«Των απ΄ αιώνος σήμερον νεκρών, μνήμην τελούντες οι πιστοί, τον Σωτήρα και Κύριον, ανυμνήσωμεν»

Loading...


Του Πρωτοπρ. Μιχαήλ Βοσκού Θεολόγου

Η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι μόνο μια επίγεια ορατή κοινότητα ανθρώπων που έχουν κοινή πίστη. Δεν είναι μόνο ενας εγκόσμιος θεσμός με τη συγκεκριμένη ιεραρχική οργάνωσή του. Είναι το Σώμα του ζώντος Χριστού παρατεινόμενο στους αιώνες. Κεφαλή αυτού του Σώματος είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και μέλη του όλοι όσοι έλαβαν το ορθόδοξο χριστιανικό Βάπτισμα και αγωνίζονται τον καλόν αγώνα της εν Χριστώ ζωής. Στο Σώμα της Εκκλησίας δεν ανήκουν μόνο οι ζώντες και αγωνιζόμενοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αλλά και οι απ’ αιώνος κεκοιμημένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Όταν τελείται η Θεία Λειτουργία, η οποία αποτελεί την κατ’ εξοχήν φανέρωση της ενότητας της Εκκλησίας επί της γης, μετέχουν σ’ αυτην όχι μόνο οι ζώντες, αλλά και οι κεκοιμημένοι. Μετέχουν σ’ αυτήν οι Άγιοι Άγγελοι, η Παναγία μας και όλα τα τάγματα των Αγίων. Και φυσικά δεν μιλούμε για δύο ξεχωριστές Εκκλησίες (ορατή και αόρατη ή στρατευομένη και θριαμβεύουσα), όπως εσφαλμένως συνηθίζεται να λέγεται, αλλά για μία Εκκλησία του Χριστού,« επειδή και οι δύο συνιστούν μια και μοναδική πραγματικότητα»(Επίσκοπος Κάλλιστος Ware).

Η πιο χαρακτηριστικη εικόνα του Σώματος της Εκκλησίας είναι, κατα ταύτα, το άγιο Δισκάριο κατα την τέλεση της Ακολουθίας της Ιεράς Προθέσεως ή Προσκομιδής. Στο κέντρο του αγίου Δισκαρίου ευρίσκεται ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, εκ δεξιών του η Παναγία μας, έξ αριστερών του τα τάγματα των Αγγέλων και όλων των Αγίων (Προφητών, Αποστόλων, Ιεραρχών, Μαρτύρων, Οσίων κ.λπ.) και κάτωθεν οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι, με πρώτο από όλους τον Επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, στην οποία τελείται η Θεία Λειτουργία, και ο οποίος αποτελεί την ορατή κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας.

Η εποχή μας είναι εποχή κατ’ εξοχήν υλιστική και συνήθως προσπαθούμε να ξεχάσουμε ή να απωθήσουμε στο υποσυνείδητο μας ό,τι έχει να κάνει με τον θάνατο και τους κεκοιμημένους. Όμως, τα δεδομένα για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς είναι ξεκάθαρα: το μόνο απολύτως βέβαιο γεγονός στην επίγεια ζωή μας είναι ότι κάποια στιγμή, την οποία κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων, θα πεθάνουμε. Ο θάνατος, όμως, δεν είναι κάτι το φοβερό, γιατί δεν είναι το τέλος του ανθρώπου. Ο θάνατος για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο βίαιος χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

Το μέν σώμα θάπτεται και διαλύεται εις τα έξ ων συνετέθη, η δε ψυχή συνεχίζει να ζεί. Υφίσταται, μάλιστα, την λεγομένη «μερική κρίση» και προγεύεται, είτε τα αγαθά της Αιωνίου Βασιλείας των Ουρανών είτε τα δεινά της Αιωνίου Κολάσεως. Βιώνει, δηλαδή, την άκτιστη Χάρη του Τριαδικού Θεού, είτε ως φως και δόξα και χαρά και αγαλλίαση είτε ως σκότος και ως πύρ καταναλίσκον. Όλοι βιώνουν την άκτιστη Χάρη του Τριαδικού Θεού μετά τον θάνατο, αλλά με διαφορετικό τρόπο οι μέν από τους δε, ανάλογα με τον βαθμό της μετάνοιάς τους και της καθάρσεώς τους. Όπως ακριβώς και στην παρούσα ζωή, όλοι όσοι κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων λαμβάνουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, άλλοι όμως κοινωνούν «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον» και άλλοι «εις κρίμα ή εις κατάκριμα», ανάλογα με τον βαθμό της προετοιμασίας τους.

