Απόπειρα θεολογικής οριοθέτησης του λεγόμενου Θρησκευτικού Τουρισμού

Loading...


Μια απόπειρα θεολογικής οριοθέτησης του λεγόμενου Θρησκευτικού Τουρισμού πραγματοποίησε στην Εισήγηση του στην Ημερίδα Ανάπτυξης Δράσεων Θεματικού Τουρισμού στη Ζάκυνθο της Κατεύθυνσης Συντήρησης Πολιτισμικής Κληρονομιάς του Τμήματος Τεχνολογίας Περιβάλλοντος ΤΕΙ Ιονίων Νήσων o Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας στις 26 Μαρτίου 2014.

Ακολουθεί ολόκληρη η εισήγηση: 

Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με μια προσωπική σκέψη. Ανέκαθεν είχα την απορία πώς ορισμένοι συνάνθρωποί μας, σκεπτικιστές περί τα θέματα χριστιανικής πίστης ή και αρνητές ακόμη, κόβουν οριστικά και αμετάκλητα τον ομφάλιο λώρο που τους συνδέει πατροπαράδοτα με τους ναούς και τα μοναστήρια μας, τα οποία κοσμούν -με πάσα έννοια- τον ελλαδικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα σκέπτομαι: Πέρα από μέσα έκφρασης της πίστης των πατέρων μας, αποτελούν συνάμα πολιτισμικά στοιχεία εκ των ων ουκ άνευ για την ανέλιξη των κατά καιρούς και τόπους κοινωνιών. Μπροστά σε κάθε εικόνισμα, που διαπερνά τον ιστορικό χρόνο και φθάνει ώς εμάς, έσκυψαν ικετευτικά η προνόνα, ο νόνος, η μάνα, ο πατέρας, οι οποίοι πλέον όλοι τους ανήκουν στην αιωνιότητα. Το κάθε ξυλόγλυπτο, η κάθε πέτρα, το κάθε χειρόγραφο ή παλαίτυπο λειτουργικό βιβλίο φέρει επάνω του την «πατίνα» της τοπικής ιστορίας ή και αυτἠς της αυτοσυνειδησίας ενός λαού. Καθώς τα κοιτάς -αν βέβαια έχεις μάτια αρμόδια να βλέπουν-, νοιώθεις νωπό των ιδρώτα των ποιησάντων, τα δάκρυα των ευχών τους. Πώς, λοιπόν, τα αποφεύγεις και φεύγεις προς την ιδιωτεία σου, δίχως να γνοιάζεσαι ότι οι ρίζες τού προσωπικού ή κοινοτικού δέντρου σου βρίσκονται βαθιά, πολύ βαθιά στον πίσω χρόνο;;;

Η αλήθεια είναι πως διαθέτουμε πλείστα όσα σπαράγματα θρησκευτικής έκφρασης και πίστης, τόσο στον γενικότερο ελλαδικό χώρο, όσο και στη Ζάκυνθο. Η τοπική Εκκλησία (Μητρόπολη και Ενορίες της Ζακύνθου) πράττουν το κατά δύναμιν για την ποιοτικότερη διαχείριση των πολιτισμικών αυτών αγαθών. Στο έργο της έχουν σοβαρά και αποτελεσματικά συμβάλει τα Εργαστήρια Συντήρησης του Μεταβυζαντινού Μουσείου Ζακύνθου και της Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου, εσχάτως μάλιστα το Εργαστήριο του σχετικού Τμήματος του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων. Έχει ειπωθεί -και δίκαια, θεωρώ- ότι, εάν ο εκάστοτε Εφημέριος της κάθε Ενορίας κατάφερνε να συντηρήσει ή αποκαταστήσει ό,τι παρέλαβε ως εκ της θέσεώς του από το παρελθόν, θα αρκούσε ως άριστη συμβολή του στην Ιστορία του τόπου του!

Όμως, στον αιώνα που ζούμε, ό,τι άριστο διαθέτουμε, έχουμε χρέος να το διαδίδουμε, διότι ο σύγχρονος κόσμος έχει κατεξοχήν εμπλακεί στην μεγάλη υπόθεση του Τουρισμού, από τον οποίο οι κοινωνίες αναμένουν πολλά, η δε πατρίδα μας ακόμη περισσότερα, υπό περιστάσεις μάλιστα κρίσης και -για να χρησιμοποιήσω ψαλμική έκφραση- «εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω»[1]. Πρόκειται περί πραγματικού θησαυρού, τον οποίον είναι ανάγκη και να συντηρήσουμε και να διαδώσουμε, προσκαλώντας (ή και προκαλώντας) τους χιλιάδες επισκέπτες μας να γνωρίσουν -δίχως προσηλυτιστική διάθεση- ποίοι είμαστε, τι πιστεύουμε και πώς διαιώνια έχει εκφραστεί η συνάφειά μας με το θείον, ως πολιτισμός.

