ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ: Ο εν Αθήναις διά πυρός τελειωθείς πάνσοφος ιεράρχης και πολιούχος άγιος των Αθηνών

Loading...


Του εκπαιδευτικού συντάκτη Αριστείδη Θεοδωρόπουλου

Μεταξύ των πρώτων Αθηναίων που εγκολπώθηκαν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό μετά το πύρινο σταυροαναστάσιμο κήρυγμα του Αποστόλου των Εθνών Παύλου το 51μ.Χ. στον Άρειο Πάγο της ειδωλολατρικής Αθήνας με τους μεγαλόπρεπους μαρμάρινους ναούς και τα περίτεχνα αγάλματα, είναι και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο κορυφαίος αυτός δικαστής και πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο οποίος μετά τη μεταστροφή του στον χριστιανισμό κατέστη «εὐάρμοστον δοχεῖον τοῦ Παναγίου Πνεύματος», αξιώθηκε τη θέα του αχράντου και ζωαρχικού σώματος της Υπεραγίας Θεοτόκου και με τον διά πυρός μαρτυρικό του θάνατο έγινε κληρονόμος της Ουρανίου Βασιλείας για να πρεσβεύει αδιάλειπτα στον Θεό για τη σωτηρία όλων των χριστιανών. 

 

Ο τιμώμενος στις 3 Οκτωβρίου ένδοξος ιερομάρτυς του Χριστού Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης γεννήθηκε στην περιώνυμη πόλη των Αθηνών περί τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 1ου μ.Χ. αιώνα. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες με αρχοντική καταγωγή και οικονομική ευμάρεια, γεγονός που συντέλεσε στο να αποκτήσει εξαιρετική παιδεία. Η πλούσια μόρφωση, η περίφημη ευγλωττία και η ενάρετη πολιτεία του τον ανέδειξαν σε σοφό Αθηναίο ευπατρίδη και ως έναν από τους εννέα σοφούς και αδέκαστους αρεοπαγίτες με μεγάλη φήμη και με εξέχουσα θέση στην αθηναϊκή κοινωνία. Γι΄ αυτό και χαρακτηρίστηκε ως «ὁ δίκης ἀρρεπεστάτῃ τρυτάνῃ κεχρημένος, καί τῶν ἐν Ἀθήναις θεμιστευόντων εὐθύτατος». Σύμφωνα μάλιστα με την αρχαία παράδοση αναδείχθηκε κορυφαίος δικαστής και πρόεδρος του Αρείου Πάγου. 

Κατά τη διάρκεια όμως που ο Διονύσιος κατείχε την υψηλότατη θέση ως δικαστής απονέμοντας ορθά τη δικαιοσύνη, έφθασε στην Αθήνα ο Απόστολος των Εθνών Παύλος για να κηρύξει το Ευαγγέλιο του Χριστού στους Αθηναίους. Αφού ανέβηκε στον Άρειο Πάγο, αναφέρθηκε σε έναν βωμό, πάνω στον οποίο οι Αθηναίοι είχαν γράψει τη φράση «τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ» και λάτρευαν αυτόν πριν τον γνωρίσουν. Τότε ο Απόστολος Παύλος βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει για τον ένα και αληθινό Θεό ως δημιουργό του ορατού και αοράτου κόσμου, ενώ κάλεσε τους Αθηναίους φιλόσοφους να Τον κατανοήσουν και να Τον συναντήσουν ψηλαφώντάς Τον, αφού όπως είπε, κάποιος φιλόσοφος «ἐν Αὐτῷ ζῶμεν». Στο πύρινο κήρυγμά του ο Απόστολος Παύλος μίλησε για τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και την επίγεια πορεία του, αλλά όταν οι Αθηναίοι άκουσαν για την ανάσταση των νεκρών, άλλοι από αυτούς άρχισαν να τον χλευάζουν θεωρώντάς τον φλύαρο και ότι λέει ανοησίες, ενώ άλλοι έφυγαν λέγοντάς του «ἀκουσόμεθά σου περί τούτου καί πάλιν».

Όμως τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για τον Χριστό και την Ανάστασή Του σαγήνευσαν τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη με τη ζηλευτή χρηστότητα ήθους και την εξαιρετική παιδεία και άγγιξαν τον νου και την καρδιά του. Ο Διονύσιος συγκλονίστηκε από το σταυροαναστάσιμο κήρυγμα του Παύλου, διότι ακούγοντας τον συναρπαστικό του λόγο, βρήκε την ποθούμενη απάντηση στο υπερφυές και δυσεξιχνίαστο φαινόμενο που είχε βιώσει επισκεπτόμενος σε νεαρά ηλικία μαζί και με άλλους σοφούς συμπατριώτες του την Ηλιούπολη της Αιγύπτου. Την εποχή εκείνη οι Ιουδαίοι είχαν σταυρώσει τον Ιησού Χριστό και συνέβη το παράδοξο γεγονός να απλωθεί το σκοτάδι σε όλη τη γη και να κρυφτούν οι ακτίνες του ηλίου: «καί σκότος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τήν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης τοῦ ἡλίου ἐκλείποντος (Λουκ. κγ΄44)».

