Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 22 Σεπτεμβρίου

Loading...


(Λουκ. ε´ 1-11)
Τω καιρώ εκείνω, εστώς ο ᾿Ιησούς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ, είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην· οι δε αλιείς αποβάντες απ᾿ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα. ᾿Εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους. ῾Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σίμωνα· ᾿Επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν. Καί αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· ᾿Επιστάτα, δι᾿ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν· επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον.

Καί τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ· διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών. Καί κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς· και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι αυτά. ᾿Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν ᾿Ιησού λέγων· ῎Εξελθε απ᾿ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε· θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον, ομοίως δε και ᾿Ιάκωβον και ᾿Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι. Καί είπε προς τον Σίμωνα ο ᾿Ιησούς· Μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών. Καί καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ.

Απόδοση στη νεολληνική:
Εκείνο τον καιρό, καθώς στεκόταν ο ᾿Ιησούς στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ, είδε δύο ψαροκάικα στην άκρη της λίμνης. Οι ψαράδες είχαν κατεβεί απ’ αυτά και έπλεναν τα δίχτυα. ᾿Εκείνος ανέβηκε σ’ ένα από τα ψαροκάικα, σ’ αυτό που ήταν του Σίμωνα, και τον παρακάλεσε να τραβηχτεί λίγο από την ξηρά. Κάθισε στο ψαροκάικο και απ’ αυτό δίδασκε τα πλήθη. ῞Οταν τελείωσε την ομιλία του, είπε στον Σίμωνα· «Πήγαινε στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». ῾Ο Σίμων του αποκρίθηκε· «Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα παιδευόμασταν και δεν πιάσαμε τίποτε· επειδή όμως το λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ». Το έριξαν κι έπιασαν πάρα πολλά ψάρια, τόσα που το δίχτυ τους άρχισε να σκίζεται.

Με νεύματα ειδοποίησαν τους συνεταίρους τους, που ήταν στο άλλο πλοίο να έρθουν να τους βοηθήσουν. ᾿Εκείνοι ήρθαν και γέμισαν και τα δύο ψαροκάικα σε σημείο που να κινδυνεύουν να βυθιστούν. ῞Οταν ο Σίμων Πέτρος είδε τι έγινε, έπεσε στα γόνατα του ᾿Ιησού και του είπε· «Βγες από το καίκι μου, Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός». Αυτά τα είπε γιατί είχε κυριευτεί από δέος, αυτός και όλοι όσοι ήταν μαζί του, για τα πολλά ψάρια που είχαν πιάσει. Το ίδιο συνέβη και με τα παιδιά του Ζεβεδαίου, τον ᾿Ιάκωβο και τον ᾿Ιωάννη, που ήταν συνεργάτες του Σίμωνα. ῾Ο ᾿Ιησούς τότε είπε στον Σίμωνα· «Μη φοβάσαι, από τώρα θα ψαρεύεις ανθρώπους». ῞Υστερα, αφού τράβηξαν τα ψαροκάικα στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.