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει μεριμνήσει από το 2000, ώστε να υπάρχει μια ειδική Συνοδική Επιτροπή, η οποία, μες από στοχευμένες δράσεις της και αγαστή συνεργασία με τουριστικούς παράγοντες της πατρίδας μας και όχι μόνον, προωθεί ανά τον κόσμο το αγαθό που διαχειρίζεται. Σύμφωνα με την τοτινή απόφαση, στοχεύει «ίνα αναδείξη τον θρησκευτικόν, ιστορικόν και πολιτισμικόν  πλούτον, τον αποτεθησαυρισμένον εν τοις ιεροίς σκηνώμασι της πίστεως ημών, ταις ιεραίς, δηλονότι, Μοναίς και τοις λοιποίς Ιεροίς Προσκυνήμασι της πατρίδος ημών»[2]. Ανάλογα με το πού προωθεί αυτό τον πλούτο, μιλά είτε για παράγωγο πίστης, είτε για πολιτιστικό αγαθό. Και τούτο, διότι αλλιώτικα μιλά στους Σέρβους, που είναι Ορθόδοξοι και αλλιώτικα στους Κινέζους, που είναι αδιάφοροι θρησκευτικά και πολύ μακρινοί από εμάς πολιτιστικά.

Της Επιτροπής αυτής, η οποία τιτλοφορείται «Ειδική Επιτροπή Προσκυνηματικών Περιηγήσεων (Θρησκευτικού Τουρισμού)» προεδρεύει από το 2008 ο Σεβ. Μητροπολίτης Δωδώνης κ. Χρυσόστομος, ο από Ζακύνθου, ενώ περιστοιχίζεται από άξιους και άοκνους συνεργάτες. Όλοι μαζί δαπανώνται καθ’ όλη την διάρκεια του έτους για την μεγάλη αυτή υπόθεση που υπηρετούν, δίνοντας το «παρών» σε σπουδαίες εκθέσεις, όπως του Πεκίνου, της Σανγκάης, του Λονδίνου, του Βερολίνου, της Μόσχας, του Βελιγραδίου και όπου αλλού χρειασθεί, σε αγαστή συνεργασία με τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ). Ενδεικτική  είναι η ρήση του Δρ Κώστα Μυγδάλη, ο οποίος αναγράφει σε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης, ως προς το έργο του Σεβ. Δωδώνης στην εν λόγω προεδρία: «Απίστευτος τελικά ο Δωδώνης. Το είπε και το έκανε. Έστησε υποδομή με το τίποτε και βοηθάει την χώρα από το πουθενά. Δεν παίζεται ο άνθρωπος»[3]. Η σύντομη, αυθόρμητη και πηγαία αυτή γραφή αποδίδει -θεωρούμε- το έργο που έχει συντελεσθεί στο αρμόδιο Συνοδικό Γραφείο εκ του μη όντος.

Κάτι που έχει προσεχθεί ιδιαίτερα από το Συνοδικό Γραφείο, χρειάζεται όμως να βρίσκεται προ οφθαλμών σε κάθε έκφανση των ανθρώπων της διοίκησης της Εκκλησίας, κεντρικά ή τοπικά, είναι ότι ουδέποτε η κάθε εκκλησιαστική δραστηριότητα περί τα τουριστικά δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να υποκαταστήσει το έργο των τουριστικών γραφείων ή πρακτορείων. Ο ισχυρισμός «βοηθάω τη χώρα» δεν σημαίνει ότι ξεχνώ πως εκφράζω ή διαχειρίζομαι μια δισχιλιετή παράδοση και μνημεία τέχνης ανεπανάληπτα. Σε κάθε δράση πρυτανεύει (ή πρέπει να πρυτανεύει) η αρετή της διάκρισης. Σεβόμαστε βαθύτατα εκείνο που διαχειριζόμαστε, απαιτούμε να το σέβονται και οι επισκέπτες μας, καθώς κι εμείς σεβόμαστε τον πολιτισμό ή την θρησκευτική έκφραση εκείνων, οσάκις βρισκόμαστε ως περιηγητές στους δικούς τους τόπους λατρείας ή τέχνης.

