Το σύμπλεγμα της δαιμονικής δουλείας του σαρκικού ανθρώπου

Loading...


Ο μωσαϊκός νόμος με την εντολή· “Ουκ επιθυμήσεις” απεκάλυψε τον εσώτερο υπαρξιακό προβληματισμό του ανθρωπίνου προσώπου, που προέκυψε από την πράξη της παραβάσεως της εντολής του Θεού!

Τον προβληματισμό αυτό, στον οποίο εγκλωβίσθηκε το πρόσωπο αυτό, κατά τη διαδικασία της αντίθεης επιλογής του, τον αγνοούσε, αφού η αυτοσυνειδησία του λειτουργούσε πλέον, ύστερα από την επιλογή αυτή, στο καθεστώς της αιχμαλωσίας και της δουλικής του υποταγής στη δαιμονική βία!

Το πρόβλημα επομένως της απελευθερώσεως του ανθρώπου από τη δουλεία του αυτή ήταν πράγματι, πρώτα-πρώτα, πρόβλημα αυτογνωσίας , με πρώτο στόχο την κατανόηση της πλοκής και της φύσεως του βασικού του υπαρξιακού προβληματισμού.

*
Ποιά πρόκληση θα ήταν κατάλληλη για να προκαλέσει και να εκλύσει τις αναγκαίες φωτιστικές διεργασίες, στο πεδίο της αυτοσυνειδησίας του ανθρωπίνου προσώπου, για μια ψυχοδυναμική “γεώτρηση” σ’ ένα, απροσδόκητο για το πρόσωπο αυτό, βάθος;

Ασφαλώς, και στην περίπτωση τούτη η εντολή “ουκ επιθυμήσεις”, αλλά ως ανατομική τώρα διείσδυση στην εσώτερη πλοκή της επιθυμίας με τη βιωματική αναγκαιότητα της ελευθερίας, της υπαρξιακής δηλ, ανάγκης για ελεύθερο αυτοκαθορισμό και έκφραση!

*
Η εντολή “ούκ επιθυμήσεις”, τη στιγμή που εδίδετο, απεκά¬λυπτε και άρα ανεγνώριζε συγχρόνως τη δυνατότητα του ανθρω¬πίνου προσώπου να επιθυμεί αλλά και να μην (όταν θέλει) επιθυμεί. Αλλά η αποκάλυψη της δυνατάτητος αυτής, προερχομένη από τη λειτουργία του νόμου, ήταν επίσης αποκάλυψη της δυνατότητος της εσωτερικής ελευθερίας του ανθρώπου να αυτοορίζεται και να αυτοκαθορίζεται στο “επιθυμητικό” πεδίο της υπάρξεως.

Έτσι η εντολή• “Ουκ επιθυμήσεις”, τη στιγμή που παρελαμβάνετο από το σαρκικό άνθρωπο, γινόταν αισθητή στο βαθύτερο ψυχισμό του ως πρόκληση βιώσεως προσωπικής ελευθερίας και εκφράσεως.

– Όταν παίρνω την εντολή να μην επιθυμώ, αισθάνομαι ότι μπορώ, έχω τη δυνατότητα να επιθυμώ αλλά και (όταν θέλω) να μην επιθυμώ. Γιατί, εξάλλου, αν δεν έχω τη δυνατότητα και την ελευθερία να μην επιθυμώ, ποιό νόημα έχει για μένα μια εντολή, που δεν μπορώ να εφαρμόσω;

*

Αλλά ο σαρκικός (μεταπτωτικός) άνθρωπος, τη στιγμή που θέλησε την πρόκληση της προσωπικής του ελευθερίας και εκφράσεως (την εντολή) να την κάνει βίωμα (δηλ. να μην επιθυμήσει) αντιλήφθηκε την ανικανότητά του και την αδυναμία του να εκφρασθεί ελεύθερα και κυριαρχικά, επί του εαυτού του, αρνούμενος τις προσωπικές του επιθυμίες, για να μείνει πιστός στην επιταγή της εντολής.