Αφού, λοιπόν, οι κεκοιμημένοι συνεχίζουν να υπάρχουν και να είναι μέλη της του Χριστού Εκκλησίας και αδελφοί μας εν Χριστώ, έχουμε χρέος να προσευχόμαστε γι’ αυτούς και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για την «όνησιν», για την ωφέλεια, δηλαδή, των ψυχών τους. Αποτελεί ξεκάθαρη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ότι ωφελούνται οι ψυχές των κεκοιμημένων από ό,τι κάνουμε γι’ αυτούς εμείς οι ζώντες. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, κωδικοποιώντας τρόπον τινά τη σχετική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, λέγει, αναφερόμενος στον άνθρωπο που έζησε τη ζωή του μέσα στην αμαρτία και πέθανε:

«Έστι γάρ, εάν θέλωμεν, κούφην αύτω γενέσθαι την κόλασιν. Αν ούν ευχάς υπέρ αυτού ποιώμεν συνεχείς, αν ελεημοσύνην διδώμεν καν εκείνος ανάξιος η, ημάς ο Θεός δυσωπήσεται… τούτο δόγμα της του Θεού φιλανθρωπίας εστί. Χήραι, περιεστώσαι και δακρύουσαι, ουχί του παρόντος, αλλά και του μέλλοντος δύνανται εξαρπάσαι θανάτου. Πολλοί και εκ των ύφ’ ετέρων δι αυτούς γεγενημένων ελεημοσυνών απώναντο· ει γάρ και μη τέλεον, αλλ’ όμως παραμυθίαν ευρόν τινα…» (Εις τας Πράξεις, ΚΑ’, 4).

Είναι δυνατόν, δηλαδή, εάν θέλουμε, να γίνει ελαφριά σ’ αυτόν η τιμωρία. Εάν, λοιπόν, κάνουμε συνεχείς προσευχές γι’ αυτόν, αν δίνουμε ελεημοσύνη, κι αν ακόμη εκείνος είναι ανάξιος, ο Θεός θα δείξει το έλεός του σ’ αυτόν. Αυτό είναι νόμος της φιλανθρωπίας του Θεού. Χήρες, που στέκονται γύρω και κλαίνε (προσευχόμενες για τον νεκρό τους), μπορούν να τον διασώσουν όχι μόνο από τον παρόντα, αλλά και από τον μέλλοντα θάνατο. Πολλοί άνθρωποι ωφελήθηκαν από τις ελεημοσύνες που έγιναν από άλλους. Διότι, αν και όχι τελείως, όμως βρήκαν κάποια παρηγοριά.

Τι μπορεί να κάνει κανείς για τους κεκοιμημένους; Όπως με σαφήνεια τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, αφ’ ενός μέν προσευχές, άφ’ ετέρου δε ελεημοσύνες και ποικίλες άλλες αγαθοεργίες. Οι προσευχές δε για τους κεκοιμημένους δεν είναι μόνο οι προσευχές που μπορεί ο κάθε ένας να κάμει κατ’ ιδίαν, αλλά και οι προσευχές που οι Εκκλησία κάνει γι’ αυτούς. Μέγιστη ωφέλεια υπάρχει για τους κεκοιμημένους, όταν τελείται γι’ αυτούς Θεία Λειτουργία και μάλιστα σαράντα συνεχόμενες Θείες Λειτουργίες, το λεγόμενο «Σαρανταλείτουργο», που στις ενορίες των πόλεων γίνεται συνήθως κατά τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων.

Όπως είδαμε και πιο πάνω, κατά την τέλεση της Ακολουθίας της Προσκομιδής, πριν από τη Θεία Λειτουργία, μνημονεύονται τα ονόματα όχι μόνο των ζώντων, αλλά και των κεκοιμημένων. Αναφέρονται πολλά περιστατικά στην ιστορία της Εκκλησίας, που φανερώνουν την τεράστια ωφέλεια που έχει για τις ψυχές των κεκοιμημένων η μνημόνευση τους κατά την Προσκομιδή.