Χαρακτηριστικά είναι, εξάλλου, όσα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ανέφερε σε ομιλία του, ευρισκόμενος στην Καππαδοκία, επιβεβαιωτικά όσων ισχυριστήκαμε έως τώρα:
«Διατί, [……] ερχόμεθα και επανερχόμεθα και πάλιν θα ερχώμεθα μακρόθεν, έως ότου χαρίζη εις ημάς ζωήν ο Πανάγαθος Κύριος, εις τους τόπους τούτους; Ποίον είναι το κινούν αίτιον των επισκέψεών μας; Δεν μας αρκεί, ότι έχομεν περιλάμπρους και εστεγασμένους Ναούς εις τους τόπους της μονίμου κατοικίας μας, με εικόνας και όλον τον άλλον εκκλησιαστικόν εξοπλισμόν; Είναι τούτο μία ευλαβής ιδιοτροπία μας ή έστω μία καλή προσκυνηματική συνήθεια;
Τίποτε εκ τούτων όλων! Εδώ εις τον Καππαδοκικόν χώρον, και όπου αλλού έζησαν άνθρωποι θεοφόροι, έχει εξαγιασθή το περιβάλλον και έως συντελείας των αιώνων τα ενταφιασμένα και εν τόποις αγνώστοις υπάρχοντα ή διαλυθέντα εις τα εξ ών συνετέθησαν λείψανα των Ορθοδόξων Χριστιανών έγιναν λίπασμα αιωνιότητος δια πάσαν την ανά την οικουμένην Εκκλησίαν […]. “Ο τόπος εν ώ ιστάμεθα” αισθανόμεθα μυστικώς, ότι εκπέμπει αγιότητα, οσιότητα, μαρτυρικότητα, ευαγγελικότητα! […] Ερχόμεθα και θα ερχώμεθα δια να εκφράσωμεν την ευγνωμοσύνην μας εις τα άπειρα πλήθη των κεκοιμημένων και εν χερσί Θεού αναπαυομένων ομοπίστων μας, […].
Ερχόμεθα και θα ερχώμεθα εδώ, […], δια να επαναβαπτιζώμεθα εις το προσευχητικόν κλίμα το οποίον περιρρέει τον όλον υποβλητικόν χώρον, με τους υψιτενείς γεωλογικούς σχηματισμούς να μας προτρέπουν διαρκώς “άνω σχώμεν τας καρδίας”.
Ερχόμεθα και θα ερχώμεθα πάλιν, διότι αισθανόμεθα ενταύθα πληρέστερον το μυστήριον της εν Χριστώ αγιότητος και της πραγματικότητος της ενότητος της Εκκλησίας ως ενός μυστικού σώματος του Χριστού, εις το οποίον συμμετέχουν οι προ ημών, οι σύγχρονοι ημών και όσοι μεθ’ ημάς θα έχουν λάβει το χριστοσφράγισμα του Αγίου Βαπτίσματος, ζήσαντες, ζώντες και ζήσοντες επ’ ελπίδι ζωής αιωνίου».[4]