Έτσι ενώ η εντολή τού άνοιξε θύρα ελευθερίας, με την αφυπνιστική πρόκληση, συγχρόνως, η ίδια αυτή εντολή τού έδειχνε τα πραγματικά όρια της ελευθερίας του, δηλ. της ανελευθερίας του. Τη στιγμή που τον υποχρέωνε, ως εντολή, να μην επιθυμεί, την ίδια στιγμή του έδειχνε, ότι δεν μπορεί να αρνείται (να μην ικανοποιεί) τις επιθυμίες του.

Δεν πρέπει να επιθυμεί, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, παρά να επιθυμεί, ό,τι δεν πρέπει να επιθυμεί!

Αυτή η βιωματική-υπαρξιακή αντίφαση έδειχνε, ότι η ίδια η εντολή ήταν επικύρωση του θανάτου του σαρκικού ανθρώπου, αφού η ικανοποίηση της επιθυμίας του, ως παράβαση της εντολής, ισοδυναμούσε με θάνατο!

*
Μια τέτοια “συμπεριφορά” της εντολής σκανδάλισε και προ¬βλημάτισε μέχρι… θανάτου το σαρκικό άνθρωπο!

– Τί μου συμβαίνει λοιπόν;

Εγώ ζούσα κάποτε χωρίς νόμο όταν ήλθε η εντολή, η αμαρτία ανέζησε (αφού δεν μπορούσα να εφαρμόσω την εντολή) και τότε εγώ απέθανα. Και έτσι η εντολή, που ήταν προωρισμένη να με οδηγήσει στη ζωή, σ’ έμενα έφερε το θάνατο.

Τί σημαίνει αυτή η συμπεριφορά της εντολής; Πώς η εντολή που με αφύπνισε με οδήγησε στο θάνατο; Τί ήταν λοιπόν ο νόμος, που γέννησε την εντολή; Δεν ήταν στην πραγματικότητα καλός και άγιος και η εντολή, που γέννησε ο νόμος, δεν ήταν αγαθή και αγία; Αυτό που μου δόθηκε ως αγαθό (η εντολή) έγινε για μένα θάνατος;

Προς Θεού! “Μη γένοιτο”, θα σημειώσει με έμφαση ο απόστολος των εθνών, δίνοντας τη σωστή εξήγηση στον προβληματισμένο εαυτό του σαρκικού ανθρώπου. “Ο μεν νόμος άγιος (αφού δόθηκε από το Θεό) και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή (αφού επρόκειτο να δημιουργήσει φωτιστικό ρήγμα αυτογνωσίας στο συμπαγές και αδιάλυτο σκοτάδι της δαιμονικής μου αυτοσυνειδησίας)”.

– Αλλά τότε τί συνέβη;

Να τι συνέβη, θα εξηγήσει πιό πέρα ο Απόστολος· “Η αμαρτία, για να φανερωθεί σαν αμαρτία, χρησιμοποίησε (αυτό που εγώ δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω) το αγαθό (την εντολή) για να μου προξενήσει θάνατο. Κι’ έτσι έγινε (και απεκαλύφθη) η αμαρτία υπερβολικά (καθ’ υπερβολήν) αμαρτωλή, με τη λειτουργία (της αγαθής και αγίας και δικαίας) εντολής (αφού παραβαίνοντας εγώ την εντολή, επειδή δεν μπορούσα να μην επιθυμώ, γινόμουνα αποδέκτης των συνεπειών της παραβάσεως αυτής, δηλ. του θανάτου, που είναι καρπός της αμαρτίας).

*
Να λοιπόν ότι η εντολή (“ουκ επιθυμήσεις”) απέδειξε την αμαρτία που ζούσα εγώ, ο σαρκικός άνθρωπος, “καθ’ υπερβολήν” αμαρτωλή. Συγχρόνως βέβαια μου έδειξε (ως κέρδος αυτογνωσίας) ότι μπορώ να κάνω τις επιλογές μου στο βουλητικό ψυχικό πεδίο του εαυτού μου, αλλά δεν μπορώ να πραγματοποιώ και να βιώνω αυτές τις επιλογές!