Εκτός από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και τη μνημόνευση των κεκοιμημένων κατά

την Προσκομιδή, καθιερώθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η τέλεση του Τρισαγίου επί του τάφου του κεκοιμημένου, κυρίως όμως η τέλεση των ιερών Μνημοσυνών. Τόσο τα Τρισάγια όσο και τα Μνημόσυνα ωφελούν τα μέγιστα τις ψυχές των κεκοιμημένων. Για τον λόγο αυτό, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας αφιέρωσε μία από τις επτά ημέρες της εβδομάδας για τους κεκοιμημένους και για την τέλεση των Μνημοσύνων τους.

Πρόκειται για την ημέρα του Σαββάτου. Στον εβδομαδιαίο κύκλο των εορτών, στον οποίο κάθε ημέρα της εβδομάδος έχει το δικό της εορτολογικό θέμα, η ημέρα του Σαββάτου είναι αφιερωμένη στους Μάρτυρες και στους κεκοιμημένους. Είναι δε αφιερωμένη στους κεκοιμημένους άφ’ ενός μέν εις ανάμνησιν της εις άδου καθόδου του Χριστού κατά το Μέγα Σάββατο, άφ’ ετέρου δε

γιατί η λέξη «Σάββατο» στα εβραϊκά σημαίνει «κατάπαυση» και οι κεκοιμημένοι κατέπαυσαν

«από των βιωτικών και των λοιπών απάντων»:Αν ανοίξει κανείς το βιβλίο της Παρακλητικής, που περιέχει τις ακολουθίες κάθε ημέρας της εβδομάδας στους οκτώ ήχους της βυζαντινής εκκλησιαστικης μουσικης, θα δεί ότι όλοι οι ύμνοι του Σαββάτου αναφέρονται στους Μάρτυρες και στους κεκοιμημένους. Η ημέρα του Σαββάτου, ως εκ τούτου, είναι και η κατ’ εξοχήν ημέρα τελέσεως των Μνημοσύνων.

Έν προκειμένω, πρέπει να κάνουμε μια απαραίτητη διευκρίνιση: Σ’ αυτόν τον εβδομαδιαίο κύκλο των εορτών η Κυριακή αποτελεί το εβδομαδιαίο Πάσχα της Εκκλησίας. Και ως Πάσχα που είναι δεν χωρεί κατ’ αυτήν η τέλεση Μνημοσύνων. Τα Μνημόσυνα που τελούνται τις Κυριακές γίνονται κατ’ οικονομίαν, από συγκατάβαση, δηλαδή, για να διευκολυνθούν οι πιστοί. Κατά την ακριβή, όμως, τάξη της Εκκλησίας μας έπρεπε να τελούνται τα Σάββατα και όχι τις Κυριακές.

Να υπενθυμίσουμε ότι το ζήτημα αυτό απετέλεσε ένα από τα βασικά θέματα που απασχόλησαν το λεγόμενο «Κίνημα των Κολλυβάδων Πατέρων», κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Μάλιστα, η λέξη «Κολλυβάδες» χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως χλευαστικό προσωνύμιο, γιατί οι Πατέρες αυτοί ήταν αντίθετοι με την τέλεση Μνημοσυνών (άρα δε και την χρήση κολλύβων για τους κεκοιμημένους) κατά την αναστάσιμη ημέρα της Κυριακής.

Όλα τα Σάββατα, λοιπόν, είναι αφιερωμένα στους κεκοιμημένους και κατ’ αυτά τελούνται κατά την ακριβή τάξη τα Μνημόσυνα. Δύο, όμως, από τα Σάββατα του εκκλησιαστικού έτους τα ξεχώρισε η Ορθόδοξη Εκκλησία και τα ονόμασε «Ψυχοσάββατα», θεσπίζοντας κατ’ αυτά να γίνεται «μνεία(= ανάμνησις) πάντων των άπ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς, επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Πρόκειται για το Σάββατο προ της Απόκρεω και το Σάββατο προ της Πεντηκοστής.

Η επιλογή των δύο αυτών ημερών δεν εναι καθόλου τυχαία. Η Κυριακή της Απόκρεω έχει ως κεντρικό της θέμα τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και την τελική κρίση των ανθρώπων. Έτσι, λοιπόν, την παραμονή της μνημονεύουμε τις ψυχές των κεκοιμημένων, ώστε ο φοβερός Κριτής να τους κρίνει, όπως και όλους μας, με συμπάθεια και επιείκεια και να τους κατατάξει στην Αιώνια Βασιλεία Του.

