Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 2 Ιουνίου

Loading...


Κυριακή της Σαμαρείτιδος – Κατά Ιωάννην (δ΄ 5–42)
Τώ καιρώ εκείνω, έρχεται ο Κύριος εις πόλιν τής Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τού χωρίου ό έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τώ υιώ αυτού• ήν δέ εκεί πηγή τού Ιακώβ. Ο ούν Ιησούς κεκοπιακώς εκ τής οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τή πηγή• ώρα ήν ωσεί έκτη. Έρχεται γυνή εκ τής Σαμαρείας αντλήσαι  ύδωρ. Λέγει αυτή ο Ιησούς• δός μοι πιείν. Οι γάρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις τήν πόλιν ίνα τροφάς αγοράσωσι.

Λέγει ούν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις• πώς σύ Ιουδαίος ών παρ’ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; ου γάρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις.

Απεκρίθη Ιησούς καί είπεν αυτή• ει ήδεις τήν δωρεάν τού Θεού, καί τίς εστιν ο λέγων σοι, δός μοι πιείν, σύ άν ήτησας αυτόν, καί έδωκεν άν σοι ύδωρ ζών. Λέγει αυτώ η γυνή• Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, καί τό φρέαρ εστί βαθύ• πόθεν ούν έχεις τό ύδωρ τό ζών; Μή σύ μείζων εί τού πατρός ημών Ιακώβ, ός έδωκεν ημίν τό φρέαρ, καί αυτός εξ αυτού έπιε καί οι υιοί αυτού καί τά θρέμματα αυτού;

Απεκρίθη Ιησούς καί είπεν αυτή• πάς ο πίνων εκ τού ύδατος τούτου διψήσει πάλιν• ός δι’ άν πίη εκ τού ύδατος ού εγώ δώσω αυτώ, ου μή διψήση εις τόν αιώνα, αλλά τό ύδωρ ό δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. Λέγει πρός αυτόν η γυνή• Κύριε, δός μοι τούτο τό ύδωρ, ίνα μή διψώ μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν. Λέγει αυτή ο Ιησούς• ύπαγε φώνησον τόν άνδρα σου καί ελθέ ενθάδε. Απεκρίθη η γυνή καί είπεν• ουκ έχω άνδρα. Λέγει αυτή ο Ιησούς• καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω• πέντε γάρ άνδρας έσχες, καί νύν όν έχεις ουκ έστι σου ανήρ• τούτο αληθές είρηκας. Λέγει αυτώ η γυνή• Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης εί σύ. Οι πατέρες ημών εν τώ όρει τούτω προσεκύνησαν• καί υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δεί προσκυνείν.

Λέγει αυτή ο Ιησούς• γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τώ όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τώ πατρί. Υμείς προσκυνείτε ό ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ό οίδαμεν• ότι η σωτηρία εκ τών Ιουδαίων εστίν. Αλλ’ έρχεται ώρα, καί νύν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τώ πατρί εν πνεύματι καί αληθεία• καί γάρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τούς προσκυνούντας αυτόν. Πνεύμα ο Θεός, καί τούς προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι καί αληθεία δεί προσκυνείν.

Λέγει αυτώ η γυνή• οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός• όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα.

Λέγει αυτή ο Ιησούς• εγώ ειμι ο λαλών σοι.

Καί επί τούτω ήλθον οι μαθηταί αυτού, καί εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει• ουδείς μέντοι είπε, τί ζητείς ή τί λαλείς μετ’ αυτής; Αφήκεν ούν τήν υδρίαν αυτής η γυνή καί απήλθεν εις τήν πόλιν, καί λέγει τοίς ανθρώποις• δεύτε ίδετε άνθρωπον ός είπέ μοι πάντα όσα εποίησα• μήτι ούτός εστιν ο Χριστός; Εξήλθον ούν εκ τής πόλεως καί ήρχοντο πρός αυτόν.