Αυτό ήταν, για μένα, το καλό και αγαθό αποτέλεσμα της λειτουργίας του νόμου με τις εντολές του· μου άνοιξε τα μάτια και μου έδειξε, ότι μπορώ να έχω επιθυμίες και επιλογές, αλλά συγχρόνως μου απέδειξε, ότι δεν μπορώ να τις χειρίζομαι ελεύθερα και να τις βιώνω “κατά βούλησιν”, αυτές τις επιθυμίες και τις επιλογές!

*
Αλλά μια τέτοια αυτοσυνειδησία, που διαμορφώθηκε στο πνεύμα του σαρκικού μεταπτωτικού ανθρώπου είχε έκδηλο τον αντιφατικό της χαρακτήρα¬·

Δεν πρέπει να επιθυμείς (“ουκ επιθυμήσεις”), αλλά δεν μπορείς παρά να επιθυμείς (και να βρίσκεσαι στη δουλεία της αμαρτίας)!

Περίεργο και παράδοξο γεγονός! Δύο αντιφατικές μεταξύ τους συνειδητοποιήσεις· Δεν πρέπει (διατύπωση σε απόλυτο τόνο) αλλά δεν μπορείς (πραγματικότητα αμετάκλητη)!

*

Τί συμβαίνει λοιπόν; Ποιό είναι επιτέλους το πραγματικό φως που ρίφθηκε στο σκοτάδι της αυτοσυνειδησίας μου, εμένα του σαρκικού άνθρωπου;

Τί σημαίνει να παίρνεις μια εντολή και συγχρόνως να διαβεβαιώνεσαι, από την ίδια την εντολή, ότι δεν μπορείς να την εφαρμόσεις;

“Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ”. Βρίσκομαι μεταξύ δύο συμπληγάδων “γνωρίζω τώρα ότι ο νόμος είναι πνευματικός, εγώ όμως είμαι σαρκικός, πουλημένος στην αμαρτία”.

Βρίσκομαι πραγματικά στο κέντρο ενός εξουθενωτικού υπαρξιακού προβληματισμού• “Δεν γνωρίζω ακριβώς και δεν αντιλαμβάνομαι αυτό που κάνω και βιώνω στη ζωή μου. Δεν κάνω αυτό που θέλω, αλλά κάνω εκείνο που μισώ και απεχθάνομαι”.

“Σ’ αυτήν την περίπτωση, βέβαια, αφού μπορώ να θέλω και να μη θέλω, είμαι σύμφωνος με το νόμο και τον αναγνωρίζω ως καλό και αγαθό”.

“Αλλά πάλι αντιλαμβάνομαι καλά, ότι η αντιφατικότητα που βιώνω, μεταξύ αυτού που θέλω και εκείνου που αναγκαστικά πράττω και είναι αντίθετο με τη θέλησή μου, δεν είναι δικό μου έργο αλλά ενέργεια και πράξη της αμαρτίας”, “αφού γνωρίζω ότι, σ’ έμενα το σαρκικό άνθρωπο, δεν κατοικεί τίποτε καλό”!

Η θέληση να κάνω το καλό υπάρχει. Αλλά δεν έχω τη δύναμη να το κάνω, αφού δεν κάνω το καλό που θέλω αλλά το κακό, που δεν θέλω, αυτό κάνω. Και εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω, τότε δεν ενεργώ πλέον εγώ αλλ’ η αμαρτία που υπάρχει μέσα μου (και με προσδιορίζει και με καθορίζει αμετάκλητα)”.

*
“Κι’ έτσι έχω εμπειρία αυτού του νόμου· ότι δηλ. ενώ εγώ θέλω να κάνω το καλό, μέσα μου υπάρχει πρόχειρο το κακό. Ενώ από τη μια μεριά αισθάνομαι μεγάλη ευχαρίστηση από το φως που ρίχνει μέσα μου, ο νόμος του Θεού, εντούτοις βλέπω (συγχρόνως) άλλο νόμο στα μέλη μου, που αντιστρατεύεται (και αντιφάσκει) στο νόμο του λογικού μου και με αιχμαλωτίζει (βίαια) στο νόμο της αμαρτίας, που υπάρχει στα μέλη μου”.