Το υπερφυές φαινόμενο της έκλειψης του ηλίου έγινε αντιληπτό και στην Αίγυπτο και παρατηρώντας ο Διονύσιος με θαυμασμό το παράδοξο αυτό γεγονός, ανεφώνησε: «Ἤ Θεός πάσχει ἤ τό πᾶν ἀπόλλυται», δηλαδή ή ο Θεός υποφέρει ή το σύμπαν χάνεται. Μάλιστα σημείωσε ακόμα και την ημέρα και την ώρα που συνέβη το υπερφυσικό φαινόμενο της συσκότισης του ηλίου. Μόλις όμως ο Διονύσιος άκουσε το εξαίσιο κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο, ανακάλυψε το μεγαλείο του αληθινού Θεού και βρήκε επιτέλους την αιτία της υπερφυούς έκλειψης του ηλίου, η οποία κάλυψε όλη τη γη. Έτσι κατενόησε πλήρως την παντοδυναμία του ενός και αληθινού Θεού και εγκολπώθηκε τον σταυρωθέντα και αναστάντα Κύριο. Γι’ αυτό και στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων (ιζ΄ 32-34) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οὕτως ὁ Παῦλος ἐξῆλθεν ἐκ μέσου αὐτῶν. Τινές δε ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καί Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, καί γυνή τις ὀνόματι Δάμαρις, καί ἕτεροι σύν αὐτοῖς». 

Αφού ο Διονύσιος πίστευσε στον Ιησού Χριστό, βαπτίσθηκε χριστιανός από τον Απόστολο Παύλο. Το γεγονός αυτό παρακίνησε και άλλους να ασπασθούν τη χριστιανική πίστη, βλέποντας τον κορυφαίο δικαστή και πρόεδρο του Αρείου Πάγου με το ανεπίληπτο ήθος, την ανυπέρβλητη σοφία και την εξέχουσα θέση στην αθηναϊκή κοινωνία να αποστρέφεται τα ψεύτικα είδωλα και να ενδύεται τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Ο μεταστραφείς στον χριστιανισμό Διονύσιος κατηχήθηκε βαθύτερα στο μεγαλείο των δογμάτων της χριστιανικής πίστεως από τον Άγιο Ιερόθεο, τον σοφό και ευκλεή αυτόν ιεράρχη του 1ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος είχε χειροτονηθεί από τον Απόστολο Παύλο ως ο πρώτος επίσκοπος στο περιώνυμο «κλεινόν άστυ» των Αθηνών. Μετά την εκδημία του πρώτου ιεράρχου της Αποστολικής Εκκλησίας των Αθηνών, Αγίου Ιεροθέου, επίσκοπος της πόλεως των Αθηνών εξελέγη ο μαθητής του, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο οποίος χειροτονήθηκε από τον Απόστολο Παύλο. Έτσι ο μέχρι πρότινος κοσμικός και εθνικός άρχοντας της αθηναϊκής κοινωνίας κατέστη ποιμήν λογικών προβάτων με αξιοζήλευτη ταπείνωση και ξεχωριστή αφοσίωση στο επίπονο έργο της διαδόσεως του μηνύματος της χριστιανικής αλήθειας και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε αναδείχθηκε «σύμπονος και συγκοινωνός» στο κηρυκτικό και ποιμαντικό έργο των Αγίων Αποστόλων. 

 Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της θεαρέστου και καρποφόρου αρχιερατείας του ο πάνσοφος και θεοφόρος ιεράρχης των Αθηνών Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης μετέβη στα Ιεροσόλυμα για να γνωρίσει από κοντά την Υπεραγία Θεοτόκο, την πανάμωμο Μητέρα του Ιησού Χριστού, η οποία ήταν ακόμη στη ζωή. Έτσι είχε την ξεχωριστή ευλογία να δει και να θαυμάσει την ωραιότητα και την αγιότητα του αχράντου και ζωαρχικού σώματος της αειπαρθένου Θεοτόκου. Βλέποντας μάλιστα και ακούγοντας τα υπερφυή γεγονότα που εμφανίσθηκαν, έμεινε εκστατικός και κατενόησε πλήρως την παρουσία Της ως Μητέρας του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Αλλά και κατά την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου έλαβε χώρα το παράδοξο γεγονός να αρπαχθεί με νεφέλη μαζί με τους Αγίους Αποστόλους, τον Άγιο Ιερόθεο και τον Άγιο Τιμόθεο και να μεταβούν στη Γεσθημανή για να κηδέψουν το πάναγνο σώμα Της. 

 



Ετικέτες