Ομιλώντας ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Γεώργιος Τσέτσης από του βήματος του Α΄ Πανελληνίου Συνεδρίου για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις, που συγκλήθηκε στη Ζάκυνθο το 2009 (14 Νοεμβρίου), ανίχνευσε την «ειδοποιό διαφορά μεταξύ Προσκυνήματος και “Θρησκευτικού Τουρισμού”». Υποστήριξε, μεταξύ άλλων:
«Ὁ προσκυνητής δέν μεταβαίνει σέ “Προσκύνημα” γιά ἀναψυχή. Οὔτε καί γιά νά θαυμάσει μόνο ξακουστά ἀρχιτεκτονικά ἤ ἁγιογραφικά ἀριστουργήματα, πού δημιούργησαν κάποτε δεξιοτέχναι μαστόροι. […] Ὁ προσκυνητής μεταβαίνει σ’ ἕνα χῶρο Ἱερό γιά νά προσκυνήσει, νά ἁγιασθεῖ, νά ἰαθεῖ, νά ὠφεληθεῖ πνευματικά, νά συγκεντρωθεῖ, νά συζητήσει, νά χωνέψει αὐτά πού εἶδε καί ἄκουσε, κυρίως δέ γιά νά μετάσχει στήν λειτουργική ζωή μιᾶς Ἱερᾶς Μονῆς, ἤ μιᾶς Ἐνορίας. […] Καί θά προσέθετα ἐπί πλέον, πώς μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο γιά νά ἐνδιαφερθεῖ καί γιά τήν τύχη αὐτῶν πού συνιστοῦν τήν τοπική ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ὡς ἐκ τούτου, δέν ἔχει νόημα, νομίζω, νά ἐπισκεφθεῖ κανείς, ντόπιος ἤ ξένος, ἕνα ἱστορικό Ναό ἤ μιά Μονή κάποιου συρρικνωμένου ἀκριτικοῦ χωριοῦ τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου, χωρίς νά διερωτηθεῖ γιατί ἐρήμωσε ὁ τόπος καί πῶς ζοῦν σήμερα οἱ ἐναπομείναντες, γηραιοί κυρίως, κάτοικοί του. Οὔτε ἀρκεῖ νά μεταβεῖ κάποιος στήν Πόλη γιά ἐπίσκεψη στό Φανάρι, στήν Χάλκη καί στήν Ἁγιασοφιά, (ἐννοεῖται δέ καί στήν “Κλειστή ἀγορά” καί σέ κάποια ψαροταβέρνα τοῦ Βοσπόρου!), χωρίς νά προβληματισθεῖ γιά τήν τύχη τοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Πολίτικης Ρωμιοσύνης. Ὅπως δέν ἔχει νόημα νά ἐπισκεφθεῖ κανείς “προσκυνηματικά” τά Ἅγια χώματα τῆς Παλαιστίνης, τά Ἱεροσόλυμα, τήν Βηθλεέμ, τήν Ναζαρέτ, τό Θαβώρ, καί τόν Ἰορδάνη, χωρίς ταυτόχρονα νά διερωτηθεῖ γιά τά αἴτια ἐκεῖνα πού προκάλεσαν τήν συρρίκνωνση τοῦ ὀρθοδόξου καί γενικά τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἁγίας Πόλεως τά τελευταῖα σαράντα χρόνια, καί χωρίς νά ἐνδιαφερθεῖ γιά τήν μοῖρα καί τίς συνθῆκες διαβιώσεως, στήν ὑπό κατοχή πατρῴα τους γῆ, τῶν ἐναπομεινάντων λίγων αὐτοχθόνων πιστῶν, πού ἀποτελοῦν τόν κορμό τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, τουτέστι τῶν Παλαιστινίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ἄλλο πρᾶγμα λοιπόν, […] ἡ «Προσκυνηματική ἀποδημία», καί ἕτερον ὁ “Θρησκευτικός τουρισμός”. Καί στήν συνειδητοποίηση, ἐκ μέρους τῶν ἀποδημούντων, τῆς οὐσιώδους διαφορᾶς πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν μορφῶν τοῦ “ἀποδημεῖν”, πρέπει νά συμβάλουν ἀποτελεσματικά τόσο οἱ διοργανωταί παρομοίων “ἐξορμήσεων”, (Μητροπόλεις, Ἐνορίες, Σύλλογοι, Ταξιδιωτικά γραφεῖα), ὅσο καί οἱ Ἱερές Μονές καί Ἐνορίες πού φιλοξενοῦν ἄτομα ἤ ὁμάδες προσκυνητῶν. Χωρίς τήν βασική αὐτή ποιμαντική μέριμνα καί προϋπόθεση, τό “προσκύνημα” καταντᾶ νά εἶναι, ἁπλῶς, περιήγηση»[5].

Προσωπικά θεωρώ, αγαπητοί φίλοι, ότι οι ανωτέρω λόγοι εκφράζουν κατά πάντα το δέον γενέσθαι από πλευράς εκκλησιαστικής ως προς τον Θρησκευτικό Τουρισμό. Εμείς, ως συναποτελούντες και βιούντες το «εκκλησιαστικό γεγονός», που θά ‘λεγε και ο Χρήστος Γιανναράς, πατάμε στέρεα στην πέτρα της Παράδοσής μας, μένουμε στα ημέτερα και ταυτόχρονα ξανοιγόμαστε αγαπητικά στον κόσμο, μέσω της διάκρισης των όρων και των ορίων για μιαν αλληλουχία προσώπων και πολιτισμών!

[1] Ψαλμ. 62, 2.
[2] Αριθμ. 3429/1594/2/1/2001.
[3] Γραφή στο Facebook.
[4] Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, «Ομιλία κατά τον Εσπερινόν εν τω Ιερώ Ναώ των Αγίων Θεοδώρου Μαλακοπής», 2 Ιουλίου 2005. Βλ. http://www.parembasis.gr/2005/05_07_17.htm (ανάκτηση: 20.3.2014).
[5] Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση, «Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ Προσκυνήματος και «Θρησκευτικού Τουρισμού»», (Εισήγηση κατά το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις. Ζάκυνθος, 14 Νοεμβρίου 2009), στον ιστότοπο Νυχθημερόν: http://www.nyxthimeron.com/2009/11/blog-post_17.html (ανάκτηση: 21.3.2014).

alt



Ετικέτες