολιτεία του Οσίου, συνέρρεε όλο και πιο πολύς, ενώ η τοπική εκκλησία ζήτησε απ΄ το Διονύσιο να αναλάβει τη θέση του επισκόπου που τότε είχε χηρέψει. Ο Διονύσιος, επειδή ήθελε να αποφύγει την εκλογή του από ταπείνωση, αναχώρησε και πάλι.
Εγκαταστάθηκε σε ένα σπήλαιο του Ολύμπου, που σώζεται ως τις μέρες μας, ζώντας το γνωστό του ασκητικό βίο. Από εκεί, διωγμένος από κάποιους ντόπιους, μετέβη προσωρινά στην περιοχή του Β. Πηλίου, όπου έκτισε την Ι. Μ. Αγίας Τριάδος Σουρβιάς, μετά από θαυματουργή υπόδειξη του Θεού, το 1542. Το 1545 επέστρεψε στον Όλυμπο, διότι λόγω της παντελούς ανυδρίας που έπληξε τον τόπο των διωκτών του, δέχτηκε την πρόσκληση του διώκτη του Αγά Σάκου. Τη φορά αυτή έκτισε μια Μονή στο όνομα της Αγίας Τριάδος και πάλι.

Εκεί συγκεντρώθηκαν σε λίγους μήνες λόγω της φήμης του Οσίου πολλοί μοναχοί. Ωστόσο ο ίδιος χρησιμοποιούσε ακόμα για προσευχή και ησυχία τα σπήλαια που υπήρχαν γύρω από το Μοναστήρι και που τα είχε μετατρέψει σε ναΐσκους. Εκεί έμεινε τον περισσότερο χρόνο, ζώντας μέσα στο γνόφο της νοεράς προσευχής. Πολλές φορές καθώς ερχόταν από αυτές τις σπηλιές στο Μοναστήρι τον έβλεπαν να λάμπει ολόκληρος, λουσμένος στο αναστάσιμο θείο φως. Ο Διονύσιος περιόδευε συχνά στα χωριά κηρύττοντας και στηρίζοντας τους υπόδουλους συμπατριώτες του. Πολλά θαύματα έκανε ο Άγιος στο Πήλιο, τη Βέροια, τη Ραψάνη, κ. α. Εκοιμήθη εν Κυρίω την 23η Ιανουαρίου, λίγο μετά το 1550, ημερομηνία κατά την οποία εορτάζεται η μνήμη του. Η γενέτειρα του Διονυσίου Δρακότρυπα, πανηγυρίζει τη μνήμη του οσίου της τέκνου την τελευταία Κυριακή του Ιουλίου. Η κάρα του Οσίου βρίσκεται αποθησαυρισμένη στην Ι. Μ. Αγίου Διονυσίου του Ολύμπου (νέα Μονή).

Ο Άγιος Διονύσιος του Ολύμπου ήταν μια χαρισματούχα και πολυτάλαντη προσωπικότητα. Συνδύαζε την ασκητικότητα που θύμιζε τον Ιωάννη Πρόδρομο με τον αποστολικό ζήλο που θύμιζε Απόστολο Παύλο και την κοινωνική δράση. Ακόμη στο πρόσωπό του συνυπήρχαν ο αναχωρητισμός του ησυχαστή και το διοικητικό χάρισμα του ηγέτη, οι μυστικές αναβάσεις του νοός του με τους αιματηρούς αγώνες της πράξης. Ο οσιακός βίος του καθώς και τα αναρίθμητα θαύματά του συνετέλεσαν ώστε να καταξιωθεί σαν άγιος στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας και να καταστεί μορφή της Ορθοδοξίας στη Μακεδονία, καύχημα και προστάτης της Πιερίας και του Βελβεντού Κοζάνης και δάσκαλος μοναζόντων και λαού.

Απολυτίκιο: “Του Ολύμπου οικήτωρ Πιερίας αγλάισμα, και της επωνύμου Μονής σου ιερὸν περιτείχισμα, εδείχθης Διονύσιε σοφέ, βιώσας ώσπερ Άγγελος εν γη, και παρέχεις την ταχεῖαν σου αρωγήν, τοις ευλαβώς κραυγάζουσιν δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διὰ σου πάσιν ιάματα.”