Εν δέ τώ μεταξύ ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες• ραββί, φάγε. Ο δέ είπεν αυτοίς• εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ήν υμείς ουκ οίδατε. Έλεγον ούν οι μαθηταί πρός αλλήλους• μή τις ήνεγκεν αυτώ φαγείν; Λέγει αυτοίς ο Ιησούς• εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ τό θέλημα τού πέμψαντός με καί τελειώσω αυτού τό έργον. Ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνός εστι καί ο θερισμός έρχεται; Ιδού λέγω υμίν, επάρατε τούς οφθαλμούς υμών καί θεάσασθε τάς χώρας, ότι λευκαί εισι πρός θερισμόν ήδη. Καί ο θερίζων μισθόν λαμβάνει καί συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα καί ο σπείρων ομού χαίρη καί ο θερίζων. Εν γάρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων καί άλλος ο θερίζων. Εγώ απέστειλα υμάς θερίζειν ό ουχ υμείς κεκοπιάκατε• άλλοι κεκοπιάκασι, καί υμείς εις τόν κόπον αυτών εισεληλύθατε.

Εκ δέ τής πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν τών Σαμαρειτών διά τόν λόγον τής γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα. Ως ούν ήλθον πρός αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ’ αυτοίς• καί έμεινεν εκεί δύο ημέρας. Καί πολλώ πλείους επίστευσαν διά τόν λόγον αυτού, τή τε γυναικί έλεγον ότι ουκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν• αυτοί γάρ ακηκόαμεν, καί οίδαμεν ότι ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ τού κόσμου ο Χριστός.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Τόν καιρό εκείνο, έρχεται ο Κύριος εις μίαν πόλιν τής Σαμαρείας πού λέγεται Συχάρ, κοντά εις τό χωράφι πού έδωκε ο Ιακώβ εις τόν Ιωσήφ, τόν υιόν του. Εκεί υπήρχε τό πηγάδι τού Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από τήν οδοιπορίαν, εκάθησεν, όπως ήτο κοντά εις τό πηγάδι• η ώρα ήτο περίπου έξη. Έρχεται μιά γυναίκα από τήν Σαμάρειαν διά νά πάρη νερό. Ο Ιησούς τής λέγει, «Δός μου νά πιώ», διότι οι μαθηταί του είχαν φύγει εις τήν πόλιν διά νά αγοράσουν τρόφιμα.

Η Σαμαρείτις γυναίκα τού λέγει, «Πώς σύ πού είσαι Ιουδαίος ζητάς νά πιής από εμέ πού είμαι γυναίκα Σαμαρείτις;».Διότι οι Ιουδαίοι δέν επικοινωνούν μέ τούς Σαμαρείτας.

Ο Ιησούς τής απεκρίθη, «Εάν ήξερες τήν δωρεάν τού Θεού καί ποιόν είναι εκείνος πού σού λέγει, «Δός μου νά πιώ», σύ θά τόν παρακαλούσες καί θά σού έδινε νερό ζωντανό».

Λέγει εις αυτόν η γυναίκα, «Κύριε, κουβά δέν έχεις καί τό πηγάδι είναι βαθύ, από πού λοιπόν έχεις τό νερό τό ζωντανό; Μήπως είσαι σύ μεγαλύτερος από τόν πατέρα μας Ιακώβ πού μάς έδωκε τό πηγάδι καί ήπιε από αυτό καί ο ίδιος καί τά παιδιά του καί τά ζώα του;».

Ο Ιησούς τής απεκρίθη, «Όποιος πίνει από τό νερό αυτό θά διψάση καί πάλιν• εκείνος όμως πού θά πιή από τό νερό πού εγώ θά τού δώσω, θά γίνη μιά εσωτερική πηγή νερού πού θά αναβρύη εις ζωήν αιώνιον».

Λέγει εις αυτόν η γυναίκα, «Κύριε, δός μου τό νερό αυτό διά νά μή διψώ ούτε νά έρχωμαι εδώ νά αντλώ».

Ο Ιησούς τής λέγει, Πήγαινε, φώναξε τόν άνδρα σου καί έλα εδώ».

Η γυναίκα απεκρίθη, «Δέν έχω άνδρα».

Λέγει εις αυτήν ο Ιησούς, «Καλά είπες ότι δέν έχεις άνδρα, διότι πέντε άνδρες επήρες καί τώρα εκείνον πού έχεις δέν είναι άνδρας σου• εις αυτό είπες αλήθεια».

Λέγει εις αυτόν η γυναίκα, «Κύριε, βλέπω ότι σύ είσαι προφήτης. Οι πατέρες μας εις τό όρος τούτο ελάτρευσαν τόν Θεόν, ενώ σείς λέτε ότι εις τά Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος όπου πρέπει νά λατρεύεται ο Θεός».

Λέγει εις αυτήν ο Ιησούς, «Πίστεψέ με, γυναίκα, ότι έρχεται ώρα πού ούτε εις τό όρος τούτο ούτε εις τά Ιεροσόλυμα θά λατρεύετε τόν Πατέρα. Σείς λατρεύετε εκείνο πού δέν ξέρετε, εμείς λατρεύομεν εκείνο πού ξέρομε, διότι η σωτηρία έρχεται από τούς Ιουδαίους. Αλλ’ έρχεται η ώρα, καί μάλιστα ήλθε ήδη, πού οι αληθινοί προσκυνηταί θά λατρεύσουν τόν Πατέρα πνευματικά καί αληθινά, διότι τέτοιοι θέλει ο Πατέρας νά είναι εκείνοι πού τόν λατρεύουν. Ο Θεός είναι Πνεύμα καί εκείνοι πού τόν λατρεύουν πρέπει νά τόν λατρεύουν πνευματικά καί αληθινά».

Λέγει εις αυτόν η γυναίκα, «Ξέρω ότι θά έλθη ο Μεσσίας, ο λεγόμενος Χριστός. Όταν έλθη εκείνος, θά μάς τά γνωρίση όλα».

Ο Ιησούς τής λέγει, «Εγώ είμαι πού μιλώ μαζί σου».

Τήν στιγμήν αυτήν ήλθαν οι μαθηταί του καί απόρησαν πού μιλούσε μέ γυναίκα, κανείς όμως δέν είπε, «Τί ζητάς» ή «Γιατί μιλάς μαζί της;».

Η γυναίκα άφησε τήν στάμνα της, επήγε εις τήν πόλιν καί είπε εις τούς ανθρώπους, «Ελάτε νά ιδήτε έναν πού μού είπε όλα όσα έκανα• μήπως είναι αυτός ο Χριστός;». Εβγήκαν λοιπόν από τήν πόλιν καί ήρχοντο σ’ αυτόν.

Εν τώ μεταξύ τόν παρακαλούσαν οι μαθηταί καί τού έλεγαν, «Ραββί, φάγε».

Αυτός δέ είπε, «Εγώ έχω φαγητόν νά φάγω, τό οποίον σείς δέν ξέρετε».

Έλεγαν τότε οι μαθηταί μεταξύ τους, «Μήπως τού έφερε κανείς νά φάγη;».

Λέγει εις αυτούς ο Ιησούς, «Τό φαγητόν μου είναι νά κάνω τό θέλημα εκείνου, πού μέ έστειλε καί νά τελειώσω τό έργο του. Δέν λέτε, «Τέσσερις μήνες ακόμη καί ο θερισμός έρχεται;». Σηκώστε τά μάτια σας, σάς λέγω, καί ιδέτε τά χωράφια ότι είναι άσπρα, έτοιμα πρός θερισμόν. Ήδη ο θεριστής παίρνει μισθόν καί μαζεύει καρπόν διά τήν ζωήν τήν αιώνιον, διά νά χαίρουν μαζί καί ο σπορεύς καί ο θεριστής. Εδώ η παροιμία είναι αληθινή, ότι άλλος σπέρνει καί άλλος θερίζει. Εγώ σάς έστειλα νά θερίσετε εκείνο, διά τό οποίον δέν εκοπιάσατε• άλλοι έχουν κοπιάσει καί σείς εμπήκατε εις τόν κόπον τους».

Πολλοί από τούς Σαμαρείτας τής πόλεως εκείνης επίστεψαν εις αυτόν εξ αιτίας τής μαρτυρίας τής γυναίκας: «Μού είπε όλα όσα έκανα». Όταν λοιπόν ήλθαν οι Σαμαρείται πρός αυτόν, τόν παρακαλούσαν νά μείνη κοντά τους• καί έμεινε εκεί δύο ημέρες. Καί πολύ περισσότεροι επίστεψαν έπειτα από όσα τούς είπε, εις δέ τήν γυναίκα έλεγαν, «Ο λόγος πού πιστεύομεν δέν είναι πλέον τά όσα μάς είπες, αλλά διότι τόν ακούσαμε εμείς οι ίδιοι καί ξέρομεν ότι αυτός είναι αληθινά ο Σωτήρ τού κόσμου, ο Χριστός».