Πράγματι! “Είμαι ένας ταλαίπωρος άνθρωπος! Ποιός θα με ελευθερώσει από το σώμα τούτο (τη “σάρκα”), μέσα στο οποίο κυριαρχεί η αμαρτία ως αμετάκλητος θάνατος;”.

Η παύλειος αυτή περιγραφή και ανάλυση της εσωτερικής αντιφατικότητος του σαρκικού ανθρώπου, αν και είναι πολύ γενική και συνοπτική του υπαρξιακού προβληματισμού του ανθρώπου αυτού, δείχνει οπωσδήποτε την ύπαρξη και λειτουργία δύο εαυτών, μέσα στον ψυχικό κόσμο του ανθρωπίνου προσώπου, που προέκυψε από την παράβαση της εντολής του Θεού στον παράδεισο.

Ο ένας εαυτός είναι εκείνος που βλέπει τις επιθυμίες, που πρέπει να αρνηθεί, για να εφαρμόσει την εντολή και να γίνει αποδέκτης του λυτρωτικού αγαθού της εντολής αυτής. Ο άλλος εαυτός είναι εκείνος που είναι κυριευμένος από την αυτοσυνειδησία της αδυναμίας του να εφαρμόσει την εντολή.

Ο ένας εαυτός αισθάνεται ευχαρίστηση από την εσωτερική αίσθηση του νόμου του Θεού και συμφωνεί με την εντολή του νόμου αυτού. Ο άλλος εαυτός είναι εκείνος, που λειτουργεί ως “άλλος νόμος”, αντιστρατευόμενος και αντιστεκόμενος στο νόμο του λογικού τού εαυτού, που θέλει να εφαρμόσει την εντολή.

Ο ένας εαυτός αποδέχεται το νόμο του Θεού και τον βιώνει ως νόμο του λογικού του (του νοός του). Ο άλλος εαυτός λειτουργεί ως “άλλος νόμος”, ως “νόμος της αμαρτίας”, συγκρουόμενος με το νόμο του λογικού τού εαυτού, που καταφάσκει το νόμο του Θεού!

*
Δύο εαυτοί σ’ ένα αντιφατικό και αδιάλυτο “σύμπλεγμα” δαιμονικής δουλείας και καταδυναστεύσεως! Αυτό είναι το ψυχοδυναμικό-πνευματικό σχήμα υπαρξιακής λειτουργίας του σαρκικού ανθρώπου!

Σε μια τέτοια ποιότητα υπαρξιακής λειτουργίας το μόνο που μπορεί πραγματικά να κάνει, η ανθρωπίνη αυτοσυνειδησία, είναι να κραυγάσει σε τόνο αθεράπευτης απογνώσεως!

– “Ποιός μπορεί να με λυτρώσει από το σώμα (το “σύμπλεγμα”) του θανάτου τούτου;”.

*
Έτσι τελικά όλη η υπαρξιακή προβληματική του σαρκικού ανθρώπου αποκορυφώνεται σε μια απορία-έκκληση ελευθερίας και ζωής, στο· Ποιός!

-Ποιός θα με απαλλάξει από το θάνατο, που είναι η αμετάκλητη μοίρα μου;

*
Αλλά μια τέτοια απορία-έκκληση αποτελεί ουσιαστικά αναφορά του σαρκικού ανθρώπου στην παγίδευση και εμπλοκή του στα δεσμά της δαιμονικής βίας, αφού ο θάνατος (ο σωματικός και ο πνευματικός) είναι πάντοτε η εσχάτη έκφραση της βίας αυτής!

*
Ποιός λοιπόν θα λυτρώσει το σαρκικό-μεταπτωτικό άνθρωπο από το θανάσιμο εναγκαλισμό του με τη δαιμονική βία;

(Ιωάννη Κορναράκη, «Βία. Η οδός του Θεού», εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσ/νἰκη, σ. 98-105)