Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 18 Αυγούστου

Loading...


(Μτθ. ιδ´ 14-22)
Τω καιρώ εκείνω, είδεν ο ᾿Ιησούς πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ᾿ αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. ᾿Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· ῎Ερημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν· απόλυσον τους ο-χλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα. ῾Ο δε ᾿Ιησούς είπεν αυτοίς· Ου χρείαν έχουσιν απελθείν· δότε αυτοίς υμείς φαγείν. Οι δε λέγουσιν αυτώ· Ουκ έχομεν ώδε ει μη πέντε άρτους και δύο ιχθύας.

῾Ο δε είπε· Φέρετέ μοι αυτούς ώδε. Καί κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις. Καί έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων. Καί ευθέως ηνάγκασεν ο ᾿Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Εκείνο τον καιρό, ο ᾿Ιησούς είδε πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε, και γιάτρεψε τους αρρώστους των.῞Οταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν· «῾Ο τόπος είναι ερημικός, και η ώρα πιά περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν᾿ αγοράσουν φαγητά να φάνε». ῾Ο ᾿Ιησούς όμως τους είπε· «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια», του απαντούν. «Φέρτε μου τα εδώ», τους λέει.

Κι αφού πρόσταξε τον κόσμο να καθίσει για φαγητό πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές, και οι μαθητές στο πλήθος. ῎Εφαγαν όλοι και χόρτασαν. Καί μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. ᾿Αμέσως ύστερα ο ᾿Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές του να μπούν στο καίκι και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη.