Ο άγιος νεομάρτυρας Πολύδωρος ο εκ Κύπρου (3 Σεπτεμβρίου)

Loading...


Γράφει η Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού (Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος)

Ο βίος του Αγίου Πολυδώρου

Ο Πολύδωρος καταγόταν από τη Λευκωσία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Λουκάς και η μητέρα του Λουρδανώ. Αφού έμαθε γράμματα, ασχολήθηκε με το εμπόριο και έκανε πολλά ταξίδια, ιδίως στην Αίγυπτο.
Το 1793 ενώ βρισκόταν στην Αίγυπτο έτυχε να προσκληθεί από ένα αρνησίχριστο Κιεσίφη Ζακύνθιο και να γίνη γραμματικός του. Κάποια μέρα ήταν σε γλέντι μαζί με τον Κιεσίφη και παρασυρόμενος μέθυσε. Αποτέλεσμα ήταν να αρνηθεί την πίστη του και να δεχθεί το Μωαμεθανισμό.
Ο Πολύδωρος, όμως, ήταν άνθρωπος με αγαθή διάθεση, για αυτό, όταν κατάλαβε το σφάλμα του, μετανόησε και μόλις βρήκε ευκαιρία πήγε στην Βηρυτό στον Αρχιερέα και εξομολογήθηκε την αμαρτία του. Ο Αρχιερέας τον συγχώρεσε και τον έστειλε σε ένα μοναστήρι στο Λίβανο, για να μείνει τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και μετά το Πάσχα να τον μυρώσει. Ο Πολύδωρος, όμως, έφυγε και πήγε στο Άκρι (Πτολεμαΐδα) για να κάνει την ομολο¬γία του, επειδή κινδύνευσε εξ αιτίας του ο Αρχιερέας. Εκεί βρήκε τα πράγματα αντίθετα και σαν άκουσε ότι πρέπει να κάμει την ομολογία πίστεως εκεί όπου έκαμε την άρνηση έφυγε πάλι για την Αίγυπτο. Στο δρόμο, όμως, εμποδίστηκε από τρικυμία και βγήκε στη Γιάφα και από εκεί με ένα πλοίο από τη Σάμο έφτασε στη Χίο. Δυστυχώς και εδώ εμποδίσθηκε να κάμει ομολογία.
Έπειτα από μερικές μέρες πήγε στη Σμύρνη. Οι εκεί Χριστιανοί του είπαν να φύγει, γιατί οι Τούρκοι της περιοχής ήταν εξαγριωμένοι κατά των Χριστιανών, γιατί είχε αρνηθεί εκείνες τις ημέρες το Μωαμεθανισμό και είχε μαρτυρήσει κάποιος δερβίσης. Έτσι μια νέα άρνηση θα ήταν κίνδυνος για τους Χριστιανούς. Ο Πολύδωρος έπειτα από όλες αυτές τις άκαρπες προσπάθειες γύρισε πάλι στη Χίο. Εκεί συνάντησε κάποιο πνευματικό πατέρα, που του έδωσε μια συμβουλή. Τον συμβούλευσε να οπλισθεί με πνευματικά όπλα, διότι επρόκειτο για την πίστη του να αντιμετωπίσει την εξουσία. Άρχισε, λοιπόν, να αγωνίζεται με νηστείες, προσευχές και παρακλήσεις στη Θεοτόκο. Είχε πλέον πλήρως συναισθανθεί το σφάλμα του και με δάκρυα ζητούσε τη θεία συγχώρεση.
Έπειτα από σαράντα μέρες άσκηση έκαμε την ομολογία του και χρίσθηκε με το Άγιο Μύρο κοινωνώντας και των Αχράντων Μυστηρίων. Έπειτα συνοδευόμενος από ένα άλλο ζηλωτή της πίστεως ήλθε στη Νέα Έφεσο με μοναδικό σκοπό να δώσει τη ζωή του στο Χριστό με μαρτύριο. Ο διάβολος, φυσικά, με πολλές σκέψεις προσπαθούσε να τον αποτρέψει, αλλά ο Πολύδωρος με πολλή προσπάθεια και προσευχή νικούσε.

Ήταν η πρώτη Σεπτεμβρίου, όταν πήγε στον μουφτή και του είπε:
– Εγώ, αφέντη, αγόρασα δυο πιστόλες. Η μια είναι πολύ καλή και στέρεα, η δε άλλη είναι ελαττωματική και τα στολίδια που έχει από έξω, για να φαίνεται ωραία, τα δοκίμασα και είναι κίβδηλα. Για αυτό δεν την θέλω, αλλά νομίζω ότι είναι νόμιμο να τη δώσω πίσω. Εσύ τί λες αφέντη;
– Ναι, είναι νόμιμο, απάντησε ο μουφτής.
Έφυγε, λοιπόν, και πήγε στον κριτή.
– Έχω μια υπόθεση, του λέγει.
– Ποια υπόθεση; ρωτά ο κριτής.
Ο Πολύδωρος, τότε, του διηγείται την υπόθεση της πιστόλας.
Ο κριτής, τότε, τον ρώτησε:
-Ποιος είναι ο αντίδικός σου;
-Εσύ είσαι ο αντίδικός μου, του απάντησε.
-Τι σου έκαμα; ρωτά έκπληκτος ο κριτής. Εγώ άλλη φορά δεν σε είδα
-Σήμερα, είναι δέκα χρόνια, που με γέλασες και με έκανες να αρνηθώ την πίστη μου και μου έδωσες τη δική σου, κάνοντάς με Τούρκο. Εγώ έφυγα από εδώ μακριά και άνοιξαν τα μάτια μου και είδα ότι έσφαλα αφήνοντας την πίστη μου. Τώρα ήλθα να σου δώσω πίσω την σφραγίδα που μου έδωσες και να πεθάνω Χριστιανός.
-Εγώ δεν σε γνωρίζω, ούτε σε είδα άλλη φορά, απάντησε ο κριτής. Πώς λες, ότι εγώ σε έκανα Τούρκο;
Ο Πολύδωρος, τότε, αποκρίθηκε:
– Ναι, δεν με είδες άλλη φορά, αλλά εδώ που τώρα κάθεσαι συ, καθόταν άλλος προηγουμένως, ίδιος στο αξίωμα με σένα, για αυτό θεωρώ ότι εσύ με έκανες τέτοιον.
Του είπε, τότε, τότε ο κριτής:
– Παιδί μου, αφού θέλεις να είσαι άπιστος, πήγαινε όπου θέλεις και ζήσε όπως θέλεις. Γίνε Φράγκος, Αρμένιος, ό,τι σου αρέσει. Κράτησε όποια θρησκεία είχες.
– Χριστιανός θέλω να είμαι, αποκρίθηκε ο Πολύδωρος.
– Καλά, κάμε ό,τι θέλεις, είπε ο κριτής.
Ο Μάρτυρας, τότε, του απάντησε:
– Τούτο το σημείο, που έβαλες πάνω μου δεν μπορώ να το βλέπω και ήρθα να σου το επιστρέψω.
Λέγοντας σημείο, ο Πολύδωρος εννοούσε την περιτομή.
Ο κριτής έκπληκτος απάντησε:
-Μήπως έχασες το νου σου;
-Όχι, εγώ το νου μου τον έχω και ξέρω τι ζητώ, είπε ο Πολύδωρος.

Έπειτα, άρχισε ο κριτής να τον ρωτά για την καταγωγή του, για τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο, που αρνήθηκε την πίστη του και έγινε Μωαμεθανός. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, άλλοτε τον κολάκευε και άλλοτε τον απειλούσε με βασανιστήρια, ελπίζοντας ότι έτσι θα τον μεταπείσει.
Ο γενναίος, όμως, στρατιώτης του Χριστού μιλούσε με παρρησία και τόνιζε την απόφασή του, ότι αρνείται το Μωαμεθανισμό και ότι τα βασανιστήρια καθόλου δεν τον τρομάζουν. Ο κριτής σκληρύνθηκε από τη στάση του Πολυδώρου και διέταξε να τον φυλακίσουν.
Στη φυλακή του μάρτυρα ήταν κι ένας νέος, που επρόκειτο να αποφυλακισθεί. Σε αυτόν έδωσε ο Μάρτυρας το σταυρό του, για να μην τον καταπατήσουν οι αλλόπιστοι και λίγα χρήματα, που είχε πάνω του, λέγοντας:

– Δώσε τα αυτά στους ιερείς και πες τους να παρακαλούν τον Θεό να με στηρίξει.
Την άλλη μέρα τον έβγαλαν και τον έστησαν εμπρός σε όλους τους εκπροσώπους της εξουσίας.
Τον ρώτησαν, λοιπόν, πρώτα αν σκέφθηκε σοβαρά και μετανόησε. Ο μάρτυρας απάντησε:
– Εγώ και καλά σκέφτηκα και το νου μου τον έχω. Ζητώ και διψώ τον εσταυρωμένο Ιησού Χριστό και δεν τον αρνούμαι ποτέ πια.
Όλοι μαζί οι Τούρκοι επίσημοι, τότε, του είπαν:
– Αφού θέλεις να είσαι άπιστος, φύγε και πήγαινε όπου θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανένας.
Αλλά ο Πολύδωρος ζητούσε να επιστρέψει τη σφραγίδα. Εκείνοι του έλεγαν να σκεφθεί καλά, αλλά αυτός ετόνιζε, ότι δεν φοβάται το θάνατο και θέλει να αγωνίζεται για την ευσέβεια και όχι για την ασέβεια. Οι Τούρκοι απόρησαν και του πρότειναν να τον νυμφεύσουν και να του δώσουν χρήματα πολλά, αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας, ότι τον Ιησού θέλει και είναι πρόθυμος να πεθάνει για Αυτόν.
Πάλιν οι κριτές προσπάθησαν να τον δελεάσουν υποσχόμενοι δώρα ή απειλώντας με θάνατο, μάταια όμως. Τέλος τον έρριξαν στη φυλακή και έδωσαν την άδεια στο πλήθος να τον βασανίσει, όπως ήθελε. Η θηριωδία και η βαρβαρότητά τους βρήκε πολλούς τρόπους μαρτυρίων.
Άλλοι του έβαζαν στους ώμους και στις μασχάλες πυρακτωμένα κεραμίδια, άλλοι του φορούσαν στο κεφάλι πυρακτωμένο στεφάνι και άλλοι τον κτυπούσαν και τον πλήγωναν.
Η επόμενη ημέρα ήταν Κυριακή. Έβγαλαν τον Άγιο από τη φυλακή και τον έφεραν στους δικαστές, που τον ρώτησαν:
-Μετανόησες;
-Εγώ σας είπα, στον εαυτό μου είμαι και το νου μου τον έχω. Τί με πειράζετε;
Τότε του λένε:
– Άλλο περιθώριο δεν έχεις για να σκεφθείς. Έφθασε το τέλος σου.
– Εγώ τον Ιησού μου δεν αρνούμαι. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα πεθάνω.
Και πάλιν οι κριτές:
– Παιδί μου, να η αγχόνη, στοχάσου τι έχεις να χάσεις.
Κι ο μάρτυρας τους είπε:
-Αυτό ζητώ κι εγώ.
Πεισμωμένοι οι δικαστές έλεγαν μεταξύ τους:
-Αυτοί οι Χριστιανοί, όταν πουν το λόγο δεν τον παίρνουν πίσω.
Ένας φανατικός Τούρκος πείραζε τον μάρτυρα λέγοντάς του:
-Δέκα χρόνια που ήσουν Τούρκος δεν προσκύνησες στο προσκύνημά μας; Του Μπαϊραμιού το προσκύνημα δεν το έκαμες;
– Όχι, απάντησε ο μάρτυρας.
Ο Πολύδωρος έβλεπε ότι είναι ανώφελο να συζητά μαζί του και να αποσπάται από την προσευχή, για αυτό του είπε:
-Τι με πειράζεις άνθρωπέ μου;
-Δεν βλέπεις την αγχόνη; Ρώτησε ο Τούρκος.
-Αυτή ζητώ κι εγώ, ας πάμε όσο γίνεται γρηγορώτερα.
Τον άρπαξαν, τότε, με αγριότητα, του έβγαλαν τα ενδύματα, του έδεσαν πίσω τα χέρια και τον παρέδωσαν για να κρεμασθεί.
Με εξευτελιστικά λόγια και με έργα θηριωδίας τον έφεραν στον τόπο των καταδίκων. Τον ρώτησαν πάλι μήπως μετάνοιωσε και πήραν την απάντηση:
– Ταλαίπωροι, η πίστη σας είναι πλάνη, είναι ματαιότητα. Η πίστη των Χριστιανών είναι αλήθεια. Με όσα μου κάνετε θα πάω πιο νωρίς στον Παράδεισο. Χριστιανός είμαι!
Τότε εξαγριωμένοι οι Τούρκοι τράβηξαν το σχοινί της αγχόνης.

Εκείνη τη νύχτα, ο Μάρτυρας έμεινε στην αγχόνη και οι άπιστοι του αφαίρεσαν τα ενδύματα και τον άφησαν γυμνό. Έμεινε το άγιο λείψανό του τρεις μέρες στην αγχόνη. Τέλος διέταξαν ένα Χριστιανό να τον κατεβάσει και τάφηκε.

 

Η Εκκλησία μας γιορτάζει και τιμά το μαρτύριό του και τη μνήμη του στις 3 Σεπτεμβρίου.

Απολυτίκιον
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον

Μετανοίας τοις δάκρυσι προεκάθηρας είτα στίγμασι μάκαρ του Μαρτυρίου σαυτόν, ως εν ακτίσι φαειναίς κατελάμπρυνας. Όθεν ως Μάρτυρα στερρόν, και παθημάτων κοινωνόν, Χριστού του Θεού εν ύμνοις, Πολύδωρε αθλοφόρε, σε ευφημούντες μεγαλύνομεν.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω

Της ημετέρας γενεάς το ακροθίνιον, δεύτε συμφώνως οι πιστοί ανευφημήσωμεν, τον πανένδοξον Πολύδωρον τον εκ Κύπρου, εν Εφέσω δε τη Νέα εναθλήσαντα, και τους Άγαρ απογόνους καταισχύναντα, και δοξάσαντα, το Χριστού θείον όνομα.

 

*Ορθόδοξο Ίδρυμα, «Ο Απόστολος Βαρνάβας», Βίοι Αγίων. 



Ετικέτες