To Eυαγγέλιο της Κυριακής 16 Δεκεμβρίου

Loading...


Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην· άνθρωπός τις εποίησε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς· και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου ειπείν τοις κεκλημένοις· έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμά εστι πάντα.
Καί ήρξαντο από μιάς παραιτείσθαι πάντες. Ο πρώτος είπεν αυτώ· αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκην εξελθείν και ιδείν αυτόν· ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. Καί έτερος είπε· ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε, και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά· ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. Καί έτερος είπε· γυναίκα έγημα, και διά τούτο ου δύναμαι ελθείν.
Καί παραγενόμενος ο δούλος εκείνος απήγγειλε τω κυρίω αυτού ταύτα. τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης είπε τω δούλω αυτού· έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως, και τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε. Καί είπεν ο δούλος· κύριε, γέγονεν ως επέταξας, και έτι τόπος εστί. Καί είπεν ο κύριος προς τον δούλον· έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμισθή ο οίκος μου. Λέγω γαρ υμίν ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου. Πολλοί γαρ εισι κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Είπεν ο Κύριοςτήν εξής παραβολή∙ «Κάποιος ήθελε να παραθέση μεγάλο δείπνον και εκάλεσε πολλούς. Και έστειλε τον δούλον του κατά την ώραν του δείπνου να πη εις τους καλεσμένους, «Ελάτε, διότι όλα είναι πια έτοιμα».
Αλλ’ άρχισαν δια μιας όλοι να δικαιολογούνται. Ο πρώτος του είπε, «Αγόρασα κάποιο χωράφι και πρέπει να πάω να το ιδώ· σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένον». Άλλος είπε, «Αγόρασα πέντε ζευγάρια βώδια και πηγαίνω να τα δοκιμάσω· σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένον». Άλλος είπε, «Ενυμφεύθηκα γυναίκα και γι’ αυτό δεν μπορώ να έλθω».
Και ήλθε ο δούλος και τα είπε αυτά εις τον κύριόν του. Τότε ωργίσθηκε ο οικοδεσπότης και είπε εις τον δούλον του, « Έβγα γρήγορα στις πλατείες και τους δρόμους της πόλεως και φέρε εδώ τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς». Και είπε ο δούλος, «Κύριε, έγινε εκείνο που διέταξες και υπάρχει ακόμη χώρος». Και είπε ο κύριος εις τον δούλον, «Έβγα εις τους δρόμους και εις τους περιφραγμένους τόπους και ανάγκασέ τους να μπουν, δια να γεμίση το σπίτι μου.
Διότι σας λέγω, ότι κανείς από τους ανθρώπους εκείνους, που είχαν προσκληθή, δεν θα γευθή το δείπνον μου. Διότι πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως είναι οι εκλεκτοί».