Η Κυριακή της Πεντηκοστής πάλιν είναι η ημέρα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος επί τας κεφαλάς των Αγίων Αποστόλων, στο υπερώο της Σιών, και θεωρείται η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας ως του ζώντος Σώματος του Χριστού επί της γης, που ζεί με τα χαρίσματα και την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Για να μας υπενθυμίσει, λοιπόν, η Εκκλησία ότι στο Σώμα της δεν ανήκουν μόνο οι ζώντες, αλλά και οι κεκοιμημένοι, κατά την παραμονή της Πεντηκοστής μνημονεύουμε για δεύτερη φορά όλους τους απ’ αιώνος κεκοιμημένους.

Κατά τα δύο αυτά Ψυχοσάββατα του εκκλησιαστικού μας έτους, η αγία μας Εκκλησία δέεται: «υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως των ψυχών… πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών και πάντων των προπατόρων, πάππων, προπάππων, γονέων, προ γονέων, αδελφών και συγγενών, των από περάτων έως περάτων της οικουμένης, των εν γη, των εν θαλάσση, των εν ερήμοις και όρεσι και σπηλαίοις και εν παντί τόπω τελειωθέντων, των απ’ αρχής και μέχρι των εσχάτων», των οποίων τα ονόματα ο Κύριος γινώσκει. Πολλοί πέθαναν και κανένας δεν τους θυμήθηκε, για να προσευχηθεί γι’ αυτούς ή να κάνει τα Μνημόσυνά τους.

Πολλοί άνθρωποι, επί παραδείγματι, υπέστησαν «άωρον θάνατον», πέθαναν, δηλαδή, πρόωρα ή αιφνιδίως∙ άλλοι πέθαναν στη θάλασσα ή σε άβατους τόπους, κάηκαν ή τους κατασπάραξαν τα άγρια θηρία και κανένας δεν τους βρήκε για να τους θάψει και να τους προσφέρει τα απαραίτητα για ένα νεκρό· άλλοι πέθαναν ομαδικά σε πολέμους, σε επιδημίες μολυσματικών ασθενειών, σε σεισμούς και διάφορες άλλες θεομηνείες και τάφηκαν σε ομαδικούς τάφους· άλλοι ακόμη πέθαναν φτωχοί και άποροι «και ουκ έτυχον των νενομισμένων ψαλμωδιών και μνημοσυνών». Όλους αυτούς η Αγία μας Εκκλησία ως στοργική μάνα τους θυμάται και προσεύχεται γι’ αυτούς κατά τα δύο Ψυχοσάββατα του εκκλησιαστικού έτους.

Από τη θαυμάσια υμνογραφία των δύο Ψυχοσαββάτων του εκκλησιαστικού μας έτους, θα παραθέσουμε χωρίς περαιτέρω σχολιασμό το πρώτο Στιχηρό Προσόμοιο των κεκοιμημένων από τον Εσπερινό, τόσο του Σαββάτου προ της Απόκρεω όσο και του Σαββάτου προ της Πεντηκοστής. Το Στιχηρό αυτό Προσόμοιο έχει ως εξής:

«Των άπ’ αιώνος σήμερον νεκρών, απάντων κατ’ όνομα, μετά πίστεως ζησάντων ευσεβώς, μνήμην τελούντες οι πιστοί, τον Σωτήρα και Κύριον, ανυμνήσωμεν, αιτούντες εκτενώς, τούτους εν ώρα της κρίσεως, απολογίαν αγαθήν, δούναι αυτώ τω Θεώ ημών, τω πάσαν κρίνοντι την γήν, της δεξιάς αυτού παραστάσεως τυχόντας εν χαρά, εν μερίδι Δικαίων, και εν Αγίων κλήρω φωτεινώ, και αξίους γενέσθαι, της ουρανίου βασιλείας αυτού».

Σήμερα που εμείς οι πιστοί τελούμε κατ’ όνομα τη μνήμη όλων των νεκρών που πέθαναν στη διάρκεια των αιώνων, και οι οποίοι έζησαν με πίστη και ευσέβεια, ας ανυμνήσουμε τον Σωτήρα και Κύριο και ας Τον παρακαλέσουμε θερμά, ν’ αξιωθούν αυτοί κατά την ώρα της Κρίσεως να δώσουν καλή απολογία στον Θεό μας, ο Οποίος θα κρίνει όλη τη γη, να σταθούν με χαρά εκ δεξιών Του στη μερίδα των Δικαίων και τον φωτεινό κλήρο των Αγίων και να καταστούν άξιοι της Ουράνιας Βασιλείας Του.